νύχτα έξεων-(σονέτο)

Σου δίνω το χέρι μου πάνω από την ταφόπλακα
που η κάθε μέρα κεντάει το όνομά της
με το πέρασμά της.

Αν θέλουμε να νικήσουμε είναι επειδή θέλουμε
να δικαιώσουμε όλες τις γενεές του παρελθόντος
σπάζοντας τα δεσμά του χρόνου.

Ερωτικός στεναγμός γιατί αυτά τα φύλλα
είναι της γλώσσας και οι ερωμένες λυγίζουν

μαζί με το κλαδί στον άνεμο σαν ανάσα ερωτική
στην κλίνη στου εραστή το πλησίασμα.

***

#Από την ώρα που έμαθα ότι η τελευταία σταγόνα ξεχειλίζει το ποτήρι,
το αδειάζω άσπρο πάτο προσπαθώντας να πιώ αυτή τη σταγόνα.

Advertisements

Η ζωή των λέξεων

Τόσοι θεσμοί γύρω από το ποιητικό
πολλαπλασιάζουν τους θανάτους της.
Στον πλήρη αφανισμό της ,η ποίηση,
θα λάμπει.

Συνέβη με το είναι όμως αστράφτει άφαντο.

Σαν δυό πέτρες,αυτά,χτυπάνε μες στη νύχτα.
Η σπίθα τους τονίζει τα σκοτάδια βαθιά
στην καμπή του κόσμου.Είναι
όπως πίσω από το γόνατό σου
διαρκής ευαισθησία.Είναι
όπως τέντωμα τόξου.

Θα φύγουμε απ τα λόγια,η πράξη θά ‘χει φαντασία ,
την ομογάλακτη αδερφή του ονείρου,
γλώσσα δε θα πάψει να γυρεύει ελευθερία.

Το ίδιο κύμα γύρω από τον ίδιο βράχο
μέχρι να γίνει άμμος πάνω της να κυλιστείς.

Μιλιέσαι η λέξη ανοίγει τα χείλη.
Σαν φώ μπιζού το δάκρυ σου.
Νυχώ,
κοπέλα σκέτη νύχτα
σχήμα φιλιού, εκφραστικό εαυτό μιλάς.
_______________

ροδΗρώδη

Γυναίκες, απαιτείστε, η μπίλια γυρίζει γύρω σας.
*
Οι προτιμήσεις μου είναι ηθικού βεληνεκούς με το οντολογικό νόημα του ηθικού

ως στόχευση θηλυκού :
Σε ποτίζω νερό του Ηρώδη πετώ στο κρεβάτι σου ρόδι
ξεφυλλίζω τα φιλιά σου μέχρι την τελευταία σελίδα
από το τριαντάφυλλό σου στόμα
που κλείνει μετά σαν μπουμπούκι

και ξεχειλίζει με την τελευταία σταγόνα μέλι του φεγγαριού
*
στο φιλί
ένας κόσμος στα χείλη σου γραμμένος

μελτεμάκια

Στου amore το ανηφόριΣυνάντησα της Καλυψώς τα χείλη
Τα μάτια της πάνω στο κύμα οι φοινικιές είχαν χορό
Κι οι εντυπώσεις ήταν πρίμα και των κυμάτων βουητό
Μέσα απ του ανέμου το κοχύλι στης άνοιξης το μεσοφόρι
Σε κύκλωνε το ξεροβόρι στο βούτημα του φεγγαριού

Οι φοινικιές τρελοχορεύαν το κύμα άλλαζε πουκάμισα
Κι εσύ ντυνόσουν το φεγγάρι σκίρτησε σκοτεινό λαγκάδι
Η ρεματιά φωτίστηκε ένας υμένας σκίστηκε
Τη χλόη πλημμύρισε φωτιά.Πέτα αϊτέ Πέτα γυναίκα του αϊτού
Πέτρα γιαλού πρόκληση για το κύμα ο ήλιος κύλησε στις ιτιές.

