Δέκα στα Φτερά χήνας

via 10 Ποιήματα | Έκτωρ Πανταζής

Advertisements

ΚΑΘΟΛΟΥ ΔΕ Μ’ ΑΡΕΣΟΥΝ ΤΑ ΠΟΝΗΡΑ ΜΟΝΟΠΑΤΙΑ

Δεν είναι ήλιος αυτό είναι του κάπρου δόντια
είναι μαύρη χίμαιρα σινάφι ασυμμάζευτο
κακούργο αίμα.
Eίχε ανάστημα νύχτας, ποιότητα σκοτάδι
ώρα που γίνονται εγκλήματα που η δίψα των αισθημάτων σβήνει τα χείλη της στην τρέλα
τρέλα που αρέσκεται λεπίδες να λάμπουν κάτω απ τις γκαζόλαμπες με το αρρωστημένο πράσινο σφυρίζοντας οχιές.
Σκοτεινιά οι ψυχές.
Το ασπράδι του ματιού ανοίγει σαν τρύπα,ψυχή πουθενά.
Οι δρόμοι γίνονται φίδια ,οι σκιές μεγαλώνουν στρίβουν στις γωνιές,παραμονεύουν ,κάθε ψίθυρος εχθρός.
Μόνο δηλητήριο στάζει απ’ τα κεραμίδια.
Ποτίζει τις ώρες πυκνό αναμονής.
Μια λεπίδα άστραψε ένα κεφάλι κύλησε στο πλακόστρωτο ,ακούστηκε ένα πλάφ, στόματα μέσα στο υγρό στοιχείο ανέμεναν να τραφούν .Νερόφιδα γλείφουν το αίμα.
Νουάρ.Η ψίχα της σκοτεινιάς.Ρουθουνίζει το έγκλημα.
Στάζει ικανοποίηση .
Οι κάμες χορτασμένες ξαναμπαίνουν στις θήκες τους.
Χθόνιες μορφές ρουφάνε τη νύχτα στα κοιμητήρια.
Τα κοκόρια φωνάζουν τον ήλιο να αφήσει το κρυφτούλι του, να μπει στο παιχνίδι της μέρας,με τις ευθύνες του όλες.
Τα τρένα ορθώνουν τη ραχοκοκαλιά τους ,ξεχύνονται στις ράγες, στο σιδερένιο πηγαινέλα τους.Σβήνουν οι γκαζόλαμπες την πράσινη μονοτονία τους στη νυχτερινή ομίχλη.
Η Νόρα,μετά από μια αμαρτωλή νύχτα ρίχνει μια τελευταία ματιά στον καθρέφτη φτιάχνει το τσουλούφι με δυό χτενισιές ,μαλακώνει το ρίμελ με τον αντίχειρα,ισιώνει τη στενή της φούστα ,χύνεται στα παπούτσια της, χουφτώνει το πόμολο , γλιστρά στο πρωινό σαν κόκκινη υπόσχεση,και χάνεται μέσα στο βουερό κι αεικίνητο πλήθος της πόλης.

Τo Θαύμα της ΚΑΝΑ

https://cantfus.blogspot.gr/2017/11/blog-post_17.html

Ει 1

Δες, παρατήρησε στους πίνακες του φόντου πίσω της τα κύματα, θα διαπιστώσεις ότι υπάρχουν, είναι έντονα, πραγματικά, πάνε από τον ένα πίνακα στον άλλο όπως διασχίζουν τους ωκεανούς, σε αντίστιξη με το φως, τα κίτρινα τις ροδόχροες ανατολές, το πράσινο και το γαλάζιο. Εκεί ο γρανίτης του νερού. Και δένουν με το γέλιο της.
Γιατί οι κυματισμοί τί είναι. Γέλιο είναι. Κι οι ανατολές τί είναι. Γέλιο κι αυτές.
Έχει μια γάτα παρακάτω, που είναι η ουσία της γάτας.
Ει2

Κι έχει και τα κορμιά που γοητεύονται μέσα στα όρια του κάδρου. Γυμνά κορμιά. Μόνο το κάδρο φορούν.
Ει3.jpg

Ξεκινάμε με το γυμνό που ξετυλίγει την ομορφιά του πάνω στο σκακιστικό αίνιγμα της κουβέρτας. Με έντονο βλέμμα, βαθύ περίγραμμα, γυναίκα σημερινή υποψιασμένη. Χαίρεται που είναι γυμνή, προσφέρει τις καμπύλες σε κοινή τέρψη. Αναπνέει τον αέρα της ελευθερίας, χειραφετημένη σχεδόν δια βίου όπως δείχνει η πνευματώδης ματιά της, η έκτακτη λεπτότητα, με μόνο ένα ελαφρύ σύννεφο να τη θωπεύει.
Ει 4.jpg

‘Ομως τα γυμνά της θα χρειαστούν κάτι ακόμα, για να κερδίσουν όσα το τοπίο της και οι άλλες συνθέσεις, θα χρειαστούν απαιτητικό ζύμωμα της ύλης ώστε να το απογειώσουν. Βαραίνοντας τις λαγόνες των κοριτσιών καθώς τις μεστώνει ο έρωτας και βυθίζονται τα στρώματα. Και τότε βαθαίνουν και οι κοίτες της κλίνης, θυμίζοντας ώριμους καρπούς στα λυγισμένα σαν για να γειωθούν κλαδιά και σκύβουν κι άλλο για να κατορθώσουν ν’ ακούσουν τα μυστικά της γης, ώστε κατόπι να τα ψιθυρίσουν στα πρόθυμα αυτιά των εραστών τους.
Η γάτα, δίνει την ψυχή της. Μια ψυχή στην καθεμιά γυμνή παρουσία. Εφτάψυχη, καθώς δείχνει και το βαθύ της βλέμμα.
Ει5

Σε λίγο τους κυματισμούς τούς ξαναβρίσκουμε στο σταροχώραφο. Είναι το ίδιο κύμα, απο τον ίδιο άνεμο, αυτόν που σηκώνει τα φουστάνια και ρίχνει τα κορίτσια στα στρώματα.
Και τα στάχυα; Χρυσαφίζουν! Και τα διασχίζει μια στάλα νερό, κι ένα κόκκινο πανί σαν ο πόθος.Ταξίδι καημός.
Δυό γραμμούλες με το πινέλλο κι ο μίσχος των σταχυών αρχίζει να λικνίζεται.

Έκτωρ Πανταζής

νύχτα έξεων-(σονέτο)

Σου δίνω το χέρι μου πάνω από την ταφόπλακα
που η κάθε μέρα κεντάει το όνομά της
με το πέρασμά της.

Αν θέλουμε να νικήσουμε είναι επειδή θέλουμε
να δικαιώσουμε όλες τις γενεές του παρελθόντος
σπάζοντας τα δεσμά του χρόνου.

Ερωτικός στεναγμός γιατί αυτά τα φύλλα
είναι της γλώσσας και οι ερωμένες λυγίζουν

μαζί με το κλαδί στον άνεμο σαν ανάσα ερωτική
στην κλίνη στου εραστή το πλησίασμα.

***

#Από την ώρα που έμαθα ότι η τελευταία σταγόνα ξεχειλίζει το ποτήρι,
το αδειάζω άσπρο πάτο προσπαθώντας να πιώ αυτή τη σταγόνα.

Η ζωή των λέξεων

Τόσοι θεσμοί γύρω από το ποιητικό
πολλαπλασιάζουν τους θανάτους της.
Στον πλήρη αφανισμό της ,η ποίηση,
θα λάμπει.

Συνέβη με το είναι όμως αστράφτει άφαντο.

Σαν δυό πέτρες,αυτά,χτυπάνε μες στη νύχτα.
Η σπίθα τους τονίζει τα σκοτάδια βαθιά
στην καμπή του κόσμου.Είναι
όπως πίσω από το γόνατό σου
διαρκής ευαισθησία.Είναι
όπως τέντωμα τόξου.

