ΚΗΡΗΘΡΕΣ

κερήθρες

ΚΕΡΗΘΡΕΣ Α’

Αφημένος ήμουν στην ξαπλώστρα της βεράντας
Χαμηλά έβαζαν μπροστά της πόλης οι μηχανές
ο νοτιάς έφερνε αρώματα κάποιας λεβάντας
Από τον Υμηττό η αράχνη του ήλιου ύφαινε το αχανές
ο Σάρων κάτω βαθιά γυάλιζε τον καθρέφτη
Έτοιμος ν’ αφουγκραστεί ουρανούς και νέφη
Η μπουκαμβίλια δίπλα φλογερή αναρριχωμένη
Τα άνθη της φλόγα έχει πορφυρωμένη

Κοντά Αφροδίτης άγαλμα τσαμπί βαστά στο χέρι
Απωθώντας τον τραγοπόδη Πάνα που επιχαίρει
Περιστέρι που γελάστηκε τσιμπολογά τις ρώγες
Ένα άλλο αντίκρυ του κοιτά σάμπως μετρά τις ώρες
Σείστηκε της μπουκαμβίλιας η λαμπερή φωτιά
Ευθύς μπροστά μου άνθισε η φοίνισσα κυρά
Στα κίτρινα ντυμένη και στα πράσινα
Τα νύχια κόκκινα ξιφίδια θανάσιμα

Τα εβένινα πλοκάμια της ριχτά ως τη μέση
Το λαζουρι των ματιών μαύρη μολυβιά έχει δέσει
Οπτασία που τη φτιάχνει οργιαστικός νους;
Επίδραση του αγάλματος; Κάνω συσχετισμούς
Προσπαθώ να μαντέψω μη κατέβηκε απ’ τους ουρανούς:
Και ξαφνικά σα να φύσηξε ο άνεμος του θεού
Άσπρα τα κάνει άσπρο που έβαψε και του ουρανού

Το παν μεταμορφώθηκε λευκό και διάφανο
Κι ακίνητο, με της κερήθρας την ευκρίνεια
Εύπλαστο κερί και κάθε χρώμα έγινε άφαντο
Πάγωσε η εικόνα κι αναδύθηκε μέσα σε κρύσταλλο
Το μεταφέρω πιστά και με κάθε ειληκρίνεια
Κρυσταλλώθηκε και άνεμος και μέρα
Δεν θα είχα λόγους για κάτι τόσο ασύστολο:
Διαπέρασε το χρόνο το υπερπέραν;
ΚΕΡΗΘΡΕΣ Β’

Όπως παγώνει η εικόνα του υπολογιστή
Δε θα το έλεγα, δεν έχω πίστη τόσο λιγοστή
Ξυπνά στα βάθη το άγαλμα της αταραξίας
Αχνοφέγγει προβαίνει εγκάτων ο γαλαξίας
Δεν είναι ανάκλαση, δεν είναι ξέχωρο σκιών
Δεν είναι άλλου κόσμου ο κυκεών

Με ανάστροφη παλάμη το χέρι του καιρού
Ξανασκουντά τον άξονα του γηραιού πλανήτη
Η μάννα η χορευταρού να ξανανιώσει
Να ξανασηκωθεί το κατεβασμένο βλέφαρο του νου
Η σβούρα να ελευθερωθεί στην πλάκα του γρανίτη
Αίμα να τρέξει ζωτικό στα στήθια να το νοιώσει

Advertisements

Κατ’ ευθείαν

γοφοί

 

Για άλλη μια φορά αν έχουμε του κόσμου εικόνα
Κι αν την καρδιά μας τη μεσολαβεί ήθος κοινό
Θα πω το αυταπόδεικτο στου χρόνου τον αγώνα
Πως έχει από τη θέληση αρχή το ατομικό
Όχι άλλο το στόμα του εμείς άλλο το στόμα του εγώ
Το μετρούμενο στο μέτρο του μη συγχυστεί
Να το θεωρούμε, φρόνιμο είναι, πρώτη πηγή
Κι ύστερα με του αριθμού τις στάθμες ας ζυγιστεί
Που ορθοστέκεσαι που τρέχεις χωρίς διαφυγή
Ενας ο κόσμος, ένας κι ο ένας, όπως δα έχεις μυριστεί
Αν αγαπάς, αν χαίρεσαι, αν δεν χαιρεκακείς, σε καμιά κρυψώνα
Εδώ στο ξέφωτο είναι ο τόπος του ιερού για φως κι αγώνα

Από μιας αρχής στη ράχη της γης, ξύνει το νύχι ο λίγκας
Παραπανίσια της ερήμου η άμμος ν’ αργοκινούνται οι γοφοί της Σφίγγας.