Η ΓΚΟΛΦΩ ΣΤΑ ΕΛΗ

Σα θα το βάλει στο παχνί Σα μπει ακμαίο στο παχνί
Του αλόγου το ποδάρι (πυρρό φαρί ποδάρι
ο αστραπιαίος καβαλάρης την οπλή)
Κι ύστερα φύγει και χαθεί στις πέρα βοσκές
Θα μείνει η πίκρα σου βουβή βάρκα που σαλπάρει
από μαύρες αμμουδιές.
Το σπάνει η Γκόλφω το σταμνί Η αγάπη είναι ασθένεια
Κάνει τα χέρια της χωνί Δέηση σε νύχτα χωρίς αστέρια
Πέφτει μες την παραφορά ο κόσμος δεν την αφορά

Η πιασμένη αγάπη είναι χαλί στρωμένο
Είναι εργασμένο μάρμαρο νήμα βαμμένο.

Κάμποι που για νερό διψάνε Ψάρι που αντέχει στο βυθό
Η αυλακιά φύτεμα θέλει Διψάν σπαρμό Τα λαγγεμένα της λαγόνια

Ή Γκόλφω στενάζει στα έλη ,η καρδιά
σα δοθεί όλη μια φορά για πάντα δίνεται
κι αν το θολώσεις το νερό δεν πίνεται

Των εραστών μεστό λαγκάδι το βόσκει τρυφερό ζαρκάδι
Ανακαινίζονται βαθιά νερά δροσίνια αστράφτουν φεγγερά
Χρυσές οι κούπες των σωμάτων φέγγει το νέκταρ των στομάτων
Χορεύουνε τρελά οι φερομόνες μυστικά ευλογούνται οι κρυψώνες
Στη μουσική τους αιθερία υπεροχή, δαμάζονται παλιά και νέα θηρία
μαύρων κήπων και στεγνών ευωχία ανατάσσονται σε θερμή ωχεία
Ή κάψουλα του βαθύ θώρακα ξετιλά το μαύρο φτερό του κόρακα
Η φλόγα σα κορώνα ψήνει κόρο βυθών η αρραβώνα
Στης αγάπης τον αδιαπέραστο κύκλο πλήρες και ευφραντικό ανεβαίνει το σίκλο
Σύγκλαδο πλεκτό τα μέλη ιερωτάτη έλευσις, άβατη θυμέλη
Βάλσαμο ιερών καρδιών χορός συμπάντων των σφαιρών
Καίνε το κεχριμπάρι τους πλούτος στο αμπάρι τους

Η πιασμένη αγάπη είναι χαλί στρωμένο
Είναι εργασμένο μάρμαρο νήμα βαμμένο.

Θεοβάδιστο πόδι, φλουρί πουλί λεβέντικο
Ένα ιδρωμένο σύννεφο στης ρεματιάς τον έβενο
νερό θα στάξει από τον κόπο των κορμιών
Έκανε να προκόψει του ονείρου η κόψη η πλάση θα πλαντάξει
Τα σουσούμια του κορμιού της είναι μόνο για κείνον Μόνο για τα μάτια του
Ένα κοράκι δεν μπορεί να της κρύψει τον ήλιο
Στη σπορά του εφήμερου: Αστραπή και ξελόγιασμα

Η πιασμένη αγάπη είναι χαλί στρωμένο
Είναι εργασμένο μάρμαρο νήμα βαμμένο.

Στάζει φωτιά απ τα πέλματά της
Ο μυστικός γάμος είναι αγκρέμιστος
Σαν το νερό που πέφτει στους γκρεμούς
Και δεν τσακίζεται
Έχει την τόλμη αγκαλιά παραδομένη με κατάνυξη
Πίνει αστραπές και φλέγεται σαν ο πεύκος
Που τον χτυπάει κεραυνός την άνοιξη
Το χέρι ψάχνει για μεδούλι
Το στόμα στο κενό του κόκαλου
Το αίμα φυσάει
Οι πληγές κάναν περβόλι
Τώρα αυτό το ξέρουν όλοι.