Θα φύγουμε απ τα λόγια,η πράξη θά ‘χει φαντασία ,
την ομογάλακτη αδερφή του ονείρου,
γλώσσα δε θα πάψει να γυρεύει ελευθερία.

Το ίδιο κύμα γύρω από τον ίδιο βράχο
μέχρι να γίνει άμμος πάνω της να κυλιστείς.

Μιλιέσαι η λέξη ανοίγει τα χείλη.
Σαν φώ μπιζού το δάκρυ σου.
Νυχώ,
κοπέλα σκέτη νύχτα
σχήμα φιλιού, εκφραστικό εαυτό μιλάς.
_______________

ροδΗρώδη

Γυναίκες, απαιτείστε, η μπίλια γυρίζει γύρω σας.
*
Οι προτιμήσεις μου είναι ηθικού βεληνεκούς με το οντολογικό νόημα του ηθικού

ως στόχευση θηλυκού :
Σε ποτίζω νερό του Ηρώδη πετώ στο κρεβάτι σου ρόδι
ξεφυλλίζω τα φιλιά σου μέχρι την τελευταία σελίδα
από το τριαντάφυλλό σου στόμα
που κλείνει μετά σαν μπουμπούκι

και ξεχειλίζει με την τελευταία σταγόνα μέλι του φεγγαριού
*
στο φιλί
ένας κόσμος στα χείλη σου γραμμένος

μελτεμάκια

Στου amore το ανηφόριΣυνάντησα της Καλυψώς τα χείλη
Τα μάτια της πάνω στο κύμα οι φοινικιές είχαν χορό
Κι οι εντυπώσεις ήταν πρίμα και των κυμάτων βουητό
Μέσα απ του ανέμου το κοχύλι στης άνοιξης το μεσοφόρι
Σε κύκλωνε το ξεροβόρι στο βούτημα του φεγγαριού

Οι φοινικιές τρελοχορεύαν το κύμα άλλαζε πουκάμισα
Κι εσύ ντυνόσουν το φεγγάρι σκίρτησε σκοτεινό λαγκάδι
Η ρεματιά φωτίστηκε ένας υμένας σκίστηκε
Τη χλόη πλημμύρισε φωτιά.Πέτα αϊτέ Πέτα γυναίκα του αϊτού
Πέτρα γιαλού πρόκληση για το κύμα ο ήλιος κύλησε στις ιτιές.

Η ΓΚΟΛΦΩ ΣΤΑ ΕΛΗ

Σα θα το βάλει στο παχνί Σα μπει ακμαίο στο παχνί
Του αλόγου το ποδάρι (πυρρό φαρί ποδάρι
ο αστραπιαίος καβαλάρης την οπλή)
Κι ύστερα φύγει και χαθεί στις πέρα βοσκές
Θα μείνει η πίκρα σου βουβή βάρκα που σαλπάρει
από μαύρες αμμουδιές.
Το σπάνει η Γκόλφω το σταμνί Η αγάπη είναι ασθένεια
Κάνει τα χέρια της χωνί Δέηση σε νύχτα χωρίς αστέρια
Πέφτει μες την παραφορά ο κόσμος δεν την αφορά

Η πιασμένη αγάπη είναι χαλί στρωμένο
Είναι εργασμένο μάρμαρο νήμα βαμμένο.

Κάμποι που για νερό διψάνε Ψάρι που αντέχει στο βυθό
Η αυλακιά φύτεμα θέλει Διψάν σπαρμό Τα λαγγεμένα της λαγόνια

Ή Γκόλφω στενάζει στα έλη ,η καρδιά
σα δοθεί όλη μια φορά για πάντα δίνεται
κι αν το θολώσεις το νερό δεν πίνεται

Των εραστών μεστό λαγκάδι το βόσκει τρυφερό ζαρκάδι
Ανακαινίζονται βαθιά νερά δροσίνια αστράφτουν φεγγερά
Χρυσές οι κούπες των σωμάτων φέγγει το νέκταρ των στομάτων
Χορεύουνε τρελά οι φερομόνες μυστικά ευλογούνται οι κρυψώνες
Στη μουσική τους αιθερία υπεροχή, δαμάζονται παλιά και νέα θηρία
μαύρων κήπων και στεγνών ευωχία ανατάσσονται σε θερμή ωχεία
Ή κάψουλα του βαθύ θώρακα ξετιλά το μαύρο φτερό του κόρακα
Η φλόγα σα κορώνα ψήνει κόρο βυθών η αρραβώνα
Στης αγάπης τον αδιαπέραστο κύκλο πλήρες και ευφραντικό ανεβαίνει το σίκλο
Σύγκλαδο πλεκτό τα μέλη ιερωτάτη έλευσις, άβατη θυμέλη
Βάλσαμο ιερών καρδιών χορός συμπάντων των σφαιρών
Καίνε το κεχριμπάρι τους πλούτος στο αμπάρι τους

Η πιασμένη αγάπη είναι χαλί στρωμένο
Είναι εργασμένο μάρμαρο νήμα βαμμένο.

Θεοβάδιστο πόδι, φλουρί πουλί λεβέντικο
Ένα ιδρωμένο σύννεφο στης ρεματιάς τον έβενο
νερό θα στάξει από τον κόπο των κορμιών
Έκανε να προκόψει του ονείρου η κόψη η πλάση θα πλαντάξει
Τα σουσούμια του κορμιού της είναι μόνο για κείνον Μόνο για τα μάτια του
Ένα κοράκι δεν μπορεί να της κρύψει τον ήλιο
Στη σπορά του εφήμερου: Αστραπή και ξελόγιασμα

Η πιασμένη αγάπη είναι χαλί στρωμένο
Είναι εργασμένο μάρμαρο νήμα βαμμένο.

Στάζει φωτιά απ τα πέλματά της
Ο μυστικός γάμος είναι αγκρέμιστος
Σαν το νερό που πέφτει στους γκρεμούς
Και δεν τσακίζεται
Έχει την τόλμη αγκαλιά παραδομένη με κατάνυξη
Πίνει αστραπές και φλέγεται σαν ο πεύκος
Που τον χτυπάει κεραυνός την άνοιξη
Το χέρι ψάχνει για μεδούλι
Το στόμα στο κενό του κόκαλου
Το αίμα φυσάει
Οι πληγές κάναν περβόλι
Τώρα αυτό το ξέρουν όλοι.

Η πιασμένη αγάπη είναι χαλί στρωμένο
Είναι εργασμένο μάρμαρο νήμα βαμμένο.

Είχα την αγάπη της φίδι κολοβό
Ήταν εδώ ένας μελαχρινός θεός
Γι αυτό τις σιγανοπαπαδιές να τις φοβάσαι
Είναι βαθιά πηγάδια

Είναι η αγάπη φίδι κολοβό

Ποιό ρόδο κόβω, ποιάς ρίζας άρριζης;
Χόρτα δεν πιάνει η αγκαλιά και χόρταση δεν έχει
Φωτιά τα βάζει με φωτιά όποιος φιλί αντέχει
Μεταξένιο σάβανο θα μείνει το κουκούλι
ρούχο φθοράς της σάρκας το κουρέλι
Η πεταλούδα θα πετάξει

Είναι η αγάπη φίδι κολοβό

Τέρψη ματιών και της καρδιάς
Αλλά και την εκδίκηση είπανε γλυκιά
Όλοι το ξέρουν μια γλύκα άλλη σκεπάζει όποια μιση
Κι έχει φωτιά υψικάμινη δώρο από φύση

Είναι η αγάπη φίδι κολοβό

Ο,τι ονείρου αναμονή στα σκοτεινά είχε ετοιμάσει
εικόνα ξεμαγεμένη ολόγυρα από φωτεινά χράμια
Φεύγει θεριό απ’ την αγκαλιά το είχανε δαμάσει
Συννεφοκέλης λαμπερός τους πάει στα ουράνια

Την εποχή που τα παραθύρια γελούσαν
Που το περβάζι της λιανής κοπέλας
το φώτιζαν βασιλικά Τότε οι ματιές κεντούσαν,
κι οι σαϊτιές δεν ήταν μόνο του αργαλειού χαρά.
Οι στάμνες ξεχείλιζαν το αμίλητο νερό
ασήμια θεοδιάβαστα Γκρέμισε τώρα, καιρός
πολυκατοικίας, το βλέφαρο της κοινότητας.

