ΟΙ ΚΤΙΣΤΕΣ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ

Άν καταφέρεις να γράψεις ένα στίχο ισάξιο με τους στίχους ενός ποιητή που θαυμάζεις,τότε θα μπορέσεις να ολοκληρώσεις και ένα ποίημα,μόνο που θα απαιτηθεί περισσότερος κόπος.Και δε χρειάζεται να πούμε πως το επόμενο στάδιο είναι να συμπληρώσεις με όσα άλλα ποιήματα για μια συλλογή ή και σύνθεση.Η άλλη απαντοχή είναι να φτάσεις στην πλήρη επιτυχία να μοιάσει το έργο σου στο δικό του.

Η αγάπη για την ποίηση ενός ποιητή είναι έμπρακτη.Αγάπησα την ποίηση του Ίξ μόνο όταν κατέγινα σε ανάγνωση εις βάθος. Κι όταν περπάτησα και το γαλλικό κείμενο.
Ήταν μια ποίηση που μου είχε αρέσει εξαρχής,αλλά τώρα βαθαίνει και μου γίνεται οικεία αρεστή βαθιά μεγάλη.Μεγάλη με έναν τρόπο μετρημένο.Και όχι ολοκληρωμένο.
Και ταυτόχρονα βιάζομαι να την αποχωριστώ.

Το λογοτεχνικό το ποιητικό τα ζητήματα στοχασμού τέχνης και ζωής,είναι μια σύμπλεξη που δεν καταλήγει ποτέ.Κάποιες φορές οι φωνές γίνονται πιο ευδιάκριτες,το ζήτημα είναι αν ακούς τη μουσική τους.

“Οταν πέφτει σκοτάδι στην ελληνική γη πρέπει να αποφασίσουμε με ποιό όνομα θα μας φωνάζουν”
—-Γιατί γράφω θα πει εικονογραφώ μιαν αγάπη. (Γκ. Μπ.)

Ο κορυφαίος πεζογραφος μας, αν και δεν έγραψε στη δημοτική ,εντούτοις δεν αγνόησε τη γλώσσα την απλή την ιδιωματική,που την εισάγει στη διήγηση ατόφια όπως τα σπασμένα κεραμίδια στους φτωχικούς ναούς της υπαίθρου στο χτίσιμο μαζί με νεοκλασικά στοιχεία και εν γένει θραύσματα.

Το πρώτο πράγμα που πρέπει να έχουμε κατά νου σε κάθε διερεύνηση είναι ό,τι ως παιδιά της γης ,φέρουμε πάνω μας κάθε στοιχείο της πρώτα σωματικά ύστερα ψυχικά.Στο δεύτερο είναι μια βασική μας διάθεση που είναι αυτή της γης.Πρώτα τον ημερήσιο κύκλο της κι έπειτα τον ετήσιο.Όλα αυτά αποτυπώνονται στους κύκλους του βίου μας σε στενή σχέση με αυτόν της γης.Και ακολουθούν οι συσχετισμοί.

Κατεβαίνω εκ νέου να μπω στην ομίχλη του.Να βαδίσω στο γυαλιστερό κατάστρωμα απ’ όπου ξετυλίχτηκαν οι στίχοι του μέχρι να τον φέρουν από στο Παρίσι.

Οι κτίστες της γλώσσας,είναι ταγμένοι της είναι προωρισμένοι της. Αναγνωρίζονται από το υλικό με το οποίο χτίζουν.Αγαπάνε τη γλώσσα παράφορα, τους έχει παιδιά της.Είναι οι κεκλημένοι της στο ιερό των Μουσών κάλεσμα ,και έχουν αναλάβει αυτό το έργο.
Είναι πουλιά που οι φτερούγες τους τα περιορίζουν στο νησί τους σαν μεγάλο κλουβί φωλιάζουν σε όλες τις πέτρες του που γυαλίζουν στις πρώτες ακτίνες του ήλιου καθώς διαλύουν την πάχνη.
Σκύλα και χάρυβδη,αγελάδα με ράχη φάλαινας ,η θάλασσα.

