Της μιάς φοράς που ανθίζει

όπως

 

Απαγορέψτε τον άνεμο
υλικό κρότο που δανείζει
στο διάφανο
ώρες που γέρνει το σκοτεινό
πάνω στα βλέφαρα

Μες στη λαχτάρα του αλλιώς
άοπλος βαδίζω
κι όλα τα σκοτεινά κύματα
υποχωρούνε
χάνονται
απλά φάσματα στερημένα
την πρότερη ισχύ
Του αλλιώς που λαχτάρισα είμαι φίλος

Η σκαλωσιά που με κρατά είναι ρυθμός
στα μήκη των απείρων
πέρα από τέχνασμα
Ύπαρξη γεμάτα
φλογερά μάτια αγγέλων επισκοπούσαν
Του αλλιώς που ανοίγει μυστικά
όταν το άπειρο συντελεί μέσα μου
όταν γίνω ένα με την καρδιά της γής
πυρακτωμένο
δε θα είμαι κι εγώ φως;

Πεδίο μεταμόρφωσης

 
 
Γιατί οι νεκροί δεν έχουν χώρα μήτε τόπο
παρά ένα κομμάτι στην καρδιά μας στη γωνία την άτοπη
κι έναν πυρήνα στεναχώριας παράδοξα εντοπισμένης
Δε γίνεται άγχος των οστών το τρίψιμο στα μάτια της αγάπης
και όπου κλέβει ο θάνατος εκείνη βάνει δικό της χώμα και φράζει τις οπές
Όμως της διάψευσης το ρούχο το φόρεσε η προδοσία την ώρα που γεννήθηκες
κι ένα καρφί μπηγμένο στο κρανίο σου έγινε και ας δε σου καίγεται καρφί
γεννήθηκες με σπόρο από θάνατο και Βρούτο να σου θυμίζει τη σπoρά
Μανάδες που τα κορίτσια τους χτενίζουν λούζουν στο φεγγάρι
κι εκείνα δεν ξέρουν που γεννιούνται πεθαμένα
δεν ξέρουν που τα κοίταξε ένας άγγελος από την πύλη του θανάτου
ήρθαν ώρες σκληρές θα’ρθούν άλλες σκληρότερες
Μα δε θα δώσει ο ποιητής στους όχθους του θανάτου τη λαβή
θα τα ποτίσει πράσινο από το μαύρο πιο βαθύ
κι έτσι μια γλύκα από ποίηση με την καρδιά του ερέβους θα αναμετρηθεί

Υψηλή τάση

Σικελιανός

 

6

Υψηλή τάση

Είναι μιά απόφαση σωματική είναι κάτι που το κινεί νεύρο δεν έρχεται από παρακίνηση είναι η ίδια κίνηση,αφορμή,ορμή,γεύεται με ψυχή,κι ορμάει ψυχωμένα,Άγγελος.Αμλετική κράση σε ορέστειο λάκκο,ξαφνιασμένος απ’ το φως,του Φοίβου το δελφικό, σαν το φεγγάρι που το βρήκε η μέρα μαχαιρωμένο από μιά ακτίνα.

Ποιητικές στάσεις με ατρεμή άτεγκτη πνευματική ενατένιση , εξακολουθητικοί χρησμοί πέφτουν από το στόμα του,μαινόμενο,σκέψη και γλώσσα ένα,σαν να γράφονται για πάντα μα η χώρα δεν μπορεί να ακολουθήσει παρά βυθίζεται όπως τα ποτάμια της για να ξαναφανεί λίγο μετά.Ο ποιητικός όμως μένει στην ατμόσφαιρα ,δινείται μυστικά όπως όταν σχίζει τα σύννεφα αετός ήλιος.

Ποιητικό συμπαγές ,φωνή σε όλη τη σελίδα οι φτερούγες σε πτήση μέσα στο χώρο μέσα στο χρόνο μέσα στο χάος.Το ρυθμικό ανατρίχιασμα ,η μορφή του έσπευσε εκεί.Ενας σολωμικός αντίλαλος.Τώρα χωρίς μάλαμα της ρίμας κι όξω μέτρο,μα το ρυθμό η ψυχή κατέχει,έχει, και μυστικά ακολουθεί βαθιά.Κινείται αέρινα ο στίχος,με τον Σικελιανό ο ποιητής έχει έναν άλλο αγέρα μοιάζει το ποίημα σμιλεμένο με μόχθο πνευματικό, που ρέει κάτω από το στίχο όπως τα υπόγεια σε φλέβες νάματα.

Η διακήρυξη του ενηλικιωνόμενου-είχε υποσχεθεί ότι θα ιδρύσει θρησκεία όταν φτάσει στα χρόνια του Χριστού-, άρα γράφει ευαγγέλιο ,το πέμπτο.Δεν αναιρεί συνεχίζει παραλαμβάνοντας Διόνυσο και Χριστό.Μια λοξή αποφυγή των συγκρούσεων αλλά και μιά υπέρβαση.

Το τετράστιχο με τον εκτενή στίχο ,οκτώ σε κάθε σελίδα σαν για να σταθεροποιήσει τον πνευματικό βηματισμό.Η μορφική αναζήτηση του Σ. είναι επιβλητικότερη από κάθε άλλου μας ποιητή,με το ιερατικό του εξάλλου μένος και σθένος.Όπου το συγκέρασμα άπτεπται αδήριτα όλης της ιερής περιοχής και σε αποκαλυπτικό φυσικό τόνο.Σπεύδει και δρέπει επέκεινα σχεδόν με μιά φυσική πίστη και δεν του χρειάζεται άλλο.Του χαρίζεται ίαμα μειδίαμα βιωτής.Του αρκεί.