Είναι η αγάπη φίδι κολοβό

ΧΟΡΕΥΤΑ

Ακέρως, ακαίρως έρχεται ο έρως
σε σκοτιδιασμένο μέρος
τρελοί της Λέρου εμείς
της τρελογιορτής οι χαραμείς
Λικνίσου εδώ κάτω απ’ του πλάτανου τα κλώνια
Σκορπίσου εδώ αλώνισε του χάροντα τ’ αλώνια
Χόρεψε της φτέρνας ο τροχός να σπινθηρίσει
Άσπρο πάτο μυστικά η γλώσσα να ψιθυρίσει
Μεδούλι αίμα κόκαλο η φωτιά να φλογίσει
Πικροδάφνης δροσιά θα τα ευλογήσει
*

#πήγαινε να γίνει μια σάτιρα ,δοκιμή ήταν φυσικά#

Μέρα αποφόρτισης

Νησί από κιμωλία
μουσικοί τραγουδάνε στο μυλοπόταμο
πειρατές έρχονται νύχτα με τις φωτιές
στην παραλία των κοριτσιών
θα σε προδώσουν.

Ο,τι συμβαίνει με τον άνθρωπο ψυχή το λένε

ένοχος αθωότητος

http://cantfus.blogspot.gr/2017/11/blog-post_43.html

tasos-leivaditis

(Τα δέντρα που κόπηκαν γι αυτή τη συλλογή έχουν αφήσει ορφανό τον άνεμο)

Περνά αθόρυβα μην τους τρομάξει καθώς αποκοιμούνται στην κρεμάλα και κόβει τα σκοινιά.Κάτω από την απλότητα ο ψυχισμός, γιατί και ποιητής και αναγνώστης είναι ιδιοτελείς. Εμείς ληστές είμαστε μην ψάχνεις για Χριστό, τον Εσταυρωμένο, πώς να σταυρώνεις την αθωότητα σταυρώνοντας ένα ληστή;

Προχωρώντας την ανάγνωση, σιωπηλά ακούς να μιλά κάτω απ’ τους τοίχους η συνείδηση του Μεταξουργείου. Πυκνά βιώματα με του λαού το βήμα. Και βλέπεις πόσο σιωπηλά δέχεται την πίεση του κόσμου. Πόσο θέλει να μιλήσει του κανένα τη διάλεκτο. Σαν να έχει πιεί του Σωκράτη του Αθηναίου το ποτό, κάθε νύχτα κώνειο.

Πιό πολύ εδώ τον εμβόλισε το μάταιο, οι άδοξες πράξεις και υπάρξεις. Ξεβολεύει τον καθιερωμένο κόσμο γύρω του. Χίλιες φορές το αφόρητο. Μέσα στη σύγχυση πρόσωπα κι αντικείμενα γίνονται ισάξια, έτοιμα να τα προσπεράσεις μα τα παίρνεις μαζί σου. Στοιχεία.

Μην περιμένετε νάχει συνοχή ο παραλογισμός των λέξεων, έχουμε τόσο τρομάξει που η πένα τρεκλίζει στα δάχτυλα σαν το σακάτη ανάμεσα στα δεκανίκια του πράξη που τον κάνει ακροβάτη. Αυτό το παράλογο τού το επιβάλλει ο κλοιός της πλατείας Κουμουνδούρου. Αυτό το πηγαινέλα της μαγικής του πόλης που διψά μέσα στη σκόνη μέσα στα χωματένια σπίτια δίπλα στο μαγκάλι, μιά Αθήνα αλλιώς.

Με το ασυνάρτητο σαν να θέλει να ταιριάξει τα σπασμένα κεραμίδια σε στέγη που στάζει μα είναι μάταιο. Η βροχή βρίσκει να μπεί.Το κοινωνικά άδικο είναι άμετρο αδιάλειπτο. Όνειρα κάτω απ τη φτερούγα του ύπνου, κάτι ξέρουν τα πουλιά που εκεί καταφεύγουν κρύβοντας το κεφάλι τους.

Συντροφιά με το αλλόκοτο, έστω στις λέξεις, για ν αντέξει το απόκοσμο. Ως άνθρωπος του άστεως, τίποτε δεν τον σώζει. Όπου να κοιτάξει είναι τοίχοι και τον διώχνουν, δεν δέχονται το βλέμμα του, δεν δένουν στο βλέμμα του. Η πόλη αναζητά μόνη της θεό. Είναι σαν μιά αγρύπνια στο τίποτε που σε σπρώχνει όπως άνεμος το σύννεφο να βρέξει ή να χαθεί πέρα απ τα βουνά βαθιά στον ουρανό. Σφηνώθηκα μέσα στις σελίδες του Χρυσού οδηγού (που δεν μπορεί να γίνει οδηγός για χρυσό), μες στους ανώνυμους να αφανιστώ, ψύλλος στ’ άχυρα. Ο ποιητής μαθαίνει απ’ τον κλέφτη πώς να κλέβει από τη λέξη νόημα κι άλλο νόημα:

Οι πεθαμένοι μου, σκιές, έρχονται μου θυμίζουν πόσο πολύ υπάρχω, ιδίως τις νύχτες, κι ακούω τ’ακρογιάλια. Να τι παρέχουν οι νεκροί, ένα βαθύ αίσθημα του υπάρχω με τη βαθιά τους απουσία. Με τις δυσκολίες μου μηνύουν οι θεοί τα καλλίτερα για μένα, είναι ο πλούτος μου, -αν και μονοθεϊστής, και το πλήρωσε ακριβά, αταξικού μέλλοντος. Δυσκολεύομαι άρα οι τοίχοι του δωματίου μου πλησιάζουν σαν μέγγενη. Μόνο έτσι θα σωθώ.

Όταν συνειδητοποιείς ότι σ’έριξαν σε μια υπόθεση ανυποψίαστο, σαν βγείς από το χιμαιρικό ο τρόπος να φωνάξεις γίνεται υστερικός, κι ανακαλύπτεις σαν ξεχασμένα τα αυτονόητα.

Στον παγανισμό κατέφυγαν οι νεοκλασικιστές, στο γοτθικό ο ρομαντισμός, και ώ τι περίεργο, ο υλισμός χώρο έχει τον προφητικό κόσμο, αρχομένου υπό του θεμελιωτή του, ξεκίνησε σαν φάρσα στη γερμανική ιδεολογία, κατέληξε τραγωδία στου κανενός το ρόδο από στάχτη. Δεν μπορούμε να εξεικονίσουμε το μυστήριο αλλιώς. Η ύλη ονειρεύεται με σύμβολα βιβλικά.

Και άξαφνα τον καταλαμβάνει το θαύμα, μέσα στην παιδική του αφέλεια αρχίζει πραγματικά να ονειρεύεται ξηλώνοντας το όραμά του κάνοντας χαρακιές στο απροσδόκητο αθέλητες, τον παρασύρει του χαρακτήρα του το ίδιον, και η ποίηση δε θ’ αργήσει νά έρθει.

Η πιό στιγμή του:Τα μοναχικά ποιήματα.

