* ΤΟ ΘΕΡΙΝΟ ΗΛΙΟΣΤΑΣΙ Ο,ΤΙ ΒΡΕΞΕΙ Ο,ΤΙ ΣΤΑΞΕΙ

γλυψ

δεν θέλω γω του έρωτα τα τσαλοπατημένα μόν θέλω με το χάραμα να τραγωδείς για ημένα
στοιχημένο στα πέρπυρα
μελετάω το πεζογραφικό μας τώρα,μεχρι ν ανέβω στο δοκίμιο και στη φιλοσοφική μας πραγματεία ακέραιος όχι πανσέληνος αλλά απλά πραγματευτής,ξεγλωσσιάστηκα για σένα ώ Ελευθερία! (Καλβοσολωμός) καύλο λάλο ανάστημα,εκπαιδεύω τη γλώσσα μου γλείφοντας έναν έναν τους σπόνδυλους ναών τε σωμάτων άχραντων ώ Ελευθερία!φτού ξελεφτεριά
Απ όπου και ν αρχίσεις πάλι απ την αρχή θ’ αρχίσεις,λέει μια παροιμία,μόνο με τη γυναίκα ξεκινάς αγκαλιάζοντας τη μέση της και ξεκινάει το ατέλειωτο πανηγύρι του ψίθυρου καθώς σείονται οι γοφοί της στο ξάναμμα του εφηβαίου
——
Διαγραφές ,να μοιάζουν όλο και πιο πολύ τη μελανή καμπύλη της χελιδόνας μπροστά απ τα παράθυρά σου,να χτίζεται ο παρθενώνας μόνο με αυτές τις μελανές καμπύλες,μάτια ορθάνοιχτα κάτω απ το φρύδι το σαν χελιδονιού φτερό.
Α,δεν είναι δικό μου αυτό,είναι του φειδία,που όλο καμπύλες γεωμετρούσε το Ναό της Παλλάδας,
κι εγώ φυλλομετρούσα τα φύλλα του ρόδου σου ,ακριβή πολυτέλεια να πάω μέχρι το μεδούλι τον έρωτα σκίζοντας το γαλάζιο της ηδονής,ένας χάρτης,η χάρι της!χάρις
παραδωμένος στη γλυκειά δυναστεία της κοιλάδας των ρόδων
ρόδο ρόδο τον καημό σου κόβω αναρριχώμενη τριανταφυλλιά μου!μια κούπα δάκρυο σαν το νερό της θάλασσας πικρό κι αλμυρό και ιδρώτας απο τα μάτια σου κι απ του κορμιού σου τ’ ακριβά στα μάγουλα σου και στο σώμα σου που κύλησαν υλικά αγάπης σαν λύθηκαν τα μέλη δονούμενα
Όχι δεν έχει εδώ τέλος,ο έρως είναι ατελής έχει ατέλεια δεν τον πιάνει εφορία μόνο εύφορα φέρνει είναι το ευφορικό δίκαιο
Εδώ είναι οι επικράτειες της Αφροδίτης, ό,τι καταποντίστηκε αναδύεται από τα υγρά βασίλεια θαλάσσιας μοίρας,μελτέμια αιώνια φέρνουν με απόνια στα μπαλκόνια,λυσσομανάν και στα γδαρμένα ο αυλός μελωδεί υμνωδεί τις ανταρσίες της σάρκας,πρώτα εγείρεται η σάρκα, γιατί σάρκα του θα γίνει ο λόγος,μόλις τελειώσει το τραγούδι η σειρήνα και μέσα απ τη Χίμαιρα η Μαρίνα των βράχων στοιχειωμένη απ το κλάμα που γέμισε την κούπα της λύπισης
αποτινάζει το ρούχο του πένθους συνάζει τα παιδιά του ζέφυρου,παραδίνεται στα φιλιά τους σπάει το βαρύ φως ένα στεφάνι ευδία κι ένας χαλασμός χαράς αλαλιάζει την πλάση φως αγαπημένο την τυλίγει σταλμένο απ τον Άγγελο Σιλέσιο εξαγνισμένο ρόδο φωτός ρόδο χαρμονής χερουβικό εξάστερο ξάστερο ξαθέρι
αυτό θα πει να κάνουμε το σταυρό μας
έπεφτε το φως σαν λόγχη
επί του ικριώματος
όπως το επαναστατημένο κεφάλι στο καλάθι της γκιλοτίνας

