στάλαχμον

The birth of a Goddess. Vasilios Goumas
|Στα τωρινά τα χιόνια, εκεί κι εκείνες θα βρεις Βιγιόνη,πιάσε αγκαζέ τον Κώστα Καρυωτάκη, χιμήξτε στη Φτερόλακκα, και στο φτερό όλες θα σκιρτήσουν για σας.

Πρώτα θα σκιρτήσουν, μετά ας αποσκιρτήσουν.|

Ο ουρανός πέφτει βαρύς,βαριά τα βήματά μου.Οι στέγες τρέμουν κάτω από το βάρος της νύχτας.
Πάλι η αγάπη μου γυρνά με χείλη αγνά με αγαπά. Δείξε μου αγάπη δείξε με στην αγκαλιά σου ρίξε με.Σφίξε με.Σφίξε με και πόνεσέ με σφίξε με και πόνεσέ με στου έρωτά σου το ποτάμι πνίξε με κι ανάστησέ με .Φιλί στο φιλί να σε φουμάρω όλη νύχτα να γουστάρω να σε οδηγήσω στην τέρψη,τερψίδωρα φιλιά να λύσω τη ζώνη σου ν’ απογειωθούμε.Εσύ στο πιλοτήριο τραβάς τους λεβγέδες οργάς με ηδονικό στόμα, ανατριχιάζουν οι θάλαμοι πτήσεως ραγίζουν οι πορσελάνες της έκστασης χορεύουν τα δάχτυλα σαν προσφορά η μαγεία γδύνει.Οι λέξεις που σε λένε είναι πιο γυμνές από σένα τρέμουν τα κυπαρίσσια που τα γυμνώνει ερωτικός χιονιάς ο αέρας σφαδάζει σαν γδαρμένος σάτυρος που η ραχοκοκαλιά του δονείται σε κάθε σπόνδυλο στον τρόμο κάτω απ το μαχαίρι του θεού.

Καταλαβαίνεις οτι ο υπαινιγμός είναι που νικά την ωμότητα εσαεί.Ερωτικός είναι ο Αλέξανδρος με τη υποβλητική μαγεία του ,η φράση του θέλγει γιατί πρώτα πείθει τα αντικείμενα που ριγούν στη μουσική του αυτό είναι η ανταπόκριση που έλεγε ο Μπωντλαίρ.Αλληλουχίες.

Μια φούντωση μια ρωγμή,σαν εφηβαίο νεάνιδας που κρυβόταν στη λόχμη,το γρανιτώδες πέτρωμα σκιρτούσε σαν το ρούφαγαν οι ρίζες και το σκίζαν.

Η λογοτεχνία έρχεται με αυτά.Είναι περήφανη,δεν χαριεντίζεται.Αυτό θέλει να νιώσει και η αρρενωπή καρδιά του αναγνώστη. Όταν τα γρανιτώδη βράχια είναι σκισμένα,ταιριάζει.Μόνο εσένα δεν ταιριάζει,που είσαι σχιστόλιθος.

Τα μυθιστορήματα αυτά μας διδάσκουν.Η λογοτεχνία αυτό είναι.Διδαχή,σε μια ανώτερη σφαίρα του συνήθους.Μας μαθαίνουν να μαθαίνουμε τι λέει η φύση,η διδάχος μητέρα φύση. Γράφοντας τι είδαν εκεί. Εκεί που ο Εμπειρίκος δεν κατάφερε να βλέπει όταν έπρεπε,που όμως ο Παπαδιαμάντης δεν την έχασε ποτέ απ’ το βλέμμα του.Την είχε στην ψυχή του,την είχε σπουδάσει τρέχοντας μικρός όταν τα παιδιά της ηλικίας του τα παρατηρούσε από μακριά να τον κοροϊδεύουν,να μην τον παίζουν που δεν ήταν απ’ την ίδια πάστα εκείνοι οι φτωχοδιάβολοι αιπόλοι.Αλλά και υποχρεωμένος στου εφημέριου πατέρα τα τερτίπια και τις ακολουθίες και τα ήθη. Αυτό έγινε εσωτερικότητα όπως και στον Ντοστογιέφσκι,που τον σνομπάριζαν Τουργκένιεφ και οι συν αυτώ, και ζούσε τραυματική λογοτεχνική ενηλικίωση. Κι ύστερα ήρθε η λεκτική,δηλ λογοτεχνική νίκη.