Με τις γλώσσες σου θάλασσα μας δοκιμάζεις
μας γλείφεις ολόγυρα σαν μεγάλη αγελάδα
περνώντας μας για παιδιά σου ,εμάς
τα πλοία μας τα ξύλα τα βράχια
ύστερα σαστίζεις,μας αποδιώχνεις γυρνάς πίσω στους βυθούς σου
με της φάλαινας τη ράχη ανεβοκατεβάινοντας.

Σκοτεινό βιολετί

Η εργασία τους δεν σταματάει στιγμή.
Η ποίηση η λογοτεχνία η σκέψη και η επιστήμη έρχονται τόσο πλήρεις,που το μυστικό της υποδοχής τους είναι να πεις “πιο πλήρεις δε γίνεται”,κι ωστόσο γνωρίζεις πολύ καλά πως το εκκρεμές τινάζεται στην απέναντι μεριά.Με αφομοιωμένο το υλικό δε θ’αργήσει να μιλήσει η βαθιά στιγμή καθόσο προετοιμάστηκε.Δεν μπορεί παρά να υποστασιωθεί.

Μονόφθαλμος κάβουρας πειρατής το τυφλό του μάτι είναι μόνο δάκρυ.

Σου δίνουμε πλοία και μας επιστρέφεις σανίδες.
Σου δίνουμε κορμιά ,επιστρέφεις καύκαλα,κρησφύγετα κάβουρα πειρατή

γιατί θάρθουν τα κύματα του δάσους με τα μυτερά έλατα
να συγκριθούν, το πράσινο σμαράγδι τους
πότε να γίνεται σκοτεινό μέχρι το μαύρο
πότε να ασημίζει μέχρι το λευκό χιονιού
και πάνω εκεί στην οξύτερη κορυφή σ’ ένα ελάτι
ένα πουλί αφήνει την κραυγή του άγριο θαλασσινό.

Οι άγκυρες δαγκώνουν τα ύφαλα της Μουνιχίας.Σμιλεμένο κύμα που ,ήρθε απο μακριά περιπέτεια στον ωκεανό, ναυάγησε στην αμμουδιά.Ξύλο της νύχτας και ξύλο που το υιοθέτησε η θάλασσα χρόνια τώρα, το ξαναδίνει στο δάσος,να το θρηνήσουν οι χειμώνες οι σκοτεινές εστίες.
Στο Φάληρο τα σκάφη τα στριμώχνει ο νοτιάς σαν θαλασσοπούλια,στον όρμο τρίζουν οι αντένες οι σκαρμοί. Από τα αναμοδαρμένα ύψη της ορεογραμμής και τ’αχτένιστα κέδρα στο θαλάσσιο όρμο τα χτενίζει το μαϊστράλι ανάμεσα σε αντένες και ξάρτια,ένα δάσος από κατάρτια και συριγμούς.

Τα πράγματα είναι.Υπάρχουν όμως στου ποιητή το κάλεσμα.Ποιός άλλος θα μπορούσε να δώσει τον γκάουτσο στ’ όνειρό του;Ποιός αν όχι ο ποιητής θα δώσει την εσωτερική διάθεση του κόσμου; Πώς αλλιώς να λάβει υπόσταση ,να υπάρξει,μετουσιώνοντας τον πόνο ματιών σε εικόνα; Η πάμπα ξετυλίγεται σαν μια κουβέρτα με ποικίλα σχέδια από μαλλί προβατοκάμηλου.
Του ήλιου τα άγρια σκυλιά χάνονται στη δύση.

Τα κοπάδια των νομάδων έχουν χαράξει τη διαδρομή πριν αναλάβει να τα ποιμάνει ο άνθρωπος,που θα είχε μια στάνη και για τα αποδημητικά πουλιά άν μπορούσε να πετάξει.Τώρα πετάει στη ράχη του αλόγου με τις φοράδες του ανέμου.Η κάπα του από μαλλί προβατοκάμηλου τον κάνει φάντασμα της ορεογραμμής κατά μήκος των Άνδεων.