Η πιασμένη αγάπη είναι χαλί στρωμένο
Είναι εργασμένο μάρμαρο νήμα βαμμένο.

Είχα την αγάπη της φίδι κολοβό
Ήταν εδώ ένας μελαχρινός θεός
Γι αυτό τις σιγανοπαπαδιές να τις φοβάσαι
Είναι βαθιά πηγάδια

Είναι η αγάπη φίδι κολοβό

Ποιό ρόδο κόβω, ποιάς ρίζας άρριζης;
Χόρτα δεν πιάνει η αγκαλιά και χόρταση δεν έχει
Φωτιά τα βάζει με φωτιά όποιος φιλί αντέχει
Μεταξένιο σάβανο θα μείνει το κουκούλι
ρούχο φθοράς της σάρκας το κουρέλι
Η πεταλούδα θα πετάξει

Είναι η αγάπη φίδι κολοβό

Τέρψη ματιών και της καρδιάς
Αλλά και την εκδίκηση είπανε γλυκιά
Όλοι το ξέρουν μια γλύκα άλλη σκεπάζει όποια μιση
Κι έχει φωτιά υψικάμινη δώρο από φύση

Είναι η αγάπη φίδι κολοβό

Ο,τι ονείρου αναμονή στα σκοτεινά είχε ετοιμάσει
εικόνα ξεμαγεμένη ολόγυρα από φωτεινά χράμια
Φεύγει θεριό απ’ την αγκαλιά το είχανε δαμάσει
Συννεφοκέλης λαμπερός τους πάει στα ουράνια

Την εποχή που τα παραθύρια γελούσαν
Που το περβάζι της λιανής κοπέλας
το φώτιζαν βασιλικά Τότε οι ματιές κεντούσαν,
κι οι σαϊτιές δεν ήταν μόνο του αργαλειού χαρά.
Οι στάμνες ξεχείλιζαν το αμίλητο νερό
ασήμια θεοδιάβαστα Γκρέμισε τώρα, καιρός
πολυκατοικίας, το βλέφαρο της κοινότητας.

Είναι η αγάπη φίδι κολοβό

ΧΟΡΕΥΤΑ

Ακέρως, ακαίρως έρχεται ο έρως
σε σκοτιδιασμένο μέρος
τρελοί της Λέρου εμείς
της τρελογιορτής οι χαραμείς
Λικνίσου εδώ κάτω απ’ του πλάτανου τα κλώνια
Σκορπίσου εδώ αλώνισε του χάροντα τ’ αλώνια
Χόρεψε της φτέρνας ο τροχός να σπινθηρίσει
Άσπρο πάτο μυστικά η γλώσσα να ψιθυρίσει
Μεδούλι αίμα κόκαλο η φωτιά να φλογίσει
Πικροδάφνης δροσιά θα τα ευλογήσει
*

#πήγαινε να γίνει μια σάτιρα ,δοκιμή ήταν φυσικά#

Μέρα αποφόρτισης

Νησί από κιμωλία
μουσικοί τραγουδάνε στο μυλοπόταμο
πειρατές έρχονται νύχτα με τις φωτιές
στην παραλία των κοριτσιών
θα σε προδώσουν.

Ο,τι συμβαίνει με τον άνθρωπο ψυχή το λένε

ένοχος αθωότητος

http://cantfus.blogspot.gr/2017/11/blog-post_43.html

tasos-leivaditis

(Τα δέντρα που κόπηκαν γι αυτή τη συλλογή έχουν αφήσει ορφανό τον άνεμο)

Περνά αθόρυβα μην τους τρομάξει καθώς αποκοιμούνται στην κρεμάλα και κόβει τα σκοινιά.Κάτω από την απλότητα ο ψυχισμός, γιατί και ποιητής και αναγνώστης είναι ιδιοτελείς. Εμείς ληστές είμαστε μην ψάχνεις για Χριστό, τον Εσταυρωμένο, πώς να σταυρώνεις την αθωότητα σταυρώνοντας ένα ληστή;

