Τόπε γιορτή

Με το παράπονο του σκύλου καθώς τα μάλιστα είναι 
μέ απροσδόκητο πράσινο πλαισιωμένος σείεται το άπαν 
ρεμματιάς. Απαράμμιλης γοητείας βλάστεμμα φυλλώματα

ροές κορμοδεσιές τοπίο ραγισμένο ,το οικείο βλέμμα 
φιλοξενεί ξενοδοχεί,τρέφει τα όνειρα είναι όνειρο,σαγήνη 
καταφύγιο μνήμη παρόν μέλλον. Δεξαμενή δοχείο διάσωση

πόρων σώτειρα δώτειρα γη δασύλιο αναψυχή κυματωγή. 
Ξεχειλίζει ύπαρξη.Μας υπάρχει.Χαίρε τόπε υψηλέ,
τόπε βαθύ σαν χάραμα,τόπε γιορτή.

Τα καλοκαίρια μας εμάς είναι πανηγύρια νυχτερινά καμπίσια βουνίσια γαμήλια
-Ποιος βλέπει το ανθρώπινο πρόσωπο σωστά Ο φωτογράφος; Ο άνθρωπος; Η ο καθρέφτης; Pablo Picasso
-η γάτα
αφού πρώτα το γρατσουνίσει να φανεί το αποκάτω του τι κρύβει ο μασκοφόρος.Όλα αυτά είναι σχήματα,αλλά προσχήματα δεν είναι ,όπως και οι προσποιήσεις στο ποδόσφαιρο.Η μάσκα,η αρχαία προσωπίδα,κάνει να μιλάει με τη φωνή του θεού.Εκεί τα μάτια έχουν την αναποσιώπητη αλήθεια τους.Το personari ,θα το δούμε πώς συγκεντρώνεται η φωνή και βγαίνει ,και ενηχείται,κρατάμε αυτό: Πανηγύρι.
Με ποιητικές μονάδες, από νόημα σε νόημα ακούραστα σμιλεύοντας το φως των φράσεων, μικρά ρυάκια που αστράφτουν τα νερά τους με το δικό τους άρωμα, γλυκό νερό και σμίγει τη μεγάλη αλμυρή μήτρα της θάλασσας, τον ωκεανό της μνήμης όπου γίνονται όλα νέα προς τη μυστική κυκλοφορία της ζωής, το αίνιγμα το μυστήριο το μυστικό του ζωικού κυττάρου την καταβολή.Kρύβει και δείχνει, στη δόξα της γιορτής: “παίζανε και χορεύανε, σαν τι τραγούδι λέγανε;” αναβαλλόμενοι φως ως ιμάτιο.
Και συνήθως έρχεται στο σκοτάδι
σε τυλίγει ζεστό φως
ή και υγρό θαλάσσιο
εδώ δρα ο δικός σου κόσμος η τέχνη οφείλει να δείχνει τον κόσμο ως μεταβλητό. Και να βοηθά στη μεταβολή του.Κάθε είσοδος στην τέχνη είναι βύθιση στις απαρχές της.
Μπαλάντα μου φύγε γοργά πέρνα πάνω απ’ τα κύματα με ματωβαμμένο γερακίνας φτερό.
Θρίαμβος του ρυθμού πάνω στο μέτρο και πάμε ακολουθώντας το ρυθμό των κυμάτων, νανουρίζοντας το άπειρό μας στο πεπερασμένο των θαλασσών, η όαση του τρόμου στην έρημο της πλήξης, στίχος σαν ουράνιο τόξο πάνω από τους ωκεανούς η νοσταλγία του απείρου.Να λάβουμε υπόψη την κρίση της εποχής που άνθισε ετούτο το λουλούδι στην άβυσσο.
Μεγάλη πίεση άλλη η ποίηση.
Στο βάθος του αγνώστου πατρίδα νόστου σαν τεράστιο κιονόκρανο μιας ερημικής κολώνας που ξεχωρίζει μετέωρη από μια απύθμενη ερημιά κρατώντας στους ώμους το στερέωμα την ώρα που ανατέλλει ο ήλιος.
Πίσω από το λείο γόνατό σου είναι η καμπή του δρόμου για το άγνωστο.
Ο λυρισμός αποσπάται από τον κορμό της ποίησης, όχι όπως τα αγάλματα από το ναό αλλά όπως φορητές εικόνες από το τέμπλο,ο σύγχρονος λυρισμός.