Το ποίημα πάντα είναι μιά υπόσχεση για καλλίτερο ποίημα, κι απ’ αυτό έρχεται ,επειδή θέλει να ξεκινά από το μέλλον να κατευθύνεται εδώ που το παρελθόν φεύγει, σαν για να το συναντήσει. Αυτό είναι η παράδοση. Βγαίνεις απ’ τη σκιά της προκατάληψης και όλο το βιωματικό ζείν σ’ αρπάζει, το ζεις.

Συναντάται με το Ευαγγέλιο γιατί είναι το πιο υλικό πράγμα. Κι έτσι πολύτιμο χρυσοντυμένο, κλείνει εκεί χιλιόχρονη μνήμη, κλείνει διαβάσματα πάνω απ το κεφάλι των νεκρών, μεγάλη λάμψη κι ακούμε τα βήματα.

Πρέπει να είσαι οι ράγες για να είσαι τόσο απαραίτητος στα τραίνα, και για να γίνει ένα πράγμα πουλί πρέπει να κλωσσηθεί στο αυγό του, αλλιώς δεν πετά. Η νοσταλγία είναι από ύλη, διάβασα για τη μοίρα μας στο τυφλαγκάθι, την επαλήθευση πως τα όνειρα είναι όνειρα, τη δίνει η ίδια η ζωή, συμβαίνει το δράμα ακριβώς εδώ δίπλα, δεν θα το συναντήσεις, αν δεν σου συμβεί

η νοσταλγία για το αόρατο.

Γιατί αν δεν σου αποκαλυφτεί ο ποιητής στη σοβαρότητά του κι αν δεν αδιαφορήσει για πόζες δύσκολα θα φανερωθεί.

Πόσο ευτυχής σαν που νιώθεις ότι έρχεται με μόνα υλικά τις φράσεις του τόσο γυμνές λες και του δωρήθηκε το μυστικό ατόφιο.

Θα καταφέρει να σε κερδήσει με την ανάγνωση, αφού το νιώσεις πως με τίποτε πάει στην ποίηση καταξοδεμένος, κι η φωνή του πάει ίσια από κοχύλι, κι αρχίζει τώρα να γίνεται αλήθεια Λειβαδίτης, κι ένα λιβάδι ετοιμάζεται να δεχτεί να το διασχίσει διπλασιάζοντάς το στο άπειρο.

Πού οδηγεί αυτός ο δρόμος Αρτύρ, η οδός Αβυσσηνίας, κι αυτά τα όπλα που πουλάς ποιούς έχουνε σκοτώσει, και πόσους ακόμα θα σκοτώσουν; Τι θέλει αυτός ο κόσμος Αρθούρε;

Κι αν αγαπήσαμε ήταν για τη ζωή.

Μόνον ολόκληρον μαντεύεις τον ποιητή. Ποτέ από σπόντα.Κι ύστερα προβάλλει με την αλήθεια του, αυτή δίνει του στίχου ομορφιά. Κι όπως λέει ο ίδιος, ας αφήσουμε στον αναγνώστη την αποκάλυψη.

Αν αγαπήσαμε ήταν ζωή.

*

Λειβ

Χρειαζόμαστε τη λέξη να λέει.»Ο λόγος φανερώνεται στο λέγειν».

Έκτωρ Πανταζής

Μαύρο Γεράκι

https://cantfus.blogspot.gr/2017/11/blog-post.html?spref=fb

-Υπάρχει ένα κατάμαυρο πουλί [….] όπως κάνουν όλα τ’ άλλα πουλιά..μοναδικό χρυσό φτερό»,.. σοβαρή χάρη του χρωματισμού, ανείπωτη γλύκα της φωνής, ..ρυθμικές κινήσεις του χρυσού φτερού. Δε φεύγει ποτέ μπροστά στον κίνδυνο […]όπως κάνουν όλα τ’ άλλα πουλιά-

Ο Γονατάς, εστιάζοντας στο μαύρο, φέρνει κοντά το χρυσό, με ανακίνηση των ρημάτων του δημοτικού τραγουδιού, δημιουργεί ένα ρήγμα στην τρέχουσα οπτική των χρόνων του. Υπόρρητα αυτό, σαν να βγαίνει από το ασυνείδητο, είναι ένα σκάμμα στα σπλάχνα του σουρρεαλισμού, για αθλοπαιδιές γλωσσικές.

Φτιάχνει κάτι από χνούδι γλώσσας, χνούδι από μάγουλο παρθένο κορασίδος. Σαν να κάνει μια περίληψη με την έννοια του περιλαμβάνω, από σελίδες Εμπειρίκειες, από αυτό που εννυχεύει στου Σοφοκλή τα λυρικά χορία

ο διανυκτερεύων λόγος

Πεζοποίημα, αλλά που θέλει να είναι κάτι διαφορετικό από ποίημα, θέλει ταυτόχρονα να είναι παραμύθι τεχνολογία τυπογραφική, πεζογράφημα και νερογράφημα μαζί. Γράφει πάνω στο νερό. Διαβάζεις με ανακούφιση σαν στα παραμύθια, και ταυτόχρονα βυθίζεσαι σε ένα κόσμο πλασμένο, δημιουργημένο, που σε αναπαύει. Μεταβάλλον αναπαύεται*. Σε αναπαύουν και τα επιμελημένα, με μεγάλη έγνοια να είναι έντεχνα, να φέρουν μέσα τους την υλική τους τέχνη, τυπογραφικά δοκίμια.

Αρχετυπείο ο ΓΟΝΑΤΑΣ. Έφτιαχνε τεχνολογικά γλυκίσματα στο φούρνο του τυπογραφείου, και τα σερβίριζε σε βιβλίδια, που ήθελε ο αναγνώστης να τα καταπίνει, όπως ο Ιωάννης της Πάτμου κετέφαγε το ειλητάριο που του έδωσε η Μορφή, ως κηρίον αποστάζον μέλι. Από αυτή τη μορφή αντλεί. Κεραυνωμένος πάτμια κράματα. Από το Ιδού! Θεϊκή προσταγή της μούσας. Θέλω να πω, Ήθελε να έχει το γραφτό του έναν αποκαλυψιακό τόνο, και ρυθμό, χωρίς να έχει ακριβώς θεολογικές αποχρώσες. Αλλά αποχρώσεις να έχει. Αρχετυπικώς. Πόνταρε πολύ στο μελάνι και το χαρτί. Και τη χαρακτική. Είχε ένα τακτ. Ψηλαφούσε με τέχνη, ένιωθε το χέρι στα τυφλά το γράμμα στις γλυφές. Σεβόταν το γράμμα. Ήθελε το θαύμα να συμβαίνει στη σελίδα του, αδιόρατα ή αν θέλεις με το αποτέλεσμα, να προκαλείται στον αναγνώστη. Σ’ αυτό το θαύμα πίστευε. Αγαπήθηκε. Δεν είχε εχθρούς.

Δούλεψε αυστηρά, σαν αλχημιστής που ήθελε να φτιάξει χρυσάφι, έστυψε νου και γλώσσα και τα μέσα του, ήταν άγιος με θεότητα τη γλώσσα, την τεχνολογία της, υπήρξε τεχνολόγος (με τη λογοτεχνική έννοια) αγάπησε το επίθετο όπως ο χρυσοχόος το επίχρυσο, γιατί αν το επίθετο επιχρωματίζει εκείνος επιμεταλλώνει. Το αργυρό, ήταν το στοιχείο του, το ασημικό. Σαν η σελήνη ήθελε να ρίχνεται στο νυχτερινό κόσμο με το λόγο του, να φωτίζει με ένα χρώμα, σκιάζοντας, προκαλώντας ρίγος, το ρίγος της νύχτας στων κοριτσιών τα όνειρα.

