ένα κλωνάρι ερωτιά

να διψάς διψασμένη μου γαζέλα νάρχεσαι
το μουσκεμένο σου ρόδο να σχίζω
απ τα άνυδρα χείλη σου να τρυγώ το μέγα μέλαν ύδωρ του φιλιού σου
πανθέρα μου ατελείωτη
να σμιλέψω απ τα χείλη σου απ τη φωτιά σου, τα καυτά που θεμελιώνουν στη νύχτα τους πόθους
φρέσκια να κόβω το φιλί σου
σε έρωτες να σε γδύνω μέχρι εσένα
ένα
φύλλο συκής παλάμη να κρυφτείς ,να φανερωθείς
στο χέρι μου
που σε χαϊδεύει να γίνεις περβόλι να σε τρυγώ
κίτρα οπώρες
οι ρόγες κάτω απ το αμπελόφυλλο
να μεθά το στόμα στη σκοτεινή σου αλόη
βαθιανασαίνεις ριγείς
ανατριχιάζουν οι λεμονιές κιτρινίζουν
κόβω λεμόνια από χάραμα
πικρολέμονα σαν το φιλί σου ηδονικά

η αρχαία νύχτα γύρω μας σου ψιθυρίζω
την αγκαλιά σου θυμάμαι στο όνειρό σου κοιτάμε
*
κοίτα με νύχτα που σε παίρνω
κόκκινα χείλη πιο κόκκινα θέλω
στο πιο κρυφό σου σε αγγίζω ριγούν τα φύλλα,
ανατριχίλα,φίλα όσο θες φίλα

κι ήταν η γάμπα που έφεξε μια στάλα
και κατεβήκαμε αφού ανεβήκαμε τη σκάλα

κι είναι ο Σεπτέμβρης τοίχος κήπος ανοιχτός