****
Δίνεις το χέρι σου στο χάδι ηλεκτρίζεται η νύχτα τα σύννεφα, η ράχη του σκοτεινού ανέμου.
Στη φωνή του ποιητή όλα παίρνουν την όψη της ψυχής του.Οι θερμοκρασίες σε σημείο ανάτηξης, η κράση αναμορφώνεται ,ψυχικά τοπία που δίνουν τόνους ψίθυρου στο μυστήριο.Το μύθευμα και η κλήτευση έρχονται με λέξεις παλιές και νέο ήχο.Βγάζουν ένα κρυμένο εαυτό συνομιλούν με της διάθεσης το πέρα.
-Γιατί μας βυθίζει ο τρόπος σου στην πυκνή νύχτα και στην αγάπη.
Τα χείλη σου μου λένε την αλήθεια,με το φιλί τους.

Απο καλάμια και χώμα οι καλύβες
στη χόβολη ψήνεται το καλαμποκίσιο ψωμί,αραμποσίτι
θα τον κρατήσει μέχρι το βράδυ
θα κάνει το οφτό στα αναμμένα κούτσουρα από πευκιά.
Το πραγματικό υλικό για το ποίημα
είναι η κάθε φορά διαφορετική ουσία του δάσους.

Τα άλμπατρος αυτά τα πουλιά ποιητές διάλεξαν τον ωκεανό για σπίτι.
Πίσω σου είναι το θαύμα,όπως στο πεφταστέρι
η φωτεινή τροχιά που αφήνει καθώς σβήνει.
Ποίηση μες στη διαφάνεια.Που και μ’αυτό σκοτεινιάζει.
Καίγεται κι απ’το φως το νόημα.Η σημασία σκοτίζεται.
Όσο λευκή και διάφανη κι αν είναι η Ευριδίκη,ο Άδης
δεν αφήνει παρά στη μαύρη λάμψη να τη δεις,
χωρίς να κοιτάξεις, μα με τα μάτια της ψυχής.Κι αλλιώς τη χάνεις.

Βάρκα που σαλπάρει στις πέρα αμμουδιές
το σπάνει η Γκόλφω το παχνί
Όλη μες στην παραφορά,ο κόσμος δεν την αφορά.

Θα παγώσεις μια νύχτα με τις εικόνες όλες.

Νόμισε πως τα είδε και τα εξήγησε όλα με το νόμο της επιθυμίας.Πως τάχα φτιάχνω όνειρο νύχτα και μέρα.Για να είναι νεύρωση το παν.
Μα και πάλι οι Πολιτείες εξαντλούνται στο νόημα κι επειδή δεν αντέχουν να δυστυχούν,πολεμούν .Η Αμάχη δεν έχει τέλος.
Σηκώνοντας το χέρι σου στο χάδι φωτίζονται οι δρόμοι οι νυχτερινοί.

Γιατί στρεφόμαστε σε μακρινούς ποιητές; Μα γιατί μας φέρνουν μακρινούς απόηχους απο τη χώρα της ποίησης,απρόσιτους αλλιώς.Στο δικό μας ήχο κάτι βράχνιασε.
Ο ποιητής του ωκεανού,δεν μπορεί να τον στερείται για πολύ.Στη μέση της συλλογής θα βρει τρόπο μ’ ένα ποίημα να βουτήξει καταμεσής του,έστω κι αν μεταμφιεστεί σε νερό,βρόχινο, ποταμίσιο, αδιάφορο.Να νιώσει μόνο την υγρή απεραντοσύνη το άγριο κυμάτισμα.Αιχμάλωτος του ιλίγγου.
Ένα ποίημα,πολύ περισσότερο όταν αφορά τον θηλυκό ορίζοντα της γυναίκας,πρέπει απ’όλες τι μεριές να το κοιτάξεις να το πλησιάσεις σαν εραστής,να το κολακέψεις, και γητεμένο να σου δείξει όλες τις απόκρυφες γωνιές, να σου ανοίξει την αγκαλιά του,και τα μυστικά του.Όσο χρόνο θα του δώσεις τόσο νόημα θα πάρεις.
Όπου κι αν έστρεψα τα μάτια ήσουν εσύ
δεν θ’ αντέξει η Γη χωρίς τη θηλυκιά συντροφιά σου ,Γυναίκα,
γιατί μας βυθίζει ο τρόπος σου στην πυκνή νύχτα και στην αγάπη
Της μορφής του η κατατομή ξαναγυρνά σε σένα.