Είναι εικόνες που δύσκολα εξαφανίζονται από τα μάτια του νου ή εντείνονται, για κάποιο λόγο κι αυτό που μένει είναι η περίσσειά μας, το βάθος είναι ασύνειδη, ακούσια, αθέλητη, μνήμη και ανακαλείται από κάτι απρόσμενο.Το βούτημα ενός μπισκότου στο τσάι ( ή στο σκότος αν θες, σε μιά τρικυμισμένη περιοχή από πυκνό συναίσθημα και το αναδεύει σαν κουταλάκι τη ζάχαρη). Αναδεύω το σκοτάδι σου κι όλα σου τα κρυφά προβάλλουν βγαίνουν σαν αφρός, Σε καταχωρώ στην ελίτ .

Γκόμενα μαυρομάτα η πένα σε βγάζει ασπροπρόσωπο αν τό’χεις, μιλώ μεταφορικά πάντα. Μιλώ για το συγγραφέα, τη μεταφορά. Είναι ο μόνος λόγος που σώζει. Η γλώσσα είναι ήθος όπως και η σκέψη.

Δεν αναζητά ύφος, γιατί η γραφή του είναι ήθος. Ένα βαθούλωμα ανεπαίσθητο στη σελίδα εκτρέπει τα νομήματα στην τρυφερή κοίτη που απεργάζεται στο μυστικό εργαστήρι των τύπων. Ψαύει επί τον τύπο των ήλων, στάγματα, και τα βρίσκει. απορρέει από ενδιάθετο ήθος πηγή του ύφους του. Είναι ίδιας κοπής με το συνοδοιπόρο του στα πάτμια κελεύσματα Παπαδίτσα, που ήταν ψυχίατρος στη Λέρο και έκανε από εκεί συχνά επιδρομές στην Πάτμο όπου κεραυνώθηκε, το ίδιο στους Δελφούς, ήθελε να νιώσει από πού έρχεται ο Λόγος, για τον Ιωάννη και για τον Ηράκλειτο, ξεκίνησε μαζί με τον Κακναβάτο καταγόταν απ τη Σάμο όπως και ο άλλος μέγας ο Γ. Θέμελης, αγριοτριανταφυλλιά αναρριχώμενη μέχρι των κοριτσιών τον ύπνο.

ξετυλίγεται σαν χαρτί υγείας, αλλά και κουζίνας να είναι και χειρουργείου , -είναι τάχα πιό τυχερό-,

η ψυχική ζωή των,

που γιορτάζει ανάψτε της κανένα κερί

——————————–

είναι εδώ μια πτυχή, νοστιμίζει το φλερτ με αυτό το νόημα_νόμημα σε προκαλώ προσκαλώ</strong>

****

Το είδωλο

Υπάρχει ένα κατάμαυρο μεταξωτό πουλί, μ’ ένα μοναδικό χρυσό φτερό στην ουρά του.

Όταν προβάλλει η αυγή, κίτρινη, μετανοιωμένη στα περιβόλια πίσω απ’ τις μουσμουλιές ή όταν αρχίζει το σούρουπο ν’ απλώνει τις γαλαζοκόκκινες σκιές του στις άπατες λαγκαδιές, τότε το πουλί, που φωλιάζει στις πέτρες των έρημων λιβαδιών, βγαίνει απ’ την τρύπα του, ξεχύνεται στο δάσος με τα κουδούνια – το χνούδι του ζαλίζει τα λουλούδια. Είναι το φόβητρο των μυημένων κυνηγών. Στη μουσική των φτερών του υποχωρούν τα βήματά τους.

Δε φεύγει ποτέ μπροστά στον κίνδυνο, δεν αφήνει ποτέ τη θέση του, δεν κρύβεται ποτέ απ’ τα μάτια των εχτρών του ταξιδεύοντας τυλιγμένο σ’ ένα πράσινο φύλλο, όπως κάνουν όλα τ’ άλλα πουλιά

Μετριούνται στα δάχτυλα οι κυνηγοί που μπορούνε να παινευτούν ότι το είδαν δυο-τρεις φορές ολάκερη τη ζωή τους. Αλλά ούτε ένας ταριχευτής σπάνιων πουλιών δεν καυχήθηκε ως τα σήμερα πως πλούτισε μ’ αυτό τη συλλογή του.

Τη στιγμή που είναι έτοιμος πια να τραβήξει, βλέπει με φρίκη, στο κλαδί, στο βράχο ή στην πεζούλα του ξεροπήγαδου, το ίδιο κατάμαυρο πουλί να τον κοιτάζει, αυτή τη φορά μ’ ένα αλλιώτικο βλέμμα.

Αλλοίμονο σ’ εκείνον που χωρίς να ξέρει συναπαντιέται οπλισμένος, για πρώτη φορά μαζί του. Τον προσκαλεί να πλησιάσει με τη σοβαρή χάρη του χρωματισμού του, με την ανείπωτη γλύκα της φωνής του, με τις ρυθμικές κινήσεις του χρυσού φτερού του. Ο κυνηγός ανυποψίαστος φτάνει κοντά, σημαδεύοντας πάντα με υψωμένη την καραμπίνα κατά πάνω του και το δάχτυλο σταθερό στη σκαντάλη.

Πού τα ξέρει αυτά τα μάτια; Πού τά ’χει ξαναδεί αυτά τα μαλλιά; Πού τα θυμάται αυτά τα πολύ γνώριμα χαραχτηριστικά που είναι αντικρύ του;
Όχι δεν κάνει λάθος.
Στο μαύρο κορμί του πουλιού, στη θέση του κεφαλιού του, βρίσκεται τώρα κολλημένο το μικροσκοπικό ομοίωμα της δικιάς του κεφαλής. Είναι το δικό του πρόσωπο που, σαν μέσα από αναποδογυρισμένο κιάλι που μικραίνει τα πράματα, σημαδεύει στο κλαδί, στο βράχο ή στην πεζούλα του ξεροπήγαδου.

Ποιος θα τολμήσει να ρίξει το βόλι πάνω στο είδωλό του την ώρα που πάει να χτυπήσει ένα πουλί;

Ο Επαμεινώνδας Χ. Γονατάς (Αθήνα, 1924 – Αθήνα, 25 Μαρτίου 2006) ήταν Έλληνας ποιητής και διηγηματογράφος της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, ο οποίος διακρίθηκε κυρίως ως «λογοτέχνης του παράδοξου».

*Μεταβάλλον αναπαύεται. Ηράκλειτος, 544-484 π.

Εφόδιο άσμα

εφόδιο ο Ι. Χ.Θ.Υ.Σ είναι : Neoklis Kyriacou

Μόνο λευκό βλέπει το μάτι
μαύρα μου χελιδόνια από κάτω σαν βαμπάκι
γιατί μαυρίζετε
τα λεία φτερά τα ψαλίδια
χελιδόνες σταυροί μαύροι χελιδόνες άσπροι σταυροί
κόβουνε άγρια τα μελτέμια με τα σπαθιά φτερά
άλλα σπαθιά στα χέρια αντιλαλούν ψαλμουδιές
νερά λαλούμενα άνοιξη κεχαριτωμένη
μέλισσες άνθη λούζονται
δροσολογούνται χείλη φωτεινά κοριτσιών σαν χάραμα
Σιδηρός ο ανεμοδείχτης στο γαλανό υψώνεται καμπαναριού
άνεμος παραχαράκτης αυτός ο μέγας χαμός στα μαλλιά σου
Στου αίματος τα πορφυρά
χύνονται δάκρυα
βίου απόδειξη ακριβή
μας άφησε διαθήκη διάσημος για το θανατό του
Μειδιάματα φωτοχυσία παιχνίδια χίλια
χελιδόνες σε τρελό χορό βουτάν χάνονται
λεία φτερά ψαλίδια κόβουν μελτέμια άγρια
μαύρα μου χελιδόνια από κάτω σαν βαμπάκι
γιατί μαυρίζετε
Μόνο λευκό βλέπει το μάτι