-Τί μελετάς ;

-Το θάνατο.

Σε εκατονεβδομηνταπέντε στίχους δωδεκασύλλαβους .Και τότε αναρωτιέσαι αποξαρχής για την ποιητική υπόσταση.

Τώρα κοιτάω ένα ψοφίμι στο κέντρο του,γαληνεύω.Ένα ψοφίμι είναι οι ρίζες του μεταφυσικού, ένα πέραν του θανάτου η ίδια η σήψη ,ο βίος σε αποσύνθεση η κατάλυση ο θάνατος με την ωμότερή του εικόνα .Τα μπλαβισμένα βάραθρα της σάρκας.Διδάσκομαι τη συναστροφή του ζωώδους πώς να μην αποστρέφομαι την σαρκωμένη υπόσταση ,και τι συνιστά η λύση της,η διαλεκτική του ζώντος ,το όν.Και δίπλα εκεί,πνευματικό βήμα.

Σ αυτό το φέρετρο αξιολογείται σύμπας ο ποιητής καθώς διασχίζει την πόλη του πλήρης φήμης και δόξης.Κάθε που πέφτει η αττική γη σε όποιους Έρουλους, ένα φέρετρο σχεδία σωτήριος διασχίζει την πόλη της παλλάδας ,το αττικό χώμα δέχεται τον ποιητή του.

Στην ποίηση το νέο είναι ήδη στην έναρξη ,εκείνη η στιλπνή γλώσσα όπως λεία βότσαλα από κοίτες ποταμών λευκά απο νερό, και παρυφές ηφαιστείων , καλδέρες,μαύρα απ τη φωτιά, υδάτινα πύρινα της σκέψης της γλώσσας χιόνι φωτιά κι αλάτι και θιάφι και θεϊκό

ο κεραυνός της γλώσσας η αστραπή της σκέψης η ένταση στα άκρα.

Με της Ιόνιας την καίρια φλέβα σχολής ακέραιος δίνεται στο στίχο κι είναι ονόματα σαν χρέος που καλούν, καστάλιος κύκνος,η πανοπλία της σιωπής στήνεται εν μέσω βιωτής.

*

 

ΚΗΡΗΘΡΕΣ

κερήθρες

ΚΕΡΗΘΡΕΣ Α’

Αφημένος ήμουν στην ξαπλώστρα της βεράντας
Χαμηλά έβαζαν μπροστά της πόλης οι μηχανές
ο νοτιάς έφερνε αρώματα κάποιας λεβάντας
Από τον Υμηττό η αράχνη του ήλιου ύφαινε το αχανές
ο Σάρων κάτω βαθιά γυάλιζε τον καθρέφτη
Έτοιμος ν’ αφουγκραστεί ουρανούς και νέφη
Η μπουκαμβίλια δίπλα φλογερή αναρριχωμένη
Τα άνθη της φλόγα έχει πορφυρωμένη

Κοντά Αφροδίτης άγαλμα τσαμπί βαστά στο χέρι
Απωθώντας τον τραγοπόδη Πάνα που επιχαίρει
Περιστέρι που γελάστηκε τσιμπολογά τις ρώγες
Ένα άλλο αντίκρυ του κοιτά σάμπως μετρά τις ώρες
Σείστηκε της μπουκαμβίλιας η λαμπερή φωτιά
Ευθύς μπροστά μου άνθισε η φοίνισσα κυρά
Στα κίτρινα ντυμένη και στα πράσινα
Τα νύχια κόκκινα ξιφίδια θανάσιμα

Τα εβένινα πλοκάμια της ριχτά ως τη μέση
Το λαζουρι των ματιών μαύρη μολυβιά έχει δέσει
Οπτασία που τη φτιάχνει οργιαστικός νους;
Επίδραση του αγάλματος; Κάνω συσχετισμούς
Προσπαθώ να μαντέψω μη κατέβηκε απ’ τους ουρανούς:
Και ξαφνικά σα να φύσηξε ο άνεμος του θεού
Άσπρα τα κάνει άσπρο που έβαψε και του ουρανού

Το παν μεταμορφώθηκε λευκό και διάφανο
Κι ακίνητο, με της κερήθρας την ευκρίνεια
Εύπλαστο κερί και κάθε χρώμα έγινε άφαντο
Πάγωσε η εικόνα κι αναδύθηκε μέσα σε κρύσταλλο
Το μεταφέρω πιστά και με κάθε ειληκρίνεια
Κρυσταλλώθηκε και άνεμος και μέρα
Δεν θα είχα λόγους για κάτι τόσο ασύστολο:
Διαπέρασε το χρόνο το υπερπέραν;
ΚΕΡΗΘΡΕΣ Β’

Όπως παγώνει η εικόνα του υπολογιστή
Δε θα το έλεγα, δεν έχω πίστη τόσο λιγοστή
Ξυπνά στα βάθη το άγαλμα της αταραξίας
Αχνοφέγγει προβαίνει εγκάτων ο γαλαξίας
Δεν είναι ανάκλαση, δεν είναι ξέχωρο σκιών
Δεν είναι άλλου κόσμου ο κυκεών