Προχωρώντας την ανάγνωση, σιωπηλά ακούς να μιλά κάτω απ’ τους τοίχους η συνείδηση του Μεταξουργείου. Πυκνά βιώματα με του λαού το βήμα. Και βλέπεις πόσο σιωπηλά δέχεται την πίεση του κόσμου. Πόσο θέλει να μιλήσει του κανένα τη διάλεκτο. Σαν να έχει πιεί του Σωκράτη του Αθηναίου το ποτό, κάθε νύχτα κώνειο.

Πιό πολύ εδώ τον εμβόλισε το μάταιο, οι άδοξες πράξεις και υπάρξεις. Ξεβολεύει τον καθιερωμένο κόσμο γύρω του. Χίλιες φορές το αφόρητο. Μέσα στη σύγχυση πρόσωπα κι αντικείμενα γίνονται ισάξια, έτοιμα να τα προσπεράσεις μα τα παίρνεις μαζί σου. Στοιχεία.

Μην περιμένετε νάχει συνοχή ο παραλογισμός των λέξεων, έχουμε τόσο τρομάξει που η πένα τρεκλίζει στα δάχτυλα σαν το σακάτη ανάμεσα στα δεκανίκια του πράξη που τον κάνει ακροβάτη. Αυτό το παράλογο τού το επιβάλλει ο κλοιός της πλατείας Κουμουνδούρου. Αυτό το πηγαινέλα της μαγικής του πόλης που διψά μέσα στη σκόνη μέσα στα χωματένια σπίτια δίπλα στο μαγκάλι, μιά Αθήνα αλλιώς.

Με το ασυνάρτητο σαν να θέλει να ταιριάξει τα σπασμένα κεραμίδια σε στέγη που στάζει μα είναι μάταιο. Η βροχή βρίσκει να μπεί.Το κοινωνικά άδικο είναι άμετρο αδιάλειπτο. Όνειρα κάτω απ τη φτερούγα του ύπνου, κάτι ξέρουν τα πουλιά που εκεί καταφεύγουν κρύβοντας το κεφάλι τους.

Συντροφιά με το αλλόκοτο, έστω στις λέξεις, για ν αντέξει το απόκοσμο. Ως άνθρωπος του άστεως, τίποτε δεν τον σώζει. Όπου να κοιτάξει είναι τοίχοι και τον διώχνουν, δεν δέχονται το βλέμμα του, δεν δένουν στο βλέμμα του. Η πόλη αναζητά μόνη της θεό. Είναι σαν μιά αγρύπνια στο τίποτε που σε σπρώχνει όπως άνεμος το σύννεφο να βρέξει ή να χαθεί πέρα απ τα βουνά βαθιά στον ουρανό. Σφηνώθηκα μέσα στις σελίδες του Χρυσού οδηγού (που δεν μπορεί να γίνει οδηγός για χρυσό), μες στους ανώνυμους να αφανιστώ, ψύλλος στ’ άχυρα. Ο ποιητής μαθαίνει απ’ τον κλέφτη πώς να κλέβει από τη λέξη νόημα κι άλλο νόημα:

Οι πεθαμένοι μου, σκιές, έρχονται μου θυμίζουν πόσο πολύ υπάρχω, ιδίως τις νύχτες, κι ακούω τ’ακρογιάλια. Να τι παρέχουν οι νεκροί, ένα βαθύ αίσθημα του υπάρχω με τη βαθιά τους απουσία. Με τις δυσκολίες μου μηνύουν οι θεοί τα καλλίτερα για μένα, είναι ο πλούτος μου, -αν και μονοθεϊστής, και το πλήρωσε ακριβά, αταξικού μέλλοντος. Δυσκολεύομαι άρα οι τοίχοι του δωματίου μου πλησιάζουν σαν μέγγενη. Μόνο έτσι θα σωθώ.