Advertisements

Μιά χούφτα φύλλωμα

Μια χούφτα από δροσερά λόγια στο πράσινο πυκνό φύλλωμα της νύχτας της φτάνουν της αγάπης.

Το νερό ,λέει ,είναι ένα δέρμα που δεν μπορείς να πληγώσεις,δεν ξέρω, εσύ βουτάς κι η θάλασσα κλείνει ,
μετά έρχεσαι όλη
ρευστή
και ξαναγεννημένη. Γιατί στα χρόνια τα παλιά κοιμόσουν πάνω στη θάλασσα
τώρα είσαι ασήμι
ασήμι και βιολέτα
θάλασσα και φεγγάρι
γιατί είσαι
ήχος καλοκαιριού είσαι νύχτα και νερό
αν θέλεις είσαι γέλιο χορός στο κύμα
δώσε μου το πρόσωπό σου να ολοκληρωθώ στην εικόνα σου

όμορφα όλα
σαγήνη
γυναίκα σαγήνη με δελεάζεις
τα μάτια σου ρίξτα
έρχομαι σε σένα
γίνομαι με τη μορφή σου ένα
έλα όλη
νιώθω λαχτάρα
με έχεις ρίξει μάτια μου, είσαι πολύ βυθίζομαι στο βλέμμα σου,στο ερωτικό σου πυρώδες βλέμμα .Και στις αποχρώσεις που διάλεξες ν’ ανθίζει το κόκκινο στόμα σου
απο καρμίνιο και γεράνι
έρχεσαι μ’ ένα βαλς; αυτό είναι ο έρωτας
μαίανδροι από βαλς;
κρύψε τον ήλιο σε θέλω νύχτα
μαθαίνω την ύλη,την ύλη σου
ύλη της ομορφιάς
οπτικό χάδι
Στα μάτια σου,μαύρα,κοιτάζω τη νύχτα.
Με ξελογιάζεις.
Πόσες εικόνες στα μάτια σου πόσες επιθυμίες στην καρδιά σου. Γεννιέσαι Γυναίκα.
Γυναίκα ,ανάβρυσμα πόθων,ρίξε μου τη σκιά σου.
Αίμα ερωτικό,μορφή μου.Ονειρεύομαι ό,τι είσαι. Ελευσίνια. θερμό αγκάλιασμα φιλί
εσύ κόρφος
εισχωρώ στον κόρφο των κυμάτων σου
Ξύπνα το νερό.Είσαι η νύχτα.
Εξόρισέ με.
Πηδάω στο άγνωστο βουτάω στο νερό.
Βουτάω στο ποίημα βουτάω στην αγκαλιά σου,στο κονσέρτο των φιλιών σου μορφώνεται η γλώσσα μου
οι ήχοι της φωνής γίνονται στρογγυλοί σαν στο στόμα σου
το νερό ησυχάζει,το ακούς που κοιμάται
ξυπνά το θαλασσοπούλι και περνά σφυρίζοντας ένα σκοπό που του έμαθε η θύελλα.
Το κοίλωμα μιας αχιβάδας ο μυχός των κόλπων οι μυστικοί κόρφοι ,η ομορφιά γεννιέται από τον ψίθυρο των πραγμάτων που έρχονται απ’ τα χείλη σου.
Κυριακή και τα ανθάκια της ντάλιας σγουραίνουν τον λίαν πρασινωπό κόσμο το γέλιο σου γίνεται γάργαρο κατσαρό νερό που κελαρύζει ανθίζουν τα χειλάκια σου.
Η ομορφιά σου η γύμνια έρχεται πάντα με χείλια μαχαίρια
όλα γράφουν σαν μια αστραπή στο βλέμμα σου.
Τρυφεράκι του Ιούλη, ο χώρος κλείνει
γύρω απ την αγάπη μας μάθε μου το τραγούδι σου, τον ερωτικό μας χορό.
Ξύνεις με τα νύχια σου την ψυχή μου άγριο αιλουροειδές του χιονιού
σαν σ’ αγκαλιάζω ουρλιάζουν όλα τα φαράγγια στο στόμα σου
στροβιλίζεσαι σαν μαύρη καταιγίδα.

