Της μιάς φοράς που ανθίζει

όπως

 

Απαγορέψτε τον άνεμο
υλικό κρότο που δανείζει
στο διάφανο
ώρες που γέρνει το σκοτεινό
πάνω στα βλέφαρα

Μες στη λαχτάρα του αλλιώς
άοπλος βαδίζω
κι όλα τα σκοτεινά κύματα
υποχωρούνε
χάνονται
απλά φάσματα στερημένα
την πρότερη ισχύ
Του αλλιώς που λαχτάρισα είμαι φίλος

Η σκαλωσιά που με κρατά είναι ρυθμός
στα μήκη των απείρων
πέρα από τέχνασμα
Ύπαρξη γεμάτα
φλογερά μάτια αγγέλων επισκοπούσαν
Του αλλιώς που ανοίγει μυστικά
όταν το άπειρο συντελεί μέσα μου
όταν γίνω ένα με την καρδιά της γής
πυρακτωμένο
δε θα είμαι κι εγώ φως;

Πεδίο μεταμόρφωσης

 
 
Γιατί οι νεκροί δεν έχουν χώρα μήτε τόπο
παρά ένα κομμάτι στην καρδιά μας στη γωνία την άτοπη
κι έναν πυρήνα στεναχώριας παράδοξα εντοπισμένης
Δε γίνεται άγχος των οστών το τρίψιμο στα μάτια της αγάπης
και όπου κλέβει ο θάνατος εκείνη βάνει δικό της χώμα και φράζει τις οπές
Όμως της διάψευσης το ρούχο το φόρεσε η προδοσία την ώρα που γεννήθηκες
κι ένα καρφί μπηγμένο στο κρανίο σου έγινε και ας δε σου καίγεται καρφί
γεννήθηκες με σπόρο από θάνατο και Βρούτο να σου θυμίζει τη σπoρά
Μανάδες που τα κορίτσια τους χτενίζουν λούζουν στο φεγγάρι
κι εκείνα δεν ξέρουν που γεννιούνται πεθαμένα
δεν ξέρουν που τα κοίταξε ένας άγγελος από την πύλη του θανάτου
ήρθαν ώρες σκληρές θα’ρθούν άλλες σκληρότερες
Μα δε θα δώσει ο ποιητής στους όχθους του θανάτου τη λαβή
θα τα ποτίσει πράσινο από το μαύρο πιο βαθύ
κι έτσι μια γλύκα από ποίηση με την καρδιά του ερέβους θα αναμετρηθεί

Υψηλή τάση

Σικελιανός

 

6

Υψηλή τάση

Είναι μιά απόφαση σωματική είναι κάτι που το κινεί νεύρο δεν έρχεται από παρακίνηση είναι η ίδια κίνηση,αφορμή,ορμή,γεύεται με ψυχή,κι ορμάει ψυχωμένα,Άγγελος.Αμλετική κράση σε ορέστειο λάκκο,ξαφνιασμένος απ’ το φως,του Φοίβου το δελφικό, σαν το φεγγάρι που το βρήκε η μέρα μαχαιρωμένο από μιά ακτίνα.

Ποιητικές στάσεις με ατρεμή άτεγκτη πνευματική ενατένιση , εξακολουθητικοί χρησμοί πέφτουν από το στόμα του,μαινόμενο,σκέψη και γλώσσα ένα,σαν να γράφονται για πάντα μα η χώρα δεν μπορεί να ακολουθήσει παρά βυθίζεται όπως τα ποτάμια της για να ξαναφανεί λίγο μετά.Ο ποιητικός όμως μένει στην ατμόσφαιρα ,δινείται μυστικά όπως όταν σχίζει τα σύννεφα αετός ήλιος.