Όταν συνειδητοποιείς ότι σ’έριξαν σε μια υπόθεση ανυποψίαστο, σαν βγείς από το χιμαιρικό ο τρόπος να φωνάξεις γίνεται υστερικός, κι ανακαλύπτεις σαν ξεχασμένα τα αυτονόητα.

Στον παγανισμό κατέφυγαν οι νεοκλασικιστές, στο γοτθικό ο ρομαντισμός, και ώ τι περίεργο, ο υλισμός χώρο έχει τον προφητικό κόσμο, αρχομένου υπό του θεμελιωτή του, ξεκίνησε σαν φάρσα στη γερμανική ιδεολογία, κατέληξε τραγωδία στου κανενός το ρόδο από στάχτη. Δεν μπορούμε να εξεικονίσουμε το μυστήριο αλλιώς. Η ύλη ονειρεύεται με σύμβολα βιβλικά.

Και άξαφνα τον καταλαμβάνει το θαύμα, μέσα στην παιδική του αφέλεια αρχίζει πραγματικά να ονειρεύεται ξηλώνοντας το όραμά του κάνοντας χαρακιές στο απροσδόκητο αθέλητες, τον παρασύρει του χαρακτήρα του το ίδιον, και η ποίηση δε θ’ αργήσει νά έρθει.

Η πιό στιγμή του:Τα μοναχικά ποιήματα.

Το ποίημα πάντα είναι μιά υπόσχεση για καλλίτερο ποίημα, κι απ’ αυτό έρχεται ,επειδή θέλει να ξεκινά από το μέλλον να κατευθύνεται εδώ που το παρελθόν φεύγει, σαν για να το συναντήσει. Αυτό είναι η παράδοση. Βγαίνεις απ’ τη σκιά της προκατάληψης και όλο το βιωματικό ζείν σ’ αρπάζει, το ζεις.

Συναντάται με το Ευαγγέλιο γιατί είναι το πιο υλικό πράγμα. Κι έτσι πολύτιμο χρυσοντυμένο, κλείνει εκεί χιλιόχρονη μνήμη, κλείνει διαβάσματα πάνω απ το κεφάλι των νεκρών, μεγάλη λάμψη κι ακούμε τα βήματα.

Πρέπει να είσαι οι ράγες για να είσαι τόσο απαραίτητος στα τραίνα, και για να γίνει ένα πράγμα πουλί πρέπει να κλωσσηθεί στο αυγό του, αλλιώς δεν πετά. Η νοσταλγία είναι από ύλη, διάβασα για τη μοίρα μας στο τυφλαγκάθι, την επαλήθευση πως τα όνειρα είναι όνειρα, τη δίνει η ίδια η ζωή, συμβαίνει το δράμα ακριβώς εδώ δίπλα, δεν θα το συναντήσεις, αν δεν σου συμβεί

η νοσταλγία για το αόρατο.

Γιατί αν δεν σου αποκαλυφτεί ο ποιητής στη σοβαρότητά του κι αν δεν αδιαφορήσει για πόζες δύσκολα θα φανερωθεί.

Πόσο ευτυχής σαν που νιώθεις ότι έρχεται με μόνα υλικά τις φράσεις του τόσο γυμνές λες και του δωρήθηκε το μυστικό ατόφιο.

Θα καταφέρει να σε κερδήσει με την ανάγνωση, αφού το νιώσεις πως με τίποτε πάει στην ποίηση καταξοδεμένος, κι η φωνή του πάει ίσια από κοχύλι, κι αρχίζει τώρα να γίνεται αλήθεια Λειβαδίτης, κι ένα λιβάδι ετοιμάζεται να δεχτεί να το διασχίσει διπλασιάζοντάς το στο άπειρο.

Πού οδηγεί αυτός ο δρόμος Αρτύρ, η οδός Αβυσσηνίας, κι αυτά τα όπλα που πουλάς ποιούς έχουνε σκοτώσει, και πόσους ακόμα θα σκοτώσουν; Τι θέλει αυτός ο κόσμος Αρθούρε;

Κι αν αγαπήσαμε ήταν για τη ζωή.