Με ανάστροφη παλάμη το χέρι του καιρού
Ξανασκουντά τον άξονα του γηραιού πλανήτη
Η μάννα η χορευταρού να ξανανιώσει
Να ξανασηκωθεί το κατεβασμένο βλέφαρο του νου
Η σβούρα να ελευθερωθεί στην πλάκα του γρανίτη
Αίμα να τρέξει ζωτικό στα στήθια να το νοιώσει

Κατ’ ευθείαν

γοφοί

 

Για άλλη μια φορά αν έχουμε του κόσμου εικόνα
Κι αν την καρδιά μας τη μεσολαβεί ήθος κοινό
Θα πω το αυταπόδεικτο στου χρόνου τον αγώνα
Πως έχει από τη θέληση αρχή το ατομικό
Όχι άλλο το στόμα του εμείς άλλο το στόμα του εγώ
Το μετρούμενο στο μέτρο του μη συγχυστεί
Να το θεωρούμε, φρόνιμο είναι, πρώτη πηγή
Κι ύστερα με του αριθμού τις στάθμες ας ζυγιστεί
Που ορθοστέκεσαι που τρέχεις χωρίς διαφυγή
Ενας ο κόσμος, ένας κι ο ένας, όπως δα έχεις μυριστεί
Αν αγαπάς, αν χαίρεσαι, αν δεν χαιρεκακείς, σε καμιά κρυψώνα
Εδώ στο ξέφωτο είναι ο τόπος του ιερού για φως κι αγώνα

Από μιας αρχής στη ράχη της γης, ξύνει το νύχι ο λίγκας
Παραπανίσια της ερήμου η άμμος ν’ αργοκινούνται οι γοφοί της Σφίγγας.

 

Γαλάζιο της Τζαμάϊκα

γαλάζιο

 

 

Τούτος θάνατος είναι
στις ερημιές
γιατί να κλάψει ένας θεός

Είμαστε πηλός η σκόνη είναι αδερφή μας
Την ίδια στιγμή χτυπά το μέτωπό μας
στα αστέρια και τσακίζεται σαν καλάμι
Εμείς που πλάθουμε ουρανούς
Εμείς που σχηματίζουμε με ουρανό
Ένα όνομα
Της λέξης το άπιαστο
Παίζοντας ουρανό στα δάχτυλα
Πίνοντας αστραπές στο τραγούδι
Γιατί ποιήτρια που είσαι ανοίγεις σα νυχτολούλουδο
σε τέτοιο ουρανό
χύνεις το λόγο σου λάβρα
σαν γύρη στον έβενο του σκοταδιού
που είσαι γιατί ποιήτρια
Γιατί έτσι σ έβαφε ήλιος έγινες διάφανη δοκός.
Ένα αστέρι διάττον σαν ράμφος κεχριμπαρένιο πουλιού
σκίζει τα σκοτεινά
αστράφτει στα νερά-
φλέβες κρυφές όπου ανασαίνεις
όπου εαυτό ελευτερώνεις σε κρύπτες έλευση
Παράμερα του πόθου
όπως τρέφει φτερούγα το πουλί
τρέφεις έρωτα με θέα στο χάος μήτρα του ανεξάντλητου
Αγκίδα στο στεγνό σου μάτι
η ομορφιά
Άτρομη άτρεμο πόδι στο ατσάλινο σκοινί
-να ακουστεί το λάλημά μου
στις άκρες του σύμπαντος όλες.
Επειδή γίνεσαι ένα μ αυτό.Γίνεσαι και χύνεται
όλο μέσα στη γραφή.
Νάρθουν σαν από μία αφθονία,μιά υπεραφθονία.

Σημειώσεις για έναν πυρήνα

Κατακόρυφος αναστροφή:Γη, σε στηρίζω.
Ηφαίστειο έιναι η καρδιά του ήλιου.Τουλάχιστο το υπαινίσσσεται ο Εμπεδοκλής που κολύμπησε στη χρυσή φωτιά ,γιατί ήταν φωτιά.
Το ηφαίστειο είναι ηφαίστειο ,πυρήνας φωτιά.
Στο φλοιό θάβεται και θάλλει ό,τι το όν
γιατί σπορά είναι φωτιά ζέση κα ζειν ,θερμογόνος εκπύρωση
σταθευτός δ ηλίου φοίβη φλογί χροιάς αμείψεις άνθος” -στο βράχο όπου «θα σε καίει ο ήλιος και το δέρμα σου. θ” αλλάξει χρώμα, θα μαυρίσεις».
/“ή ποικιλείμων νυξ αποκρύψει φάος, πάχνην θ’ εώαν ήλιος σκεδά πάλιν”  -κι αν η νύχτα με τα ποικίλματα της το φως σκεπάσει ,την πρωινή καταχνιά πάλι ο ήλιος θα τη σκορπίσει.
Άδης από δω Ηλύσια από δω,σαν να με ξεναγούσε στο σκοτάδι και στο φως κι είχα μιά ηλίαση
με είχαν ρημάξει ηλιοτρόπια.
Μιά πέτρα που φλέγεται κάνει το κενό να γελάει
πυριτόλιθος που σπιθοβολά
φυτεύει φως.σπέρνει
κάνει το χώμα γαλάζιο ουρανό
σαν να λέμε τα χρυσαφένια αστέρια και τα ολοφώτεινα διαμάντια τροφό έχουν τη νύχτα ,τρέφονται με το γάλα του γαλαξία

βυζαίνουν φλοιό σημύδας

στίχοι ημερολογίου

Henri Matisse (1869-1954)

Περνούν καραβάνια τσιγγάνικα
διασχίζουν την μικρή μας πόλη
παίρνουνε στα τραγούδια τους
τα μάτια σου