έπεφτε το φως σαν λόγχη
επί του ικριώματος
καθώς το επαναστατημένο κεφάλι κυλούσε στο καλάθι κομμένο απ τη λεπίδα της γκιλοτίνας
Γλυκειά φρικίαση ,είναι ο οργασμός αυτό.Γι αυτό κατά τις εκτελέσεις αυτές που στηνόταν κάθε πρωί χαράματα ,πλήθος κόσμου έβλεπε την εικόνα του κι επειδή δεν τον έπιανε οργασμός όλη τη νύχτα κι αν έκανε σεξ,το πρωί με την εικόνα αυτή ,το ανοργασμικό πλήθος τον μεταλάβαινε αυτούσιο ,γιατί του είχε λείψει και η όστια.Οι εκτελέσεις ήταν τελέσεις και ολίγον τι λιτανείες χωρίς ιερείς, στη θέση τους πολιτικοί επιστήμονες ταμένοι στο ανώτερο όν ,πότιζαν το θηρίο αίμα.Τα καθεστώτα εδραιώνονται με θυσία Ιδρυτικών θυμάτων.
Ο έρωτας δεν είναι φρου φρου η Σαπφώ το ξέρει άντε δυο τρεις ακόμα,
η Διοτίμα θα το πει που είναι της μοίρας η κλητή
ο Σωκράτης όταν μιλά γι αυτό,καλύπτει το πρόσωπό του με το μανδύα του,και δεν λέει κάτι δικό του,Αλλά τί τον δίδαξε η Διοτίμα,είναι η κορύφωση του Συμποσίου,τα λόγια της με το στόμα του Σωκράτη με την πένα του Πλάτωνα με την αφήγηση του ..Απολλόδωρου,( Ο Απολλόδωρος άκουσε τη συζήτηση από τον Αριστόδημο, ο οποίος συμμετείχε στο συμπόσιο, και πιθανότατα ο Πλάτων έλαβε γνώση των λεγομένων από τον αδερφό του ή από τον ακατονόμαστο φίλο).

έπεφτε το φως σαν λόγχη
επί του ικριώματος
μια κούπα κώνειο
μια κούπα όλβιο των ερώτων σου ποτό σαν με κερνάς το ακριβό σου !
——————–

Ο μύθος της Διοτίμας (201d-212c)

-Καλά, Σωκράτη, δεν γνωρίζεις, είπε γελάσασα η σοφή Διοτίμα, ότι ο Έρως είναι παιδί του Πόρου και της Πενίας!
– Μα γι΄αυτό ακριβώς ήρθα μέχρι τη μακρινή Μαντίνεια, Διοτίμα, γιατί έχω ανάγκη από δασκάλους.

Την ώρα λοιπόν που γεννήθηκε η Αφροδίτη είχανε τραπέζι οι Θεοί και οι άλλοι και ο γιος της Μήτιδος, ο Πόρος. Όταν πια αποδείπνησαν, καθώς δα ἠτανε συμπόσιο, ήλθε για να επαιτήσει η Πενία και έστεκε στις θύρες. Ο Πόρος τότε μεθυσμένος από το νέκταρ, γιατί κρασί δεν ύπαρχε ακόμα, μπήκε στον κήπο του Διός βαρύς-βαρύς και αποκοιμήθηκε. Η Πενία λοιπόν έχοντας στον νού της, εξαιτίας που ήταν άπορη, να κάμει παιδί με τον Πόρο, ξαπλώνεται κοντά του και συνέλαβε τον Έρωτα. Για τούτο δα έγινε και της Αφροδίτης συνοδός και δούλος, γιατί γεννήθηκε στα γενέθλια εκείνης και ακόμα γιατί από φυσικού του είναι εραστής της ομορφιάς και η Αφροδίτη είναι δα όμορφη. Επειδή λοιπόν είναι του Πόρου και της Πενίας γιος ο Έρως βρίσκεται σ΄αυτήν εδώ την κατάσταση. Και πρώτα – πρώτα είναι πάντα φτωχός και κάθε άλλο παρά απαλός και τρυφερός, όπως νομίζουν οι πολλοί, αλλά σκληρός και ακατάστατος και ανυπόδητος και άστεγος, πλαγιάζει πάντα χάμω και χωρίς στρώμα, κοιμάται στην ύπαιθρο, στις θύρες και στους δρόμους, έχοντας της μητέρας του τη φύση, πάντα με τη φτώχεια σύντροφος. Και κατά τον πατέρα του πάλιν είναι επίβουλος στους όμορφους και στους καλούς, όντας ανδρείος και φιλοκίνδυνος και σφριγηλός, δεινός κυνηγός, πάντα πλέκοντας κάποια σχέδια κι επιθυμητής της φρόνησης και είναι άξιος και να εύρει φιλοσοφώντας σ΄όλη του τη ζωή, δυνατός γοητευτής και φαρμακευτής και σοφιστής. Και ούτε σαν αθάνατος είναι από τη φύση του ούτε σαν θνητός, αλλά μέσα στην ίδια ημέρα πότε ανθίζει και ζη, όταν εύρει αφθονία, πότε πάλιν πεθαίνει και πάλιν ξαναγεννιέται, γιατί το έχει από τη φύση τού πατέρα του. Και ό,τι κερδίζει πάντα το χάνει έτσι που μήτε άπορος είναι ποτέ ο Έρως μήτε πλούσιος. Και πάλιν είναι ανάμεσα στη σοφία και στην αμάθεια [201d]..[2]

Advertisements