Μόνον ολόκληρον μαντεύεις τον ποιητή. Ποτέ από σπόντα.Κι ύστερα προβάλλει με την αλήθεια του, αυτή δίνει του στίχου ομορφιά. Κι όπως λέει ο ίδιος, ας αφήσουμε στον αναγνώστη την αποκάλυψη.

Αν αγαπήσαμε ήταν ζωή.

*

Λειβ

Χρειαζόμαστε τη λέξη να λέει.»Ο λόγος φανερώνεται στο λέγειν».

Έκτωρ Πανταζής

Μαύρο Γεράκι

https://cantfus.blogspot.gr/2017/11/blog-post.html?spref=fb

-Υπάρχει ένα κατάμαυρο πουλί [….] όπως κάνουν όλα τ’ άλλα πουλιά..μοναδικό χρυσό φτερό»,.. σοβαρή χάρη του χρωματισμού, ανείπωτη γλύκα της φωνής, ..ρυθμικές κινήσεις του χρυσού φτερού. Δε φεύγει ποτέ μπροστά στον κίνδυνο […]όπως κάνουν όλα τ’ άλλα πουλιά-

Ο Γονατάς, εστιάζοντας στο μαύρο, φέρνει κοντά το χρυσό, με ανακίνηση των ρημάτων του δημοτικού τραγουδιού, δημιουργεί ένα ρήγμα στην τρέχουσα οπτική των χρόνων του. Υπόρρητα αυτό, σαν να βγαίνει από το ασυνείδητο, είναι ένα σκάμμα στα σπλάχνα του σουρρεαλισμού, για αθλοπαιδιές γλωσσικές.

Φτιάχνει κάτι από χνούδι γλώσσας, χνούδι από μάγουλο παρθένο κορασίδος. Σαν να κάνει μια περίληψη με την έννοια του περιλαμβάνω, από σελίδες Εμπειρίκειες, από αυτό που εννυχεύει στου Σοφοκλή τα λυρικά χορία

ο διανυκτερεύων λόγος

Πεζοποίημα, αλλά που θέλει να είναι κάτι διαφορετικό από ποίημα, θέλει ταυτόχρονα να είναι παραμύθι τεχνολογία τυπογραφική, πεζογράφημα και νερογράφημα μαζί. Γράφει πάνω στο νερό. Διαβάζεις με ανακούφιση σαν στα παραμύθια, και ταυτόχρονα βυθίζεσαι σε ένα κόσμο πλασμένο, δημιουργημένο, που σε αναπαύει. Μεταβάλλον αναπαύεται*. Σε αναπαύουν και τα επιμελημένα, με μεγάλη έγνοια να είναι έντεχνα, να φέρουν μέσα τους την υλική τους τέχνη, τυπογραφικά δοκίμια.

Αρχετυπείο ο ΓΟΝΑΤΑΣ. Έφτιαχνε τεχνολογικά γλυκίσματα στο φούρνο του τυπογραφείου, και τα σερβίριζε σε βιβλίδια, που ήθελε ο αναγνώστης να τα καταπίνει, όπως ο Ιωάννης της Πάτμου κετέφαγε το ειλητάριο που του έδωσε η Μορφή, ως κηρίον αποστάζον μέλι. Από αυτή τη μορφή αντλεί. Κεραυνωμένος πάτμια κράματα. Από το Ιδού! Θεϊκή προσταγή της μούσας. Θέλω να πω, Ήθελε να έχει το γραφτό του έναν αποκαλυψιακό τόνο, και ρυθμό, χωρίς να έχει ακριβώς θεολογικές αποχρώσες. Αλλά αποχρώσεις να έχει. Αρχετυπικώς. Πόνταρε πολύ στο μελάνι και το χαρτί. Και τη χαρακτική. Είχε ένα τακτ. Ψηλαφούσε με τέχνη, ένιωθε το χέρι στα τυφλά το γράμμα στις γλυφές. Σεβόταν το γράμμα. Ήθελε το θαύμα να συμβαίνει στη σελίδα του, αδιόρατα ή αν θέλεις με το αποτέλεσμα, να προκαλείται στον αναγνώστη. Σ’ αυτό το θαύμα πίστευε. Αγαπήθηκε. Δεν είχε εχθρούς.