φωτίζονται οι δρόμοι της ανατολής
και σαν να στρώνονται χρυσάφι

Tώρα σαν άνοιξη με πάς

χελιδω

Ηριγόνη εαρινή συμφωνία
αργά τα βήματα με πάνε
άμμος ουρανός αστέρια ένα
δροσερά κορίτσια κλειστά μπουμπούκια
στο ανοιχτό
λίκνο γή αιθέριας αγκαλιάς
νυχτέρι
αργά τα βήματα με πάνε Ηριγόνη

-γράφω χωρίς τελείες , η τελεία ανήκει σε σένα-

 

 

αγγίζω τα φύλλα σου

 

Mαίανδροι επί υδρίας

πιθ

 

Με χτύπησε κατάκαρδα
πνοή ανυψώνουσα πελάγη
απο χείλη αγγείου χαρακιές στη μνήμη
γελαστός πυρετός ωραίος βηματισμός
μαίανδροι επί υδρίας άνυδρο ξεδίψασμα
καίει η άμμος τα πέλματα οδοιπορικό και
στίβει παλιό οπωρικό χυμώδες
«Γᾶ καρποὺς ἀνίει, διὸ κλῄζετε Ματέρα γαῖαν»

Κάστρα ανατέλλουν πίσω απ την ομίχλη
βολβοί ανοίγουν στο φως
πράσινες φλόγες πυρκαγιά πόνος ματιών
Τι κέρασμα θέ μου κατευθεία από την κερασιά ανθισμένο
γυάλιζε ουρανός στο ρακοπότηρο
-γράφω χωρίς τελείες ,η τελεία ανήκει σε σένα
και ο άνεμος στους αγρούς

 

 

 

 

 

 

«Σαν σκοτεινή βροχή»

 

http://fractalart.gr/san-skoteini-vroxi/

σαν σκοτεινή βροχή

ερωτική παραξενιά

 

Μέσα στη βύθιση πατά το μεσημέρι

σε πυρακτώδη ατμόσφαιρα το φως χορεύει

στο διάφανο στενεύει η ματιά

γύρω απ τα σώματα πάλλει φωτιά

έρχεσαι φλογισμένο σώμα και μας λύεις

κάτω απ των λόφων τα κράσπεδα

ελαίαγνος μυρίκη, στο σφυγμό μου μπαίνεις

η πόλη μας άδραξε καθώς πλαγιάσαμε

το ρόδο ανάσανε ήλιο. φως στη μέρα στερεό.

να συναντηθούν οι φίλοι μας στα χείλη μας.

 

 

ηλιακός πρωκτός

 

Μια στάμνα φως ακαριαίο

σε διαβατήρια τελετή

τα χείλη της κόλασης ασθμαίνουν

ο κοριτσίστικος πρωκτός κάνει

το εφηβικό τοπίο ν” ασφυκτιά

κάνει τους ποδηλατόδρομους τη δημοσιά

ν” ανάβουν τα λαμπιόνια τους στο ιλιγγιώδες

σύθαμπο άνοιξη αβρή των γλουτών

η επιστήμη σηκώνει τα χέρια

το άφοβο κορίτσι τ” ατίθασα οπίσθια

χαύνος κύκλος καταπίνει φως, και κόσμο,

 

μέσα στον κάδο το νερό πλένει τον νήπιο ήλιο

 

 

 

ανοιχτό μυστικό

 

Μια πινελιά καθένας μια φράση

καθώς παρακολουθείς το χρώμα του πίνακα να στεγνώνει

αλλιώς του κόσμου τρως τη σκόνη

απαράλλακτα νεωτερισμός είναι αυτό κάθε μέρα

ο τεχνίτης να ασκείται

μέσα στη δουλειά το έργο θα τον βρει

άλλο δεν έχει παρά να κινείται

προς την υπέρτατη συνάντησή του

βαθύς εαυτός είναι του έργου βάθος

διάσταση μόνη ο εγκάρσιος χρόνος η ανοδική λέξη

αόρατη λάμψη η ομορφιά των εραστών παραφορά

είναι στο βλέμμα πώς κοιτά, μηδέν που γεννά

κι είναι δίψα

ό,τι έχεις σου ανήκει όσο ο αέρας στο δέντρο

Του μεσονυκτίου ήλιος, το άλλο σου

-σε κβαντική θρασύτητα πετροπελεκητής

σάρκινος πλίνθος η καρδιά

στο ακαριαίο φώς σου που με ακύρωσε

 

 

 

αντίχτυπος

 

Στα μάτια σου ονειρεύτηκα που μεταφυσικά κοιτάζουν

τα μάτια σου που ορθάνοιχτα καλούν.

