Πεδίο μεταμόρφωσης

 
 
Γιατί οι νεκροί δεν έχουν χώρα μήτε τόπο
παρά ένα κομμάτι στην καρδιά μας στη γωνία την άτοπη
κι έναν πυρήνα στεναχώριας παράδοξα εντοπισμένης
Δε γίνεται άγχος των οστών το τρίψιμο στα μάτια της αγάπης
και όπου κλέβει ο θάνατος εκείνη βάνει δικό της χώμα και φράζει τις οπές
Όμως της διάψευσης το ρούχο το φόρεσε η προδοσία την ώρα που γεννήθηκες
κι ένα καρφί μπηγμένο στο κρανίο σου έγινε και ας δε σου καίγεται καρφί
γεννήθηκες με σπόρο από θάνατο και Βρούτο να σου θυμίζει τη σπoρά
Μανάδες που τα κορίτσια τους χτενίζουν λούζουν στο φεγγάρι
κι εκείνα δεν ξέρουν που γεννιούνται πεθαμένα
δεν ξέρουν που τα κοίταξε ένας άγγελος από την πύλη του θανάτου
ήρθαν ώρες σκληρές θα’ρθούν άλλες σκληρότερες
Μα δε θα δώσει ο ποιητής στους όχθους του θανάτου τη λαβή
θα τα ποτίσει πράσινο από το μαύρο πιο βαθύ
κι έτσι μια γλύκα από ποίηση με την καρδιά του ερέβους θα αναμετρηθεί
Advertisements