Δούλεψε αυστηρά, σαν αλχημιστής που ήθελε να φτιάξει χρυσάφι, έστυψε νου και γλώσσα και τα μέσα του, ήταν άγιος με θεότητα τη γλώσσα, την τεχνολογία της, υπήρξε τεχνολόγος (με τη λογοτεχνική έννοια) αγάπησε το επίθετο όπως ο χρυσοχόος το επίχρυσο, γιατί αν το επίθετο επιχρωματίζει εκείνος επιμεταλλώνει. Το αργυρό, ήταν το στοιχείο του, το ασημικό. Σαν η σελήνη ήθελε να ρίχνεται στο νυχτερινό κόσμο με το λόγο του, να φωτίζει με ένα χρώμα, σκιάζοντας, προκαλώντας ρίγος, το ρίγος της νύχτας στων κοριτσιών τα όνειρα.

Είναι εικόνες που δύσκολα εξαφανίζονται από τα μάτια του νου ή εντείνονται, για κάποιο λόγο κι αυτό που μένει είναι η περίσσειά μας, το βάθος είναι ασύνειδη, ακούσια, αθέλητη, μνήμη και ανακαλείται από κάτι απρόσμενο.Το βούτημα ενός μπισκότου στο τσάι ( ή στο σκότος αν θες, σε μιά τρικυμισμένη περιοχή από πυκνό συναίσθημα και το αναδεύει σαν κουταλάκι τη ζάχαρη). Αναδεύω το σκοτάδι σου κι όλα σου τα κρυφά προβάλλουν βγαίνουν σαν αφρός, Σε καταχωρώ στην ελίτ .

Γκόμενα μαυρομάτα η πένα σε βγάζει ασπροπρόσωπο αν τό’χεις, μιλώ μεταφορικά πάντα. Μιλώ για το συγγραφέα, τη μεταφορά. Είναι ο μόνος λόγος που σώζει. Η γλώσσα είναι ήθος όπως και η σκέψη.

Δεν αναζητά ύφος, γιατί η γραφή του είναι ήθος. Ένα βαθούλωμα ανεπαίσθητο στη σελίδα εκτρέπει τα νομήματα στην τρυφερή κοίτη που απεργάζεται στο μυστικό εργαστήρι των τύπων. Ψαύει επί τον τύπο των ήλων, στάγματα, και τα βρίσκει. απορρέει από ενδιάθετο ήθος πηγή του ύφους του. Είναι ίδιας κοπής με το συνοδοιπόρο του στα πάτμια κελεύσματα Παπαδίτσα, που ήταν ψυχίατρος στη Λέρο και έκανε από εκεί συχνά επιδρομές στην Πάτμο όπου κεραυνώθηκε, το ίδιο στους Δελφούς, ήθελε να νιώσει από πού έρχεται ο Λόγος, για τον Ιωάννη και για τον Ηράκλειτο, ξεκίνησε μαζί με τον Κακναβάτο καταγόταν απ τη Σάμο όπως και ο άλλος μέγας ο Γ. Θέμελης, αγριοτριανταφυλλιά αναρριχώμενη μέχρι των κοριτσιών τον ύπνο.

ξετυλίγεται σαν χαρτί υγείας, αλλά και κουζίνας να είναι και χειρουργείου , -είναι τάχα πιό τυχερό-,

η ψυχική ζωή των,

που γιορτάζει ανάψτε της κανένα κερί

——————————–

είναι εδώ μια πτυχή, νοστιμίζει το φλερτ με αυτό το νόημα_νόμημα σε προκαλώ προσκαλώ</strong>

****

Το είδωλο

Υπάρχει ένα κατάμαυρο μεταξωτό πουλί, μ’ ένα μοναδικό χρυσό φτερό στην ουρά του.