Το τοπίο έχασε το χρώμα του

άδειασε το μελάνι το χώνεψαν οι ίσκιοι

απότομα μας άρπαξε το μαύρο

άναψαν άστρα σύριξαν οι γκαζόλαμπες

στα μουλιασμένα κράσπεδα του δρόμου συρθήκαμε

δεν ήταν μυστήριο

μας έζωνε η νύχτα έναστρο κύμα

βελόνιαζαν την ψυχή θλίψεις ανάμικτες φιλιά

στο αίσθημα δώρισες το σχήμα σου

 

 

 

ρίζα

 

Να τρέφεται το ρυθμό όπως ανασαίνει τρυφερό στήθος

να” ναι σκληρό όταν μαλακώνει η γη

πρασινίζει το χόρτο οι αποχρώσεις κυματίζουν

πνοή ουρανού σταλμένη μεσημέρι

σε κατηφόρα φαραγγιού-

κάτω βοές μικροί χείμαρροι

αντιβοούν ξέφωτα

χειμώνας φέγγει με το χιόνι τις κορφές

ο δρόμος φίδι χάνεται ανάμεσα στα δέντρα-

ένα με το σύννεφο η ψυχή περνά τη ράχη

 

 

λοξά στη βροχή

 

Έσταζαν τα δέντρα μετά τη βροχή

πάνω στα φθινοπωρινά φύλλα πέφταν οι στάλλες

γλίστραγε γυάλιζε στα σύγκλαδα στους κορμούς

έβρεχε στις ψυχές πότιζε ώς το κόκαλο η μνήμη

δεν ήθελες να θυμηθείς μήτε να κλάψεις

λούφαζαν τα αδέσποτα απ” το νερό δαρμένα

τίναζαν τα νερά έπιαναν το απάνεμο

κοίταζες το νερόλακκο που φέγγιζε στο απόβραδο

στα τζάμια είχε κρεμαστεί η πόλη

με το δικό σου βλέμμα μαζί την ψυχή

μάτια χείλη ακονισμένα της αστραπής στη βιτρίνα

του κόσμου αποσπερίτης φθινοπωριάς

άφηνες στη βροχή τη θλίψη να μας ενώνει.

 

 

έλξη

 

Η θάλασσα άφαντη να σε ομορφαίνει

αργό πάφλασμα ανακλάσεις στην οροφή

απάνω σου αιφνίδιες λάμψεις

σάρωνε το ανεμοβρόχι τα κιτρινισμένα φύλλα,

σαν καιρικά φαινόμενα σμίγουμε

…………………………………

όπως βροντή τη λάμψη σε αποζητώ

πίνω τη μορφή σου ξεροσφύρι

αδιάβροχος μέσα στη λάσπη, λάμνω

 

 

 

αίσθημα μέτρου

 

Γιατί είναι ο στίχος που θα σηκώσει φωνή

διαθέσεως

να γίνει η απήχηση του αισθήματος συντελεσμένο θαύμα

έτσι η φωνή θα ενωθεί με ό,τι έχει ειπωθεί

κι απάνω της θα το πάρει γινόμενο έκφραση

 

Εκφραστική

που θα” χει τις καμπύλες και τα εγγράψιμα σχήματα

παρμένα με χάδι

υμνητικά της ύπαρξης σημάδια

και να σημαίνουν

το αίσθημα αγκυροβολεί εντός με σταθερότητα

στο διάφανο βυθό σημασία

στο αέναο κύμα σημαδούρα

 

Γιατί μ” αυτό συναίσθημα μου παίρνει

η πόλη τα μυαλά

σκιρτούν εντός πολύκλαυστοι θρύλοι, σκιρτούν

καταβολές ανοίξεων παράδοξων

παρέλαση σκιών ζητούν το αίμα

η λέξη σε φλόγωση στη φλέβα

αμάραθος

στη βροχή σε μεθά.

 

 

 

ερωτική σπορά

 

Τα τζιέρια φλέγονται

καίγονται βλέφαρα στην ομορφιά

τα νόστιμα τα μελανά σβουριχτά μελτέμια

μέλαν ύδωρ του φιλιού

με τη μισή ζωή στου εραστή το αίμα

την άλλη μισή

μαύρο απ” το χρώμα του στη φλέβα

έτσι διέσχισε το στίχο του

άρπαγμα ζωής που διαιρεί

 

Με τέτοιο σπέρμα η πένα του κυλά στο γράμμα

βαρύ το αίμα στης κομμένης του ζωής το δράμα

ασπρόμαυρη φωτογραφία η μνήμη που πονά, σύρμα στη φλέβα

τραγούδι ματζόρε της επαρχίας παιάνας

ένα ξεκόκισμα ένα ξεκοκάλισμα ψυχών είναι,

απέραντη παράδοση, διάσωση.

(ελεύθερα το ποίημα να βλαστήσει

ψυχή να αναδώσει-ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ).

 

 

 

* Ο Έκτορας Πανταζής κατάγεται από την Ήπειρο. Σπούδασε στη Θεσσαλονίκη και στο Παρίσι. Βιοπορίστηκε στον χώρο των Εκδόσεων αρχικά και στη συνέχεια Σε: Κινηματογράφο, Διαφήμιση, Θέατρο, Τηλεόραση. Σήμερα ιδιωτεύει.

 

 

 

 

Ξόρκι

 

Να μάθω την τέχνη σου να πετάς,
γιατί, με τον καιρό, δεν ξέρεις,
πέρασμα είναι από ακρωτήρι, γοργό.

Συνομιλίες, με το χρόνο, καθώς αποσυρόμαστε
προς τα εκεί. Χαμένοι στη μνήμη.
Θερίζοντας θαλασσινό χορτάρι όπως οι πνιγμένοι,
με το μπλε δίπλα στο κίτρινο, σα γαλαζώσει
θα αρχίσει το μπλουζ της πράσινης θάλασσας.
Είναι η διάλυση των μορφών
είναι κάτι που δε θα ‘πρεπε να έχει λέξη.
Από τη δίνη κλέβεις στροφές
έλκεται ο στίχος γραμμή για το κέντρο
γίνεσαι όμοιός σου, έρωτας χαρισμένος σε βρίσκει,
σ’ ενδιαφέρουν οι κορυφές η φωνή ανεβαίνει κατά κύματα.
Μαθαίνω την τέχνη σου, να πετώ.