Μόνο λευκό βλέπει το μάτι
μαύρα μου χελιδόνια από κάτω σαν βαμπάκι
γιατί μαυρίζετε
τα λεία φτερά τα ψαλίδια
χελιδόνες σταυροί μαύροι χελιδόνες άσπροι σταυροί
κόβουνε άγρια τα μελτέμια με τα σπαθιά φτερά
άλλα σπαθιά στα χέρια αντιλαλούν ψαλμουδιές
νερά λαλούμενα άνοιξη κεχαριτωμένη
μέλισσες άνθη λούζονται
δροσολογούνται χείλη φωτεινά κοριτσιών σαν χάραμα
Σιδηρός ο ανεμοδείχτης στο γαλανό υψώνεται καμπαναριού
άνεμος παραχαράκτης αυτός ο μέγας χαμός στα μαλλιά σου
Στου αίματος τα πορφυρά
χύνονται δάκρυα
βίου απόδειξη ακριβή
μας άφησε διαθήκη διάσημος για το θανατό του
Μειδιάματα φωτοχυσία παιχνίδια χίλια
χελιδόνες σε τρελό χορό βουτάν χάνονται
λεία φτερά ψαλίδια κόβουν μελτέμια άγρια
μαύρα μου χελιδόνια από κάτω σαν βαμπάκι
γιατί μαυρίζετε
Μόνο λευκό βλέπει το μάτι

κόβεται ο αυγερινός

Diana

στα βυθίσματά σου τα υγρά όταν κόβεται αυγερινός σαν κίτρο,μυστική των κήπων κοιτίδα τρυγάς στίλβον φέγγος.

“ ύστερα πρέπει να βάλλω την Άρτεμη στο λουτρό,-αυτήν που βρέθηκε στην Απτέρα. Γιατί έχει δυό βυζάκια μούρλια και θά’θελα να τη δω γυμνή σαν την αλήθεια που εχθαίρεσαι ,κι ας τράβαγε μετά την κοφτερή της σαΐτα να μ έγδερνε ο ασημένιος ήχος της “ – Diana.

ή όταν στα χείλη της αυγής περικάθηται δρόσος ο Λόρκα στίβει λεμόνια από χάραμα
κι εγώ αυγές σε γυαλιστερές και πεταλίδες και σε ταΐζω στη γλώσσα σαν νεοσσό
ενώ εσύ προσεύχεσαι στον ήλιο γυμνόστηθη στον άνεμο γυμνόποδη στην άμμο βρέχονται οι πατούσες σου στο κύμα σε ταΐζω αμυγδαλάκι πράσινο αλατισμένο
ξεκινάμε τα παραμύθια έτσι: Μιά φορά κι έναν καιρό ήταν και δεν ήταν
το αναγκαίο είναι αδύνατο!
η πάχνη διαλύεται τα μάτια ανοίγουν
-το χρόνο;
-τον πραγματώνουμε,τον κάνουμε να μας ικετεύει τον κάνουμε να αργοκυλά σαν μέλι και βάζει τις στιγμές σαν μέλισσες να χτίσουν ένα κόσμο με διάφανη κερήθρα σε κάθε σχήμα και μέγεθος ,από μέσα προς τα έξω όπως τα ποιήματα
*
πετώντας με μιά φτερούγα όπως οι ποιητές
Επιστρέφω τα πράγματα προσδίδω υλικά από τις καταστροφές,δημιουργώ ανάκτηση,παρότι ο κότσυφας είναι μαύρος έστω και σε μιά σκιαγράφηση όμως θα μπορούσε να είναι λευκός όταν μαυρίζει καθολικά το φόντο των ερειπίων
με τον κότσυφα απροσδιορίστου χρώματος μαύρο και άσπρο,πτερυγώνω ,κάνω φιλοσοφικές πτέρυγες,Με της φιλοσοφίας τα νερά φτερά.
______
Κινητικό αίτιο μεταφοράς
βάρος έκτακτου μεσημεριού
αλφαβητάρι τού είναι ,επινοητής ρυθμού,σφυρί
του κόκκινου και του γαλάζιου
————
η παρθενική ζωή των αγγέλων είναι το σμάλτο της ψυχής
*
ότι και να ζεις ,είναι από τη μεριά της ζωής Στη μεριά του θανάτου ούτε ο θάνατος υπάρχει.Εκεί δεν ανασαίνει τίποτε. Στο λόγο κάνουμε άπειρη χρήση περατών μέσων
σε μια εποχή που η μυθολογία είναι λευκή δεν έχει χρώματα,όπως ο κότσυφας πιο πάνω το φόντο είναι τόσο μαύρο που είναι λευκή το λευκό δεν είναι χρώμα λευκό είναι μόνον όπως λέμε λευκός στίχος
αυτή η εκκλησία,δεν είναι εκκλησία δεν έχει αγίους,την αύρα των αγίων την έχουν προσεταιριστεί οι λέξεις η εικόνα των λέξεων στη θάλασσα των λέξεων παίζει αυτό εδώ
οι θεοί έχουν φύγει τα πήραν όλα μαζί τους η πολιτεία έχει φύγει ότι ήταν δικό τους ο πολίτης έχει αποσυρθεί μέσα του,ελλείψει πόλης
φαίνεται σαν να είναι όπως παλιά,αλλά αυτό είναι μόνο ένα μετείκασμα με τον τρόπο που λέμε βίος και πολιτεία ,θα μπορούσε,αλλά δεν μπορεί.Έχει ταυτόχρονα διασπαστεί το άτομο έχει πολλούς εαυτούς πλήθος υποστάσεων στη διάρκεια του βίου παλιά ήταν στατικός,έπαιρνε τη ζωή του από την ομάδα, ήταν προσδιορισμένος θρησκευτικά πολιτικά εθνικά οικονομικά οικογενειακά δεν είχε δικαίωμα στη διαφορά,ακόμα και στο πώς θα ντυθεί,κάθε τόπος είχε τη στολή του με διακριτικά υποχρεωτικά, τώρα είναι ένα ηλεκτρονικό πλάσμα με κάρτα από διάφορα νούμερα,Δεν ήταν διαφορά αυτή.ήταν πολύ μακριά το διπλανό χωριό
καμιά σχέση είναι νέοι προσδιορισμοί ωχ πάλι ήταν κοινωνίες ομάδος ούτε ψωμί δεν δικαιούνταν έξω από το χώρο του.Ούτε τα πρόβατά του δεν μπορούσαν να βγούν από τα όρια
κοιτάμε να δούμε τη φορά που έχουν τα τωρινά πράγματα με όρους περιγραφικούς της κατάστασης
*
ΠΕΝΤΕ ΚΑΙ ΠΕΝΤΕ ΚΑΙ ΦΕΓΓΕ
φωτιά που ανοίγει σαν δέντρο να μας χωρέσει στη φυλλωσιά της
και Σύ βγαίνεις ρίγος , λαμποκοπά η λάμα κόβει ηδονή τα κορμιά
ρίγος τρύγος
τα τριζόνια της κοιλιάς σου
τάραγμα
οίστρος κι απόδραση
γέρνει η παλάμη κάτω
σφαδάζει
αλαφιάζεται
σκιρτά κι ανάφτει
σ’ όλο το σώμα λευκό
ερωτική οργή αστροπελέκι
λευκός θυμός

αυτό που νοσταλγώ εγώ δεν υπάρχει

κάτι πολύ βαρύ.Διστάζει το πρωινό

αυτή εδώ τη γέννησε ο Μπερνίνι σάρκα απο μάρμαρο υγρότητα ,πάλλουσα επιφάνεια,η Προσερπίνα, η καθ ημάς Περσεφόνη
και πήρε σάρκα ο λόγος και ετεκνώθησαν θεοί

στα νεωτερικά ήθη με ρόκ ανταύγειες λύθηκαν οι φωνές

λύνεται το μέσα,εκεί είναι και το μοναδικό μας ταξίδι έλεγε ο Ρίλκε ,ο γιός της μούσας και ζητιάνος,