Όταν προβάλλει η αυγή, κίτρινη, μετανοιωμένη στα περιβόλια πίσω απ’ τις μουσμουλιές ή όταν αρχίζει το σούρουπο ν’ απλώνει τις γαλαζοκόκκινες σκιές του στις άπατες λαγκαδιές, τότε το πουλί, που φωλιάζει στις πέτρες των έρημων λιβαδιών, βγαίνει απ’ την τρύπα του, ξεχύνεται στο δάσος με τα κουδούνια – το χνούδι του ζαλίζει τα λουλούδια. Είναι το φόβητρο των μυημένων κυνηγών. Στη μουσική των φτερών του υποχωρούν τα βήματά τους.

Δε φεύγει ποτέ μπροστά στον κίνδυνο, δεν αφήνει ποτέ τη θέση του, δεν κρύβεται ποτέ απ’ τα μάτια των εχτρών του ταξιδεύοντας τυλιγμένο σ’ ένα πράσινο φύλλο, όπως κάνουν όλα τ’ άλλα πουλιά

Μετριούνται στα δάχτυλα οι κυνηγοί που μπορούνε να παινευτούν ότι το είδαν δυο-τρεις φορές ολάκερη τη ζωή τους. Αλλά ούτε ένας ταριχευτής σπάνιων πουλιών δεν καυχήθηκε ως τα σήμερα πως πλούτισε μ’ αυτό τη συλλογή του.

Τη στιγμή που είναι έτοιμος πια να τραβήξει, βλέπει με φρίκη, στο κλαδί, στο βράχο ή στην πεζούλα του ξεροπήγαδου, το ίδιο κατάμαυρο πουλί να τον κοιτάζει, αυτή τη φορά μ’ ένα αλλιώτικο βλέμμα.

Αλλοίμονο σ’ εκείνον που χωρίς να ξέρει συναπαντιέται οπλισμένος, για πρώτη φορά μαζί του. Τον προσκαλεί να πλησιάσει με τη σοβαρή χάρη του χρωματισμού του, με την ανείπωτη γλύκα της φωνής του, με τις ρυθμικές κινήσεις του χρυσού φτερού του. Ο κυνηγός ανυποψίαστος φτάνει κοντά, σημαδεύοντας πάντα με υψωμένη την καραμπίνα κατά πάνω του και το δάχτυλο σταθερό στη σκαντάλη.

Πού τα ξέρει αυτά τα μάτια; Πού τά ’χει ξαναδεί αυτά τα μαλλιά; Πού τα θυμάται αυτά τα πολύ γνώριμα χαραχτηριστικά που είναι αντικρύ του;
Όχι δεν κάνει λάθος.
Στο μαύρο κορμί του πουλιού, στη θέση του κεφαλιού του, βρίσκεται τώρα κολλημένο το μικροσκοπικό ομοίωμα της δικιάς του κεφαλής. Είναι το δικό του πρόσωπο που, σαν μέσα από αναποδογυρισμένο κιάλι που μικραίνει τα πράματα, σημαδεύει στο κλαδί, στο βράχο ή στην πεζούλα του ξεροπήγαδου.

Ποιος θα τολμήσει να ρίξει το βόλι πάνω στο είδωλό του την ώρα που πάει να χτυπήσει ένα πουλί;

Ο Επαμεινώνδας Χ. Γονατάς (Αθήνα, 1924 – Αθήνα, 25 Μαρτίου 2006) ήταν Έλληνας ποιητής και διηγηματογράφος της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, ο οποίος διακρίθηκε κυρίως ως «λογοτέχνης του παράδοξου».

*Μεταβάλλον αναπαύεται. Ηράκλειτος, 544-484 π.