Μαύρο Γεράκι

https://cantfus.blogspot.gr/2017/11/blog-post.html?spref=fb

-Υπάρχει ένα κατάμαυρο πουλί [….] όπως κάνουν όλα τ’ άλλα πουλιά..μοναδικό χρυσό φτερό»,.. σοβαρή χάρη του χρωματισμού, ανείπωτη γλύκα της φωνής, ..ρυθμικές κινήσεις του χρυσού φτερού. Δε φεύγει ποτέ μπροστά στον κίνδυνο […]όπως κάνουν όλα τ’ άλλα πουλιά-

Ο Γονατάς, εστιάζοντας στο μαύρο, φέρνει κοντά το χρυσό, με ανακίνηση των ρημάτων του δημοτικού τραγουδιού, δημιουργεί ένα ρήγμα στην τρέχουσα οπτική των χρόνων του. Υπόρρητα αυτό, σαν να βγαίνει από το ασυνείδητο, είναι ένα σκάμμα στα σπλάχνα του σουρρεαλισμού, για αθλοπαιδιές γλωσσικές.

Φτιάχνει κάτι από χνούδι γλώσσας, χνούδι από μάγουλο παρθένο κορασίδος. Σαν να κάνει μια περίληψη με την έννοια του περιλαμβάνω, από σελίδες Εμπειρίκειες, από αυτό που εννυχεύει στου Σοφοκλή τα λυρικά χορία

ο διανυκτερεύων λόγος

Πεζοποίημα, αλλά που θέλει να είναι κάτι διαφορετικό από ποίημα, θέλει ταυτόχρονα να είναι παραμύθι τεχνολογία τυπογραφική, πεζογράφημα και νερογράφημα μαζί. Γράφει πάνω στο νερό. Διαβάζεις με ανακούφιση σαν στα παραμύθια, και ταυτόχρονα βυθίζεσαι σε ένα κόσμο πλασμένο, δημιουργημένο, που σε αναπαύει. Μεταβάλλον αναπαύεται*. Σε αναπαύουν και τα επιμελημένα, με μεγάλη έγνοια να είναι έντεχνα, να φέρουν μέσα τους την υλική τους τέχνη, τυπογραφικά δοκίμια.

Αρχετυπείο ο ΓΟΝΑΤΑΣ. Έφτιαχνε τεχνολογικά γλυκίσματα στο φούρνο του τυπογραφείου, και τα σερβίριζε σε βιβλίδια, που ήθελε ο αναγνώστης να τα καταπίνει, όπως ο Ιωάννης της Πάτμου κετέφαγε το ειλητάριο που του έδωσε η Μορφή, ως κηρίον αποστάζον μέλι. Από αυτή τη μορφή αντλεί. Κεραυνωμένος πάτμια κράματα. Από το Ιδού! Θεϊκή προσταγή της μούσας. Θέλω να πω, Ήθελε να έχει το γραφτό του έναν αποκαλυψιακό τόνο, και ρυθμό, χωρίς να έχει ακριβώς θεολογικές αποχρώσες. Αλλά αποχρώσεις να έχει. Αρχετυπικώς. Πόνταρε πολύ στο μελάνι και το χαρτί. Και τη χαρακτική. Είχε ένα τακτ. Ψηλαφούσε με τέχνη, ένιωθε το χέρι στα τυφλά το γράμμα στις γλυφές. Σεβόταν το γράμμα. Ήθελε το θαύμα να συμβαίνει στη σελίδα του, αδιόρατα ή αν θέλεις με το αποτέλεσμα, να προκαλείται στον αναγνώστη. Σ’ αυτό το θαύμα πίστευε. Αγαπήθηκε. Δεν είχε εχθρούς.

Δούλεψε αυστηρά, σαν αλχημιστής που ήθελε να φτιάξει χρυσάφι, έστυψε νου και γλώσσα και τα μέσα του, ήταν άγιος με θεότητα τη γλώσσα, την τεχνολογία της, υπήρξε τεχνολόγος (με τη λογοτεχνική έννοια) αγάπησε το επίθετο όπως ο χρυσοχόος το επίχρυσο, γιατί αν το επίθετο επιχρωματίζει εκείνος επιμεταλλώνει. Το αργυρό, ήταν το στοιχείο του, το ασημικό. Σαν η σελήνη ήθελε να ρίχνεται στο νυχτερινό κόσμο με το λόγο του, να φωτίζει με ένα χρώμα, σκιάζοντας, προκαλώντας ρίγος, το ρίγος της νύχτας στων κοριτσιών τα όνειρα.

Είναι εικόνες που δύσκολα εξαφανίζονται από τα μάτια του νου ή εντείνονται, για κάποιο λόγο κι αυτό που μένει είναι η περίσσειά μας, το βάθος είναι ασύνειδη, ακούσια, αθέλητη, μνήμη και ανακαλείται από κάτι απρόσμενο.Το βούτημα ενός μπισκότου στο τσάι ( ή στο σκότος αν θες, σε μιά τρικυμισμένη περιοχή από πυκνό συναίσθημα και το αναδεύει σαν κουταλάκι τη ζάχαρη). Αναδεύω το σκοτάδι σου κι όλα σου τα κρυφά προβάλλουν βγαίνουν σαν αφρός, Σε καταχωρώ στην ελίτ .

Γκόμενα μαυρομάτα η πένα σε βγάζει ασπροπρόσωπο αν τό’χεις, μιλώ μεταφορικά πάντα. Μιλώ για το συγγραφέα, τη μεταφορά. Είναι ο μόνος λόγος που σώζει. Η γλώσσα είναι ήθος όπως και η σκέψη.