ηλιακός πρωκτός

Μια στάμνα φως ακαριαίο
σε διαβατήρια τελετή

τα χείλη της κόλασης ασθμαίνουν
ο κοριτσίστικος πρωκτός κάνει
το εφηβικό τοπίο ν’ ασφυκτιά
κάνει τους ποδηλατόδρομους τη δημοσιά
ν’ ανάβουν τα λαμπιόνια τους στο ιλιγγιώδες
σύθαμπο άνοιξη αβρή των γλουτών
η επιστήμη σηκώνει τα χέρια
το άφοβο κορίτσι τ’ ατίθασα οπίσθια
χαύνος κύκλος καταπίνει φως, και κόσμο,

μέσα στον κάδο το νερό πλένει τον νήπιο ήλιο

ΕΚΤΩΡ ΠΑΝΤΑΖΗΣ – ΠΟΙΗΣΗ

%ce%b4%ce%bf%ce%be%ce%b1%cf%81%ce%bf%ce%b3%ce%ad%cf%86%cf%85%cf%81%ce%bf-%cf%84%cf%81%ce%b1%cf%85%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%b9%cf%83%ce%bc%ce%ad%ce%bd%ce%bf

 http://varelaki.blogspot.gr/2012/02/blog-post_18.html
΄Ατυπο ποίημα


Χρονοτριβείς στη φθορά σαν αφθαρσία της
μια θανατομορφή πριν να είναι

η πιο φρικτή απουσία
είναι η δική σου
Μια φορά στο ποτέ πια
πρώτο μυστήριο ο θάνατος
η πιο φρικτή απουσία είναι η δική σου
Υπάρχεις για πάντα δεν
το πρώτο μυστήριο ο θάνατος
το δεν, υπάρχω
και πας
για πάντα
σφήνα στα σκαριά
επί σαράντα
Υπάρχεις για πάντα δεν

σφαγάρι
αλλαγές στο πετσί
και μετά κόκαλο
άτυπο ποίημα


*****


Επιτύμβιο


Εδώ θα μείνω επακριβώς
por los siglos de los siglos
με χρόνους κορωνίδα
στο αμάραντο της φωτογραφίας πένθος
γηρανθείς στα καφενεία μέσα
έκτακτα με φώτισαν ήλιοι απογεύματος
και εν ηδονή πλήθος έφηβοι μορφαί μ επλάνησαν

Τώρα εν γηραιά δήγματι χρόνου ναρκωθείς
τεταριχεύομαι φαραωνική τη πόλει
φερωνύμου Αλεξάνδρου μεγίστου του παλαιοτάτου
Εγώ Κωνσταντίνος Π. από τούδε τήδε αποικίσας άρτι

Αποκλεισμένος στην κάσσα ο εν βιβλίω αθανατούμενος


*******


Εφόδιο άσμα


Μόνο λευκό βλέπει το μάτι
μαύρα μου χελιδόνια από κάτω σαν βαμπάκι
γιατί μαυρίζετε
τα λεία φτερά τα ψαλίδια
χελιδόνες σταυροί μαύροι χελιδόνες άσπροι σταυροί
κόβουνε άγρια τα μελτέμια με τα σπαθιά φτερά
άλλα σπαθιά στα χέρια αντιλαλούν ψαλμουδιές
νερά λαλούμενα άνοιξη κεχαριτωμένη
μέλισσες άνθη λούζονται
δροσολογούνται χείλη φωτεινά κοριτσιών σαν χάραμα
Σιδηρός ο ανεμοδείχτης στο γαλανό υψώνεται καμπαναριού
άνεμος παραχαράκτης αυτός ο μέγας χαμός στα μαλλιά σου
Στου αίματος τα πορφυρά
χύνονται δάκρυα
βίου απόδειξη ακριβή
μας άφησε διαθήκη διάσημος για το θανατό του
Μειδιάματα φωτοχυσία παιχνίδια χίλια
χελιδόνες σε τρελό χορό βουτάν χάνονται
λεία φτερά ψαλίδια κόβουν μελτέμια άγρια
μαύρα μου χελιδόνια από κάτω σαν βαμπάκι
γιατί μαυρίζετε
Μόνο λευκό βλέπει το μάτι

Δέν έχεις

 

%ce%b5%ce%ba%cf%84%cf%89%cf%81-%cf%80%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b1%ce%b6%ce%b7%cf%83

#Εικαστικό του Νεοκλή Κυριάκου

 

όπως ρυζόχαρτο σε προβολέα
σύρθηκαν τα σύννεφα μπροστά απ τον ήλιο,
έκοψε το φώς, οι αιχμηρές ακτίνες τσακίστηκαν
το φώς γύρισε κατά μέσα, αναβλύζει στη φράση.