Ποιητικό συμπαγές ,φωνή σε όλη τη σελίδα οι φτερούγες σε πτήση μέσα στο χώρο μέσα στο χρόνο μέσα στο χάος.Το ρυθμικό ανατρίχιασμα ,η μορφή του έσπευσε εκεί.Ενας σολωμικός αντίλαλος.Τώρα χωρίς μάλαμα της ρίμας κι όξω μέτρο,μα το ρυθμό η ψυχή κατέχει,έχει, και μυστικά ακολουθεί βαθιά.Κινείται αέρινα ο στίχος,με τον Σικελιανό ο ποιητής έχει έναν άλλο αγέρα μοιάζει το ποίημα σμιλεμένο με μόχθο πνευματικό, που ρέει κάτω από το στίχο όπως τα υπόγεια σε φλέβες νάματα.

Η διακήρυξη του ενηλικιωνόμενου-είχε υποσχεθεί ότι θα ιδρύσει θρησκεία όταν φτάσει στα χρόνια του Χριστού-, άρα γράφει ευαγγέλιο ,το πέμπτο.Δεν αναιρεί συνεχίζει παραλαμβάνοντας Διόνυσο και Χριστό.Μια λοξή αποφυγή των συγκρούσεων αλλά και μιά υπέρβαση.

Το τετράστιχο με τον εκτενή στίχο ,οκτώ σε κάθε σελίδα σαν για να σταθεροποιήσει τον πνευματικό βηματισμό.Η μορφική αναζήτηση του Σ. είναι επιβλητικότερη από κάθε άλλου μας ποιητή,με το ιερατικό του εξάλλου μένος και σθένος.Όπου το συγκέρασμα άπτεπται αδήριτα όλης της ιερής περιοχής και σε αποκαλυπτικό φυσικό τόνο.Σπεύδει και δρέπει επέκεινα σχεδόν με μιά φυσική πίστη και δεν του χρειάζεται άλλο.Του χαρίζεται ίαμα μειδίαμα βιωτής.Του αρκεί.

-Τί μελετάς ;

-Το θάνατο.

Σε εκατονεβδομηνταπέντε στίχους δωδεκασύλλαβους .Και τότε αναρωτιέσαι αποξαρχής για την ποιητική υπόσταση.

Τώρα κοιτάω ένα ψοφίμι στο κέντρο του,γαληνεύω.Ένα ψοφίμι είναι οι ρίζες του μεταφυσικού, ένα πέραν του θανάτου η ίδια η σήψη ,ο βίος σε αποσύνθεση η κατάλυση ο θάνατος με την ωμότερή του εικόνα .Τα μπλαβισμένα βάραθρα της σάρκας.Διδάσκομαι τη συναστροφή του ζωώδους πώς να μην αποστρέφομαι την σαρκωμένη υπόσταση ,και τι συνιστά η λύση της,η διαλεκτική του ζώντος ,το όν.Και δίπλα εκεί,πνευματικό βήμα.

Σ αυτό το φέρετρο αξιολογείται σύμπας ο ποιητής καθώς διασχίζει την πόλη του πλήρης φήμης και δόξης.Κάθε που πέφτει η αττική γη σε όποιους Έρουλους, ένα φέρετρο σχεδία σωτήριος διασχίζει την πόλη της παλλάδας ,το αττικό χώμα δέχεται τον ποιητή του.

Στην ποίηση το νέο είναι ήδη στην έναρξη ,εκείνη η στιλπνή γλώσσα όπως λεία βότσαλα από κοίτες ποταμών λευκά απο νερό, και παρυφές ηφαιστείων , καλδέρες,μαύρα απ τη φωτιά, υδάτινα πύρινα της σκέψης της γλώσσας χιόνι φωτιά κι αλάτι και θιάφι και θεϊκό

ο κεραυνός της γλώσσας η αστραπή της σκέψης η ένταση στα άκρα.

Με της Ιόνιας την καίρια φλέβα σχολής ακέραιος δίνεται στο στίχο κι είναι ονόματα σαν χρέος που καλούν, καστάλιος κύκνος,η πανοπλία της σιωπής στήνεται εν μέσω βιωτής.

*