Ιερατική αμφίεση και μεταλαβιά , θεία κοινωνία αλμύρα και πικρό κύμα, ράσο χιονιάς ,ρούχο γραίας σκιαθίτισσας μαυρομαντηλούσας πίκρα και νύχτα σε κατάνυξη.Νυχτέρι για πεθαμένους. Δυό κλωνιά σιτάρι σε μνημόσυνο στο δάχτυλο κάτω απ’ το πονεμένο του μάτι σαν τον Ιερομόναχο στο φιλιατρό του πηγαδιού που τον παίδευε ο πειρασμός.

Ο καημός δε γιατρεύεται ποτέ, πρώτα να γίνει πόνος,μην καραμελώσει μετά δεν τρώγεται ,οι πίκρες δεν ανακοινώνονται σαν ειδήσεις του καθεστώτος μιλάς μαζί τους,σε μιλούν.

Τί λέγαμε;

Όποιος πλατειάζει το χάνει αυτά θέλουν τρείς βαθιές λέξεις κι όξω, μάθε να ακούς τη βαθιά καρδιά του,ή πιάνεις το ήθος ή άστο.

Ίσως πριν από τα χείλη γεννήθηκε ο ψίθυρος,
Πριν από τα δέντρα στροβιλίζονταν τα φύλλα.- Όσιπ Μαντελστάμ.

Στο φιλί ένας κόσμος στα χείλη σου γραμμένος,πάτησες τις εντολές ανά μία κι όλες μαζί.Το δικό μας πεδίο μάχης έχει τα όρια κλίνης και άνοιγμα χειλέων ο χρόνος του στενός σαν στεναγμός από οίστρο,αίροντας τη συνθήκη του κόσμου.Στα εφτά μαχαίρια ριζώνει η πεθυμιά.

Κοιμάσαι πώς κοιμάσαι;

Ο ουρανός πέφτει βαρύς,οι στέγες γίνονται θρύψαλα από το βάρος της μέρας. Όλες οι λέξεις που περιγράφουν τη γύμνια σου νιώθουν γυμνές μπροστά σου.Πέταξαν και το τελευταίο ρούχο τους για πάρτη σου,σκλάβες σου και σ’ ακολουθούν στους μυστικούς θαλάμους με λυμένες όλες τις επιθυμίες που μέχρι πριν λίγο ήσαν αλυσοδεμένες .

«Η φωνή σου μισόγυμνη»(Έκτωρ Κακναβάτος) για αναζητήσεις στο γραμμένο χρόνο χαμένο στο δρόμο στη γλώσσα της μεγάλης πόρνης.Μόνο που δεν τα λέω στο αυτί τα ψιθυρίζω, λόγια λάγνα και αγνά.Ακούς μόνο χάδι νύχτα χεριού και της πνοής,φυσώ το χνούδι σου κι ανασταίνονται οι πεθαμένοι.

Το κύμα άλλαζε πουκάμισα κι εσύ ντυνόσουν το φεγγάρι.Σκίρτησε σκοτεινό λαγκάδι,ένας υμένας σκίστηκε. Βάψε την ψυχή μου φιλί.Το φιλί σου.Στάξε λάβα .Έκρηξη ψυχών.Το μέλαν ύδωρ του φιλιού.Αγάπης στάλαχμον.Ένα κομμάτι πάγος το μυαλό μου η γλώσσα μου μουδιάζει,το φεγγάρι πρόσωπο,δεν έχει άλλον παρέα μόνο αυτό.Και του μιλάει στην καρδιά ως μόνη προς μόνο.

Από τα μάτια σου κατέβαινε βράδυ, σείστηκαν τα μαλλιά σου μαύρο σκοτάδι χαρμόσυνο άσμα των κυμάτων σαν σπάνε στις ακτές του κορμιού σου οργασμοί .

Ξέσπαστο ρίξτο τίναξτο το κύμα σου πνίξε μας όσο είναι νύχτα και σκοτεινιά,να γίνουν τα φιλιά στην ακτή σαν τα κυματά σου κωνοφόρα αιχμηρά τσουχτερά νά’χουν στα χείλη αλάτια, του αχινού τ’ αγκάθι, κι όλο το οξύ του θυμού σου.