Μετράω παλιά βήματα,κι από το ίχνος τους χαράσσω νέες γραμμές,όπως εσύ βάζεις αϊλάινερ και τονίζεται το φωτεινό μαύρο του ματιού ερωτεύσιμα και φουντάρω στον έρωτά σου.Βρέχουμε τσίπουρα τον ουρανίσκο, μια σε χάνω μια σε βρίσκω,
(Κεραμοσκεπές
Θερμές κοιτίδες μνήμης
Το είναι λάμπει).
Ακόμα ένα ψυχωφελές τσιπουράκι, πέρα απ’ τη μέθη νηφάλιος των ακτογραμμών στην πεντάγραμμη παλάμη του πλατανόφυλλου, ιώδιο πληγών,όπως απλώνεται μια σταγόνα λάδι στη λευκή σελίδα σα να θέλει να κατακλύσει την επιφάνεια ενώ την πίνει το χαρτί.
Σμιλεύω το βράχο τον ξαναδίνω στο πιο αρχέγονο σχήμα του,αυτό που σχεδόν πετυχαίνει το κυματάκι ,χωρίς πρόθεση.Το μέσα σμιλεύεται ερωτικά
κομμάτια η νύχτα κι εδώ το φιλί το φιλί σου
έρχεται το κύμα είναι το μεγάλο θαλασσινό νερό
έρχεται στα μάτια έρχεται στο σώμα έρχεται φεύγει ,φεύγει και μένει
μέχρι να το καταλάβεις σ έχει μεταλάβει.
Την ώρα που ησυχάζει εσύ να κάνεις έρωτα,ησυχάζει για να κάνεις έρωτα αναταράσσεται την ώρα του οργασμού.
Βουτάει στα κύματα το πινέλο σύρει τον αφρό ως πέρα ,κάνει τη θάλασσα καθρέφτη μ’ ένα γαλάζιο ήλιο να ακουμπά στην εφαπτομένη του ορίζοντα .Τα μπλέ σκιρτούσαν.Το βουητό ήταν των ανέμων.Το σάλπισμα ήταν των ερώτων.Το ρόκ των βράχων.
«Το στήθος της φαρμακωμένης έβραζε σαν το χόχλο του κύματος όταν η θάλασσα ταράζεται απ’ του ανέμου ,κι οι γλάροι ορμούν στα ζαλισμένα ψάρια» σχολιάζω το χόχλο,θυμάμαι Σολωμό,δική του η λέξη οπότε θυμάμαι και τη Φαρμακωμένη του κι αυτό:» Το στήθος μου κι η θάλασσα ποτέ δεν ησυχάζουν».Μεμουσωμένα τα της θαλάσσης.Ρόχθος.
Θάλασσες σαν αγκαλιές ,σε αμμοθίννες αγκαλιάσματα σαν τα κύματα ατέλειωτα ,το κύμα εκεί πανόμοιο στην αλλαγή και η άμμος χρυσή .Όλα ριγούν στο πέρασμα του ανέμου.Αλληλουχίες ξερών τοπίων και αρμύρας κι η θάλασσα θάλασσα κινεί τα βράχια ,μεμούσονται υπό της θαλάσσης ,έρωτες στις ακρογυαλιές.
Θα προτιμούσα μελανοχυσία από τη σκοτεινάγρα του Βιτσέντζου φωτεινάγρα,άγρα είναι η θαλάσσια άγρα πιάνω συλλαμβάνω,ηλάγρα αγρεύω αγρός άγρευση ρεύση των γλάρων ραβαΐσι ολονύχτιο … στις αμμουδιές του Κορνάρου.
Β’. Τα μυστικά της θάλασσας ξεχνιούνται στ’ ακρογιάλια η σκοτεινάγρα του βυθού ξεχνιέται στον αφρό. Λάμπουνε ξάφνου πορφυρά της μνήμης τα κοράλλια.Γ.Σ.
Η σκοτεινάγρα των ομματιών
1. σκότος, σκοτάδι («από τσι γης το πρόσωπο η σκοτεινάγρα βγαίνει», Ερωτόκρ.) 2. σκοτεινός τόπος, μέρος που δεν φωτίζεται («στη σκοτεινάγρα …και πήγαινες να μαζέψεις ανεμώνες; Κι η Κοκκινοσκουφίτσα που μεγάλωσε κι ο λύκος το ξέρει,το ξέρει και ουρλιάζει). 
Καλημέρα στις βουτιές σου με το που θα ξημερώνει.

# Μινωϊκό αγγείο, 1400 π.Χ.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s