 

μέλαινα ενέργεια

Περιγράμματα φλόγας υπαινιγμοί του ασύλληπτου
υδράργυρος σκορπά κίνηση σε κόκκινο τάνγκο
σφαίρα γρηγορότερη των ματιών

Σε ότι δεν είναι ικανή η ιστορία
το υπερυψώνει η προσωδία
πετά πάνω από τα πράγματα
με δύναμη φτερών που εκείνη γνωρίζει
περνώντας μπροστά από τα μάτια μας προς το μέλλον

Με ευτελή υλικά σχεδόν ηλιοκλώσματα
αστραπές και τη φωνή των εγκάτων

Δεν είναι για χόρταση ,σε μεγάλες στιγμές
σε αποσκότεινα γυρίσματα μοίρας εμφανίζεται

είναι μεγίστη παρηγορία
μνήμη βαθυτάτη φιλομούσου φιλοκαλίας ανάταξη

Το νυχτερινό άλμπατρος κουβαλούσε στις φτερούγες
χρόνο πάσης πνοής

διαρκές ωϊμένα δέσμη αστραπές στις κρύπτες
Μη σκοτεινιάζεις ήλιε μου

Μονόπρακτες γκάφες

 

Το ζήτημα δεν είναι που γράφονται ποιήματα,
που γράφονται.
Το ζήτημα είναι να γράφονται καλά ποιήματα.
Γράφονται.
Τι κάνει η ποίηση;
Η ποίηση κάνει διαβόλους με ουρά.
Κάτω στης κόλασης τα βάθη
σχολάζει πάθη
μύθο πλάθει
κι ανεβαίνει η φλόγα καμίνι
τον κόσμο τον καλό που βρίθει το κακό
τήκει
πέφτουν σκουριές
τα λέπια απ’ τα μάτια

-κι αυτό είναι όλο.
-Όλο; – Ναί,ένα στρογγυλό όλο.

φωτόχρωμα

Η σκληρή άνοιξη ανοίγει με αίμα

Με τον τρόπο που μιά ακτίνα “αχνοφαίνεται ”
πάνω σε μιάν άλλη ακτίνα
θα υπερασπίσω τα νερά της αθανασίας
ως ύδασπις και ως αναισθητική αποτίμηση
Τεντωμένα τόξα θανάσιμες σαΐτες υπερασπίσεως
του φλεγόμενου από τις εννιά μούσες τού Ελικώνα.
Είναι λειτουργός τους είναι ο πρίγκηψ αιθέριων κρίνων
βουτά το χρωστήρα στην ίριδα στάζει λουλάκι το πινέλο
ευωδιάζουν τα ία στάλες νέκταρ και φώς
περνούν τη φύση στων εικόνων το βάθος
και την υψώνουν στο μή περαιτέρω.
Υπερβάσεις χρίει, χρησμούς του υπερεπέκεινα
υψωμένους στο χρόνο του χρωστήρα
σε Σινά ψηλορείτικο που σκιάζει το Χάντακα
όταν τα πολυκάντηλα του Άη Μηνά παίρνουν φωτιά.

Με σταυρό είτε λάβρυ από το “Φόδελε” κι ως το Τολέδο
οι αποκαλύψεις του θα ταρακουνήσουν γη κι ουρανό
και ξέρει ο μαΐστωρ να τα αντιρροπεί
να τα κρατά στην επιφάνεια με δομή νικητήρια
Είναι οι πέντε φούγκες σε πέντε ζάλους.

Επειδή ήρθε όνειρο;
-Επειδή είναι μυστικές αποθεώσεις
που επισυμβαίνουν σε μετώπες σε τέμπλα σε αψίδες
στα πολυστώα τα προστώα
και όπου το πλασίδι της γης παίρνει φόρα να πετάξει

Για τη διαλεκτική του μάρμαρου του χρώματος της μελάνης
πλέγμα και ιστός
έχουν του κυνηγότοπου την ενόρμηση
που κολυμπάει στην κιμωλία και στο γρανίτη
Γιατί η προσπέλαση συμβαίνει με ένα τρόπο
που έχει να κάνει
με του ανθρώπου τα στήθια
που όσο γι αυτό αντέχουν
και είναι εύψυχα και χρονοδίαιτα.

Επειδή πέτρινη φλόγα εικονίζω
επειδή Μένεγο το χρώμα σου είχε γεύση χουρμά
-σείονται οι εσωτερικές φοινικιές των σωμάτων.

Πώς ακαριαία διαψεύδονται όλα
όταν μιά εξωτερική αιτία
έχει πιάσει τόπο στην εσωτερική σου ζωή
γίνονται αβέβαια αδιόρατα άφαντα
καταλύονται οι στηρικτικές φωνές
πέφτοντας από ύψος αυτοπεποίθησης που παρείχαν.

Η σκληρή άνοιξη ανοίγει με αίμα

Ξαναήρθε κι έλαμψε
φώς ξανά στα κείμενα.

-Είναι ανατολή νοήματος αυτού που δεν δύει ποτέ;

——————————————————-

“Χαράζοντας με δαυλό περιγράμματα σκιών”

Ναός από κρύσταλλο
στο όραμα Νικοπόλεως
Να ιχνογραφείται εν ουρανώ,
εκεί ανάκειται
η ουράνια εκκλησία των Δήμων.

Έκφραση ευχαρίστησης : Στη βάση του σταυρού ,εκεί έταξε τον εαυτό του, βάζει αγγέλους με σφουγγάρια να συλλέγουν το αίμα του θεού και να ρίχνουν βάλσαμο στο λογχισμένο πλευρό,

(Στην πίσω μεριά της εικόνας ο Γκρέκο λέει: Ναι, είμαστε τέτοιοι .Σταυρωτήδες του Θεού. Του ανθρώπινου θεού. Του ανθρωποθεού. Το είχε ζήσει, το είχε νιώσει.
Τι πλασίδι ο άνθρωπος.

Το ξύλο του Γαλαξία
και το άλλο το θυσιαστήριο του Κουνέλη
τα χρυσά πέδιλα επαγγελία.