Όλη τη νύχτα το φεγγάρι σπάει την κοιλιά του στα κύματα ,η αυγή βρήκε μόνο θύματα.Γιατί από τον έρωτα δε γλυτώνει κανείς.

Μόνο μισό άστρο.

Μέσα στη θλίψη του.

Γυμνή η ακτή.Και μόνη.

Μητε ένας γλάρος να φωνάξει τη συντριβή. στάλαχμον.

Κλείστο,οι φτερούγες να ραφτούν στο κορμί. Αφήνεις ανοιχτά ενώ το πέλαγος είναι κλειστό σαν στρείδι,αυτό διδάσκει στο φιλί φλοίσβο.

Το σκοτάδι χύνεται στα μάτια σαν μελάνι.Τα χείλη γλύκα τα ξεσφράγισε και ράγισε έσπασε γίνηκε κομμάτια η καρδιά. Στένεψτο να πιάσει να δουλέψει η αφή η τριβή,δεν παίρνουν φωτιά αλλιώς.Όπως από κάρβουνο σε κάρβουνο ζωντανή φωτιά σωματική,θέρμη αφή επαφή άναμμα.

Ήλθες, έγω δέ ς’ εμαιόμαν, Ήρθες, για σένα ήμουν φουρτουνιασμένη / όν δ’ έψυξας έμαν φρένα καιομέναν πόθωι. αυτόν που με ξεδίψαε τι μ’ έκαιγε ο πόθος / Έρος δηύτε μ’ ο λυσιμέλης δόνει, Ο έρωτας ήρθε με παρέλυσε με συντάραξε/ γλυκύπικρον αμάχανον όρπετον. ακαταμάχητο γλυκόπικρο τέρας.

Στην ουσία λέει Εγώ για σένα μούγκριζα( έγω ς’ εμαιόμαν) πολλά ταιριάζουν,και λίγα, το πώς, είναι φώς εξ ού και γλωσσικός διαφωτισμός.

Θα πιάσω τη Σαπφώ απ την κοτσίδα και θα την ταρακουνήσω να μάθει να λέει: «κάτ εμον στάλαχμον…» // «σταγόνα τή σταγόνα ο πόνος μέσα μου…», στην αιολική είναι η οδύνη η Σαπφώ δεν δίνει δεκάρα για τους αττικούς,που τότε τους θεωρούσαν αγροίκους επαρχιώτες ο πόνος,η οδύνη στάλα στάλα στην ψυχή ο έρως είναι οδύνη σπάραγμα.

ποίηση σφυρίζει μέσα σ’ αυτή τη ραχοκοκαλιά * ως το μεδούλι έρωτας

Πόση θάλασσα που δεν έγινε φωτιά κρύβεις μέσα σου γυναίκα.Σπάσε τις ντροπές σαν κρυστάλλινο βάζο κι έλα να ριχτούμε στα φιλιά, ξέρω ούτε μ’ ένα κανίσκι σύκα δεν ξεπληρώνω τη γλύκα τους.

-Οι Σίβυλλες μας δίνουν το απόκοσμο,εμείς όμως έχουμε χρεωθεί τον κόσμο.

-Η φύση είναι σαν το όνειρο που στην αφήγησή του ολοκληρώνεται.Κι η φύση αλλιώς δεν έχει φωνή,ο νόμος της ακούει τις εξισώσεις μας να τον αφηγούνται.

-Λες και η βιολογία θα μπορούσε να αδράξει όλη την αλήθεια.Να μας τυλίξει στο νόμο της εξέλιξης μιά κι όξω,είπε, καθώς

κατέβαινε

τις σκάλες

του μετρό.

-Μια αναδάσωση στα αποψιλωμένα δάση του πνεύματος επιβάλλεται.Μάλιστα αφ’ ότου τα μεγάλα τσεκούρια των κατεδαφιστών τα πετσόκοψαν ανηλεώς.

-σμαράγδι από τα μάτια σου πλατύ ποτάμι εβάψανε τα πράγματα έβαψε ο κόσμος έβαψε η μέρα .

-Το να σκοτώνεις την παρηγοριά δεν είναι ότι καλλίτερο.Άπαξ και γίνεται πάγιο το CREDO ο σφυγμός πέφτει.Δεν υπάρχουν παρά μόνο θάλασσες μαύρες .

*The birth of a Goddess. Vasilios Goumas

Advertisements