Δεν αναζητά ύφος, γιατί η γραφή του είναι ήθος. Ένα βαθούλωμα ανεπαίσθητο στη σελίδα εκτρέπει τα νομήματα στην τρυφερή κοίτη που απεργάζεται στο μυστικό εργαστήρι των τύπων. Ψαύει επί τον τύπο των ήλων, στάγματα, και τα βρίσκει. απορρέει από ενδιάθετο ήθος πηγή του ύφους του. Είναι ίδιας κοπής με το συνοδοιπόρο του στα πάτμια κελεύσματα Παπαδίτσα, που ήταν ψυχίατρος στη Λέρο και έκανε από εκεί συχνά επιδρομές στην Πάτμο όπου κεραυνώθηκε, το ίδιο στους Δελφούς, ήθελε να νιώσει από πού έρχεται ο Λόγος, για τον Ιωάννη και για τον Ηράκλειτο, ξεκίνησε μαζί με τον Κακναβάτο καταγόταν απ τη Σάμο όπως και ο άλλος μέγας ο Γ. Θέμελης, αγριοτριανταφυλλιά αναρριχώμενη μέχρι των κοριτσιών τον ύπνο.

ξετυλίγεται σαν χαρτί υγείας, αλλά και κουζίνας να είναι και χειρουργείου , -είναι τάχα πιό τυχερό-,

η ψυχική ζωή των,

που γιορτάζει ανάψτε της κανένα κερί

——————————–

είναι εδώ μια πτυχή, νοστιμίζει το φλερτ με αυτό το νόημα_νόμημα σε προκαλώ προσκαλώ</strong>

****

Το είδωλο

Υπάρχει ένα κατάμαυρο μεταξωτό πουλί, μ’ ένα μοναδικό χρυσό φτερό στην ουρά του.

Όταν προβάλλει η αυγή, κίτρινη, μετανοιωμένη στα περιβόλια πίσω απ’ τις μουσμουλιές ή όταν αρχίζει το σούρουπο ν’ απλώνει τις γαλαζοκόκκινες σκιές του στις άπατες λαγκαδιές, τότε το πουλί, που φωλιάζει στις πέτρες των έρημων λιβαδιών, βγαίνει απ’ την τρύπα του, ξεχύνεται στο δάσος με τα κουδούνια – το χνούδι του ζαλίζει τα λουλούδια. Είναι το φόβητρο των μυημένων κυνηγών. Στη μουσική των φτερών του υποχωρούν τα βήματά τους.

Δε φεύγει ποτέ μπροστά στον κίνδυνο, δεν αφήνει ποτέ τη θέση του, δεν κρύβεται ποτέ απ’ τα μάτια των εχτρών του ταξιδεύοντας τυλιγμένο σ’ ένα πράσινο φύλλο, όπως κάνουν όλα τ’ άλλα πουλιά

Μετριούνται στα δάχτυλα οι κυνηγοί που μπορούνε να παινευτούν ότι το είδαν δυο-τρεις φορές ολάκερη τη ζωή τους. Αλλά ούτε ένας ταριχευτής σπάνιων πουλιών δεν καυχήθηκε ως τα σήμερα πως πλούτισε μ’ αυτό τη συλλογή του.

Τη στιγμή που είναι έτοιμος πια να τραβήξει, βλέπει με φρίκη, στο κλαδί, στο βράχο ή στην πεζούλα του ξεροπήγαδου, το ίδιο κατάμαυρο πουλί να τον κοιτάζει, αυτή τη φορά μ’ ένα αλλιώτικο βλέμμα.

Αλλοίμονο σ’ εκείνον που χωρίς να ξέρει συναπαντιέται οπλισμένος, για πρώτη φορά μαζί του. Τον προσκαλεί να πλησιάσει με τη σοβαρή χάρη του χρωματισμού του, με την ανείπωτη γλύκα της φωνής του, με τις ρυθμικές κινήσεις του χρυσού φτερού του. Ο κυνηγός ανυποψίαστος φτάνει κοντά, σημαδεύοντας πάντα με υψωμένη την καραμπίνα κατά πάνω του και το δάχτυλο σταθερό στη σκαντάλη.

Πού τα ξέρει αυτά τα μάτια; Πού τά ’χει ξαναδεί αυτά τα μαλλιά; Πού τα θυμάται αυτά τα πολύ γνώριμα χαραχτηριστικά που είναι αντικρύ του;
Όχι δεν κάνει λάθος.
Στο μαύρο κορμί του πουλιού, στη θέση του κεφαλιού του, βρίσκεται τώρα κολλημένο το μικροσκοπικό ομοίωμα της δικιάς του κεφαλής. Είναι το δικό του πρόσωπο που, σαν μέσα από αναποδογυρισμένο κιάλι που μικραίνει τα πράματα, σημαδεύει στο κλαδί, στο βράχο ή στην πεζούλα του ξεροπήγαδου.

Ποιος θα τολμήσει να ρίξει το βόλι πάνω στο είδωλό του την ώρα που πάει να χτυπήσει ένα πουλί;

Ο Επαμεινώνδας Χ. Γονατάς (Αθήνα, 1924 – Αθήνα, 25 Μαρτίου 2006) ήταν Έλληνας ποιητής και διηγηματογράφος της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, ο οποίος διακρίθηκε κυρίως ως «λογοτέχνης του παράδοξου».

*Μεταβάλλον αναπαύεται. Ηράκλειτος, 544-484 π.

Advertisements