ο ποιητής

κέντρο του και περιφέρεια ένα,στο μέτρημα της αβύσσου μετρά μηδενικά,
χτίζει με χαλάσματα(Ίλιο Θήβα Μυκήνες
μια νέα Τροία,
τώρα τη χτίζει κάθετα και την εγκαταλείπει ,ΝΥ,γινόμενος ερημίτης

γράφει περισσότερο με το ραβδί του,(Μπέκετ,Τζόυς Μπέρνχαρντ Πάουντ Σελίν),
δεν παύει όμως να στραβοπατάει σαν κλόουν τα παπούτσια του,

είναι λοξίας ,έτσι ήταν πάντα
έτσι μας παρέχει μια πιο πυρακτωμένη εμπειρία της ύπαρξης
γιατί εν τω μεταξεί έχει μετατοπιστέι η πραγματικότητα,και μόνο οι ασκημένες και οξυμένες κεραιες πιάνουν τα σήματά της

αυτό λέγεται μαντεία του πραγματικού
θέλει νωπή πληγή
να νιώθεται η ύπαρξη
μην πιάνει κρούστα,Φιλοκτήτης στη Λήμνο
ο νεορεαλισμός πχ οι νέες του εικόνες
δεν μπορείς να τη δεις την άβυσσο αν δεν πλησιάσεις τα χείλη της
(για όποια χειλη κι αν πρόκειται)

αν ο ποιητής ο διανοητής χτίζουν στα χείλη της αβύσσου ,ο άγιος χτίζει στο στόμα της
πχ Άγιος Οιδίπους,άγιος της ουτοπίας μας

η απουσία
περιβάλλει σαν αγκαλιά την παρουσία
εδώ έγκειται το μυστικό της αγάπης,εκεί κατεβαίνει ο Όμηρος να τη βρει να τη δει
στο μυστικό τάφο μέσα του,
μυστικό και του έργου
*
Αυτό που βρίσκει ο Βενσέν είναι ένας ήλιος που μπήγεται στο οργωμένο χωράφι ,κι όλα αυτά στον καμβά,στο λερωμένο πανί του κόσμου από τα ξίδια που πίναμε

το Υπερβατό

είναι αυτό σαν άδυτο

Ο ήλιος καρβουνάκι αναμμένο βούτηξε στο θυμιατό ,μια άχνη λεπτή λιβάνι κάτι πολύ βαρύ.Διστάζει το πρωινό κάτι πολύ βαρύ.Διστάζει το πρωινό έτσι μας παρέχει μια πιο πυρακτωμένη εμπειρία της ύπαρξης,γιατί εν τω μεταξεί έχει μετατοπιστέι η πραγματικότητα,και μόνο οι ασκημένες και οξυμένες κεραιες πιάνουν τα σήματά της

καιόμενο ρετσίνι πεύκου μαζί,θυμίασε το ανοιχτό. έρως ιερός, στιγμή που σμίγει γή κι ουρανός.

Τοπίο με νερό μες στο φως

Στην ψύχρα αλλάζω φιδορούτι,αμφιβάλλω όμως υπάρχω,
ένα βουνό μετάλλευμα για λίγο μέταλλο,κάτι
να πέφτει κάτω από το βήμα,κάτι
να αιωρείται ως ρώτημα λίγο πιο ψηλά
στη διάλεκτο των βουνών
Ποιός να τό ‘λεγε ότι τόσο γρήγορα θα τελειώναμε
όπως σώνεται μια φωτιά από έλλειψη ξύλων
αφού δεν έχει άλλο σάρκα να κάψει
Λευκή χαίτη χώνεψε όπως αφρός στα χαλίκια της αμμουδιάς
προσφορά στην κοιλάδα με τους ροδώνες
πέρασμα αυλώνα στο σκοτάδι
και χυμός αγριοδαμάσκηνο Κυθέρειας
Τέτοια μέρα όποιος θρηνεί πρέπει να κρύβεται
Πώς να’ ρθω πίσω αφού με τραβάν εκείνα τα λημέρια
βρίσκω το λαβωμένο μαυροπούλι
φτερουγάει σκοτάδι μες στη φούχτα
στήθος απαλό ζεστό μάτι ανήσυχο
ράμφος δαιμονισμένο κλώσας
Κοκαλάκι σου φορώ στα μαλλιά το νιό φεγγάρι
φουστάνι θάλασσα ως τα στήθη
πίνω της σάρκας σου αρμύρα το πιο βαθύ θαλασσινό
Τέτοια μέρα όποιος θλίβεται πρέπει να κρυφτεί.

ένα κλωνάρι ερωτιά

να διψάς διψασμένη μου γαζέλα νάρχεσαι
το μουσκεμένο σου ρόδο να σχίζω
απ τα άνυδρα χείλη σου να τρυγώ το μέγα μέλαν ύδωρ του φιλιού σου
πανθέρα μου ατελείωτη
να σμιλέψω απ τα χείλη σου απ τη φωτιά σου, τα καυτά που θεμελιώνουν στη νύχτα τους πόθους
φρέσκια να κόβω το φιλί σου
σε έρωτες να σε γδύνω μέχρι εσένα
ένα
φύλλο συκής παλάμη να κρυφτείς ,να φανερωθείς
στο χέρι μου
που σε χαϊδεύει να γίνεις περβόλι να σε τρυγώ
κίτρα οπώρες
οι ρόγες κάτω απ το αμπελόφυλλο
να μεθά το στόμα στη σκοτεινή σου αλόη
βαθιανασαίνεις ριγείς
ανατριχιάζουν οι λεμονιές κιτρινίζουν
κόβω λεμόνια από χάραμα
πικρολέμονα σαν το φιλί σου ηδονικά

η αρχαία νύχτα γύρω μας σου ψιθυρίζω
την αγκαλιά σου θυμάμαι στο όνειρό σου κοιτάμε
*
κοίτα με νύχτα που σε παίρνω
κόκκινα χείλη πιο κόκκινα θέλω
στο πιο κρυφό σου σε αγγίζω ριγούν τα φύλλα,
ανατριχίλα,φίλα όσο θες φίλα

κι ήταν η γάμπα που έφεξε μια στάλα
και κατεβήκαμε αφού ανεβήκαμε τη σκάλα

κι είναι ο Σεπτέμβρης τοίχος κήπος ανοιχτός

Όταν το μοντέλο αργεί

Ακόμα είμαστε στη στροφή που πήρε
το δόρυ ,υπό διωγμό και μεταμόρφωση
μυρέλαιο στάχυς στεφάνι μυρτιάς
ανοιχτά της σελήνης
όστρακα θραύσματα και βότσαλα
Σαν σάρκες απλώνονται βουνά πλαγιαστές λαγόνες
μορφάζουν σαν πρόσωπα πόνου και εγκατάλειψης
Είδα το φάσμα τους να λέει:
ο θάνατος στριμμένο κέρατο οργώνει ξεοργώνει
Γιατί πως λάμνει δεν το’ ξερες ώσπου το είδες
Κατάστηθα σε χτύπησε η πίκρα στην αντηλιά
H Ευρυδίκη συνομιλούσε με τον άγγελο της δροσιάς
Της Κέρου άκρα κορυφή σαν των στηθειών της ρώγα
χυνόταν τα μαλλιά της στο γυαλί της θάλασσας
Ακροκέραμο η ομορφιά που είδα
από μοσχομηλιά από αντίκλαρο
Ο ήλιος σε δίσκο κερασμένο μήλο
Τι θα σήμαινε να μου παραδώσουν το σχήμα τους τα πράγματα
Τι θα σήμαινε να παρηγορηθούμε στη μορφή;
Γύρω από κενό κοχύλι στριφογυρνά η παρουσία.

