Όποιος αγάπησε, καράβι

ρο

Ο ποιητής είναι μια νύχτα θάλασσα.
Φωτοοδοιπορικό , χαράζει και φωτίζονται καρδιάς οι δρόμοι.
Οπτικές σπίθες μνήμες στο κάδρο καρδιά ,ανθοφόρο πένθος ,γιατί κι ο πόνος ,η οδύνη αλλιώς δε νοιώθεται παρά με ερώτημα:
πού πήγαν εκείνα τα λουλούδια,ανοιξιάτικα;
Και σταματά το βλέμμα στο διπλό βράχωμα κατόπτριση και συνάμα σκληρή αντίσταση. Στο βάθος γνέφει κεραμοσκεπή που προβάλλει μέσα από τα πράσινα κόκκινη έκκληση σαν φωλιά σαν καρδιά οικείωση εστίαση.
Απόλυτη φωλιά.
Τρυφερά το βλέμμα ταξίδεψε τις επιφάνειες και κατέδυσαν στα βάθη ψυχής.
Σκιρτήματα .Άφατο κάλλος.
Ω η αιματώδης φωτοχυσία εν μέσω άλγους!
Ώ τα μυστήρια πέπλα Ίσιδος φύσεως πολυπτυχωμένες αποκαλύψεις ανοίξεις.
Ώ η γενναία θερινή πυρπόληση ρόδων φωτός!
Ώ εσύ φύση αγέρωχη.
Φέξη και σκοτοδίνη και γύρη σε έβενο σε αχάτη! Έλεος φως!
*
Στη γραφή αποκαλύπτεται ένα ποσοστό βιώματος που δεν είχε γίνει έκδηλο στη στιγμή που βιώθηκε.
Ίσως και γιατί το βίωμα δε σταματά ενώπιο ενός πράγματος ο χρόνος έχει ασυνέχειες αλλά ένα ξανά
σπεύδει στην άκρη της πένας από την άκρη της γλώσσας.
Είναι ένας διαλογισμός έτσι:
«Της φύσεως γραμματεύς ήν τον κάλαμον αποβρέχων εύνουν
*
ο ποιητής στα χιόνια:ποίημα ρόδο

ΝΑ ΣΤΑΖΕΙ ΧΡΩΜΑ Η ΘΑΛΑΣΣΑ ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ, ΑΛΑΤΙ ΣΤΟ ΚΟΡΜΪ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

και σε κρυφή μεριά τ ασήμι

Advertisements