 

Γαλάζιο της Τζαμάϊκα

γαλάζιο

 

 

Τούτος θάνατος είναι
στις ερημιές
γιατί να κλάψει ένας θεός

Είμαστε πηλός η σκόνη είναι αδερφή μας
Την ίδια στιγμή χτυπά το μέτωπό μας
στα αστέρια και τσακίζεται σαν καλάμι
Εμείς που πλάθουμε ουρανούς
Εμείς που σχηματίζουμε με ουρανό
Ένα όνομα
Της λέξης το άπιαστο
Παίζοντας ουρανό στα δάχτυλα
Πίνοντας αστραπές στο τραγούδι
Γιατί ποιήτρια που είσαι ανοίγεις σα νυχτολούλουδο
σε τέτοιο ουρανό
χύνεις το λόγο σου λάβρα
σαν γύρη στον έβενο του σκοταδιού
που είσαι γιατί ποιήτρια
Γιατί έτσι σ έβαφε ήλιος έγινες διάφανη δοκός.
Ένα αστέρι διάττον σαν ράμφος κεχριμπαρένιο πουλιού
σκίζει τα σκοτεινά
αστράφτει στα νερά-
φλέβες κρυφές όπου ανασαίνεις
όπου εαυτό ελευτερώνεις σε κρύπτες έλευση
Παράμερα του πόθου
όπως τρέφει φτερούγα το πουλί
τρέφεις έρωτα με θέα στο χάος μήτρα του ανεξάντλητου
Αγκίδα στο στεγνό σου μάτι
η ομορφιά
Άτρομη άτρεμο πόδι στο ατσάλινο σκοινί
-να ακουστεί το λάλημά μου
στις άκρες του σύμπαντος όλες.
Επειδή γίνεσαι ένα μ αυτό.Γίνεσαι και χύνεται
όλο μέσα στη γραφή.
Νάρθουν σαν από μία αφθονία,μιά υπεραφθονία.

Σημειώσεις για έναν πυρήνα

Κατακόρυφος αναστροφή:Γη, σε στηρίζω.
Ηφαίστειο έιναι η καρδιά του ήλιου.Τουλάχιστο το υπαινίσσσεται ο Εμπεδοκλής που κολύμπησε στη χρυσή φωτιά ,γιατί ήταν φωτιά.
Το ηφαίστειο είναι ηφαίστειο ,πυρήνας φωτιά.
Στο φλοιό θάβεται και θάλλει ό,τι το όν
γιατί σπορά είναι φωτιά ζέση κα ζειν ,θερμογόνος εκπύρωση
σταθευτός δ ηλίου φοίβη φλογί χροιάς αμείψεις άνθος” -στο βράχο όπου «θα σε καίει ο ήλιος και το δέρμα σου. θ” αλλάξει χρώμα, θα μαυρίσεις».
/“ή ποικιλείμων νυξ αποκρύψει φάος, πάχνην θ’ εώαν ήλιος σκεδά πάλιν”  -κι αν η νύχτα με τα ποικίλματα της το φως σκεπάσει ,την πρωινή καταχνιά πάλι ο ήλιος θα τη σκορπίσει.
Άδης από δω Ηλύσια από δω,σαν να με ξεναγούσε στο σκοτάδι και στο φως κι είχα μιά ηλίαση
με είχαν ρημάξει ηλιοτρόπια.
Μιά πέτρα που φλέγεται κάνει το κενό να γελάει
πυριτόλιθος που σπιθοβολά
φυτεύει φως.σπέρνει
κάνει το χώμα γαλάζιο ουρανό
σαν να λέμε τα χρυσαφένια αστέρια και τα ολοφώτεινα διαμάντια τροφό έχουν τη νύχτα ,τρέφονται με το γάλα του γαλαξία

βυζαίνουν φλοιό σημύδας