* ΤΟ ΘΕΡΙΝΟ ΗΛΙΟΣΤΑΣΙ Ο,ΤΙ ΒΡΕΞΕΙ Ο,ΤΙ ΣΤΑΞΕΙ

γλυψ

δεν θέλω γω του έρωτα τα τσαλοπατημένα μόν θέλω με το χάραμα να τραγωδείς για ημένα
στοιχημένο στα πέρπυρα
μελετάω το πεζογραφικό μας τώρα,μεχρι ν ανέβω στο δοκίμιο και στη φιλοσοφική μας πραγματεία ακέραιος όχι πανσέληνος αλλά απλά πραγματευτής,ξεγλωσσιάστηκα για σένα ώ Ελευθερία! (Καλβοσολωμός) καύλο λάλο ανάστημα,εκπαιδεύω τη γλώσσα μου γλείφοντας έναν έναν τους σπόνδυλους ναών τε σωμάτων άχραντων ώ Ελευθερία!φτού ξελεφτεριά
Απ όπου και ν αρχίσεις πάλι απ την αρχή θ’ αρχίσεις,λέει μια παροιμία,μόνο με τη γυναίκα ξεκινάς αγκαλιάζοντας τη μέση της και ξεκινάει το ατέλειωτο πανηγύρι του ψίθυρου καθώς σείονται οι γοφοί της στο ξάναμμα του εφηβαίου
——
Διαγραφές ,να μοιάζουν όλο και πιο πολύ τη μελανή καμπύλη της χελιδόνας μπροστά απ τα παράθυρά σου,να χτίζεται ο παρθενώνας μόνο με αυτές τις μελανές καμπύλες,μάτια ορθάνοιχτα κάτω απ το φρύδι το σαν χελιδονιού φτερό.
Α,δεν είναι δικό μου αυτό,είναι του φειδία,που όλο καμπύλες γεωμετρούσε το Ναό της Παλλάδας,
κι εγώ φυλλομετρούσα τα φύλλα του ρόδου σου ,ακριβή πολυτέλεια να πάω μέχρι το μεδούλι τον έρωτα σκίζοντας το γαλάζιο της ηδονής,ένας χάρτης,η χάρι της!χάρις
παραδωμένος στη γλυκειά δυναστεία της κοιλάδας των ρόδων
ρόδο ρόδο τον καημό σου κόβω αναρριχώμενη τριανταφυλλιά μου!μια κούπα δάκρυο σαν το νερό της θάλασσας πικρό κι αλμυρό και ιδρώτας απο τα μάτια σου κι απ του κορμιού σου τ’ ακριβά στα μάγουλα σου και στο σώμα σου που κύλησαν υλικά αγάπης σαν λύθηκαν τα μέλη δονούμενα
Όχι δεν έχει εδώ τέλος,ο έρως είναι ατελής έχει ατέλεια δεν τον πιάνει εφορία μόνο εύφορα φέρνει είναι το ευφορικό δίκαιο
Εδώ είναι οι επικράτειες της Αφροδίτης, ό,τι καταποντίστηκε αναδύεται από τα υγρά βασίλεια θαλάσσιας μοίρας,μελτέμια αιώνια φέρνουν με απόνια στα μπαλκόνια,λυσσομανάν και στα γδαρμένα ο αυλός μελωδεί υμνωδεί τις ανταρσίες της σάρκας,πρώτα εγείρεται η σάρκα, γιατί σάρκα του θα γίνει ο λόγος,μόλις τελειώσει το τραγούδι η σειρήνα και μέσα απ τη Χίμαιρα η Μαρίνα των βράχων στοιχειωμένη απ το κλάμα που γέμισε την κούπα της λύπισης
αποτινάζει το ρούχο του πένθους συνάζει τα παιδιά του ζέφυρου,παραδίνεται στα φιλιά τους σπάει το βαρύ φως ένα στεφάνι ευδία κι ένας χαλασμός χαράς αλαλιάζει την πλάση φως αγαπημένο την τυλίγει σταλμένο απ τον Άγγελο Σιλέσιο εξαγνισμένο ρόδο φωτός ρόδο χαρμονής χερουβικό εξάστερο ξάστερο ξαθέρι
αυτό θα πει να κάνουμε το σταυρό μας
έπεφτε το φως σαν λόγχη
επί του ικριώματος
όπως το επαναστατημένο κεφάλι στο καλάθι της γκιλοτίνας

έπεφτε το φως σαν λόγχη
επί του ικριώματος
καθώς το επαναστατημένο κεφάλι κυλούσε στο καλάθι κομμένο απ τη λεπίδα της γκιλοτίνας
Γλυκειά φρικίαση ,είναι ο οργασμός αυτό.Γι αυτό κατά τις εκτελέσεις αυτές που στηνόταν κάθε πρωί χαράματα ,πλήθος κόσμου έβλεπε την εικόνα του κι επειδή δεν τον έπιανε οργασμός όλη τη νύχτα κι αν έκανε σεξ,το πρωί με την εικόνα αυτή ,το ανοργασμικό πλήθος τον μεταλάβαινε αυτούσιο ,γιατί του είχε λείψει και η όστια.Οι εκτελέσεις ήταν τελέσεις και ολίγον τι λιτανείες χωρίς ιερείς, στη θέση τους πολιτικοί επιστήμονες ταμένοι στο ανώτερο όν ,πότιζαν το θηρίο αίμα.Τα καθεστώτα εδραιώνονται με θυσία Ιδρυτικών θυμάτων.
Ο έρωτας δεν είναι φρου φρου η Σαπφώ το ξέρει άντε δυο τρεις ακόμα,
η Διοτίμα θα το πει που είναι της μοίρας η κλητή
ο Σωκράτης όταν μιλά γι αυτό,καλύπτει το πρόσωπό του με το μανδύα του,και δεν λέει κάτι δικό του,Αλλά τί τον δίδαξε η Διοτίμα,είναι η κορύφωση του Συμποσίου,τα λόγια της με το στόμα του Σωκράτη με την πένα του Πλάτωνα με την αφήγηση του ..Απολλόδωρου,( Ο Απολλόδωρος άκουσε τη συζήτηση από τον Αριστόδημο, ο οποίος συμμετείχε στο συμπόσιο, και πιθανότατα ο Πλάτων έλαβε γνώση των λεγομένων από τον αδερφό του ή από τον ακατονόμαστο φίλο).

έπεφτε το φως σαν λόγχη
επί του ικριώματος
μια κούπα κώνειο
μια κούπα όλβιο των ερώτων σου ποτό σαν με κερνάς το ακριβό σου !
——————–

Φωτογραφίζοντας μνημεία

Παίζοντας με τη μνήμη διπλές ματιές
κοιτώ την εικόνα σου στο μνημείο
τώρα είσαι στον άδη,πώς
να σε φωτογραφίσω στα σκοτάδια
ακούω ένα θρόισμα,ακούω
το θρού των καλαμιών
καθώς η σκιά τους γλιστρά στις πέτρες
του τάφου σου
Ήρθαν από την ασφαλιστική εταιρεία
“ασφάλειες ζωής”
για τη βεβαίωση θανάτου,πώς
να σε φωτογραφίσω στα σκοτάδια;

Δεν έχω τίποτε να βεβαιώσω.

Δυτικά κυλάει το δάκρυ

κρινάκια της άμμου

α.Στη ράχη του αφρού
Ορφέας
Στη ράχη του δελφινιού
Αρίων
Στη ράχη του αλόγου
Μαζέπα
Στη ράχη της αρκούδας
Ακταίων
Με το σταυρό στη ράχη
καθένας
β.Στην καρδιά του σκοταδιού γύπα
αλύπητα χτύπα
με το ράμφος σου κόψε
-κόπηκαν τα ήπατα
χτύπα
αλύπητα γύπα
γ.Τα μάτια σου σταφύλια πράσινα,αγουρίδες
έχουν τουλάχιστον την υπόσχεση να ωριμάσουν
όσο με πλησιάζουν,όσο προχωράει ο Αύγουστος
γίνονται μέλι.