Αυτό το ξύλο, σύμβολο θανάτου

ποτισμένο αίμα θεϊκό
πάνω του σταυρωμένος θεός κισσός
ποτίζει το ξύλο να ριζώσει στον Κρανίου Τόπο

Σταυρός κληματόβεργες

Εσύ η πηγή του πράσινου ,στιβαρά φυλλώματα
δροσιά και φλόγα

Όπως

large

Ξεθωριάζουν τα χώματα με το φεγγάρι
μέσα στο αναπάντεχο μια σφήνα αυλάκι υπόγειο αίσθημα.
Βγαίνει από την ομίχλη το τοπίο διάφανα τα βουνά κολλητά σαν φίλοι
η κορυφογραμμή ένα με το χάραμα

κι ακούγαμε τον ασβεστόλιθο να κοχλάζει.

Κορμοί κυπαρισσιών ασπρισμένοι με ασβεστόνερο
στης εκκλησίας τον αυλόγυρο.
Κάτω απ τις συκιές σφάζουν αμνοερίφια χύνονται τα αίματα στις πέτρες στα χόρτα.
Κατακόκκινα ακονισμένα μαχαίρια, πίσω τους γίνεται η γιορτή.
Σκοτεινιάζει το μάτι του ζώου πέρα στη λοφοπλαγιά στην πλατεία μουνουχίζουν βαρβάτα πουλάρια,ώς εδώ ακούγονται τα χλιμιντρίσματα των φοράδων
αναισθησία και τσιγκουνιά έχει στραγγίξει τις ψυχές τις αποστέγνωσε όπως χοντρό αλάτι το ψάρι το ωμό

έλα λικνίσου με τους στίχους μίσχους .Μακρόθυμα.Ευεργετικά.Μαγεμένα.
Δεν έχει άλλο από ρυθμό η νιότη κλαδάκι ράθυμο στον άνεμο
φτερουγίζει στο μέτωπό της το όνειρο, στον καιρό της και στον καιρό της πέτρας.

Στους σαράντα δρόμους είχε έναν ψίθυρο ζωής.Μα τότε απέσβετο με μιά λέξη στο στόμα σφηνωμένη.
Ικαριαία πτώση, λιώνουν τα φτερά, όπως σε ονειροφαντασιές, στην αποκοτιά του σάλτου για τ’ απέναντι.
Άσ’το να τρέξει όπως το βρόχινο νερό μέσα από το σαν παλάμη πράσινο φύλλο .

Κατεβαίναμε το βουνό με το χαζέπι στις πλάτες, κουδούνιζαν οι στερναρόπετρες στις σάρες σε κάθε πάτημα,σπίθιζαν
σπίθιζαν κι οι αστραπές και μάς φοβέριζαν σαν χάρακας από το απειλητικό χέρι υστερικής δασκάλας που μάθαινε παιδαγωγός στις πλάτες μας
σερφάροντας,-πρίν τη λέξη-, με οδηγούς κέδρινα παλούκια στις σβάρες
άχνιζαν τα μαλλιά καθώς μπαίναμε κάτω απ τα υπόστεγα με τα τσίγκα για σκεπή
κι είχαμε το βουνό στην τσέπη.Μαλαματένια μας ξυράφια,ξεφτεριών συνάφεια,πάθη βουβά και σκουντουφλάμε,οι άνεμοι μάς κυνηγούν τρέμουνε τα είδωλα στον καθρέφτη
ο νάρκισσος σκύβοντας στην πηγή τρεμουλιάζει στον μίσχο του σαν και την επιφάνεια του νερού.Αποχαυνώνεται χάνεται στο ίνδαλμά του.
Νάρκισσε, μόνο την ηχώ της ακούς;

Σκοτεινιάζει το μάτι με τη σφαγή, στους σαράντα δρόμους έχει έναν ψίθυρο ζωής

Όπως
τα βράδια μας στον πυρωμένο ασβεστόλιθο
ξεθώριαζαν τα χώματα με το φεγγάρι
αλλόκοτο το ξαφνιαστικό πέρασμα των δορυφόρων
στον αστροπότιστο ουρανό και ξαγρυπνούσαμε τις καλοκαιρινές νύχτες στα πετρόστρωτα κρεβάτια.

Μέσα στο αναπάντεχο μια σφήνα αυλάκι,υπόγειο αίσθημα, μουρμουρίζει
διάφανα τα βουνά μας ,η κορυφογραμμή ένα με το χάραμα
Το αλληγορικό τοπίο βγαίνει απ τη ομίχλη του καιρού ξεθολώνει το μάτι
Γέρνεις στην κουπαστή,
ακούς; ο ασβεστόλιθος κοχλάζει
στον ερημότοπο,ώ γη για μέλλον ,στρέφεσαι όπως το φύλλο στον ήλιο.
*
Βρόχινο νερό πάνω σε μιάν ασπίδα
απέσβετο,κι η λέξη στο στόμα σφηνωμένη σαν σφαίρα, δεν απόσωσες τη στόρηση του γυρισμού.Είμαστε από χάος .Είμαστε και από σκόνη.

να πώ
Τί γράφει η πλάκα
χτυπώ

χώρα

έργο Νεοκλή Κυριάκου:

%cf%87%cf%8e%cf%81%ce%b1

Χώρα,
δυό πλατανόφυλλα που τα χαϊδεύει το κύμα
χώρα,
που από τους λόφους της, βύζαξαν οι αιώνες
κι ανατράφηκαν τα παιδιά της
χρυσάφια μαστών
από κορίτσια γινωμένο μούστο

Τί πίνω απ τις μαβιές σου ρώγες;