Νύχτα νάρχεσαι. Νύχτα που το φεγγάρι ντύνει όλα τα κορίτσια με ασημένιο φως.Να με μεθά η ημίγυμνη φωνή σου και τα ασημένια σου φιλιά.

ΣΤΡΑΤΗΣ ΠΙΣΣΑΣ

αναδίφηση ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΥΡΓΑΡΗ

Έδωσε νιάτα θάρρος νου στρατηγική ο Κυδωνιάτης πολεμιστής στου 21 το μεθύσι.Στρατάκη τον αποκάλεσε η κρητικιά που τον νοσοκόμησε. Οχτώ χρόνια με το όπλο στο χέρι με ακατάβλητο σθένος, πολέμησε σε όλα τα μέτωπα της επαναστατημένης χώρας,Κυδωνιές Πελοπόννησο Κρήτη Εύβοια Χαϊδάρι Χίο Ακρόπολη, με τους τακτικούς.Έδωσε δύο αδερφούς,τους κέρδισε η αθανασία.
Ακέραιος ρίχτηκε στο χορό του πολέμου αγνίστηκε μες στη φωτιά της μάχης.
Κι όταν ο πόλεμος είχε μεταφερθεί στα έντυπα των Αθηνών,βούτηξε τη γραφίδα στις μνήμες του πολέμου και της πατρίδας,φωτίζοντας με τη δική του μετοχή και φωνή τους δρόμους που άνοιξε η φωτιά.

Στρατής Πίσσας,η ενσάρκωση του κράτους,στυλοβάτης του στρατιωτικού βραχίωνα.Κάνει προσκλητήριο σε όλο του το σόι και τους συμπατριώτες που έδωσαν ολοκαύτωμα την πατρίδα τους Κυδωνιές,μάλιστα με αυτούς αρχίζει και τελειώνει.

Ο Γιώργος Πύργαρης μετά την υπαρξιακή μάχη που έδωσε, ανασταίνοντας την προγονική μορφή του Καπετάνιου Των Δερβενοχωρίων και Θήβας Θανάση Σκουρτανιώτη,ο οποίος μαζί με τους συντρόφους του πολεμιστές έγινε ολοκαύτωμα στο Μαυρομάτι ,εξελίσσεται σε ιστοριοδίφη,πλαταίνει τη ματιά μας ρίχνοντας φως στους αγωνιστές που χάρισαν στη Χώρα Ιστορία Ύπαρξη Ελευθερία.

Σημειώνω ,ενθύμηση ανάγνωσης 24.3.2017

Ανεβάζω αυτό το τραγούδι για το χαρακτηριστικό του ήθος.Αυτό που χρωστάμε να εισπράξουμε από τη Μάχη.Αυτό και δίνει.Και τη μάχη τους να τη γιορτάσουμε προς τιμή και δόξα τους.https://www.youtube.com/watch?v=DEV7c2zYseg