Φέτα ουρανός

 

 

Δε χάνει χρώμα ο ουρανός όσο αν ξυλευτεί

βρέχει μια γαλάζια βροχή

ποτίζει μπλούζ την ψυχή

πριν προλάβεις να κάνεις ευχή

γεμίζει αστέρια τη γλώσσα σου

Περιμένοντας τη λέξη σου

σκύβω στον καιρό

λωρίδες ουρανού μαζεύω

ένα αστέρι

ουρανό σκοπεύω

νάχουν τα τραγούδια το σκοπό τους

 

Advertisements

ΣΤΟΝ ΟΡΜΟ ΤΟΥ ΟΡΦΕΑ

Εφορμήσεις στον όρμο του απόντος Ορφέα
καρφί δε σου καίγεται από νεκροκεφαλή
στο καρφί σαν πρωινό καθρεφτάκι
να καθρεφτίζεις το μέσα σου
πριν κινήσει τη μέρα ο ήλιος
ρόδα στο κύμα  
Εφορμήσεις στον όρμο του απόντος Ορφέα
θαλασσινός νεκρός κοχύλι στο στόμα
μιας πράσινης σαν τον όλεθρο κοπέλας
σε καλεί  
Το κύμα κάνει δαχτυλίδια
γύρω από τον υψούμενο βράχο
βρόγχος θαλάσσης γλυφή γλώσσα
αφρος νερό κι αλάτι διάβρωση ύλης
θάλασσα σουρωτήρι τεχνητρα οπών
όπου έρχεται και τρυπώνει το φως
Γεννητούρια του άδειου γιορτάζει
το άδειασμα γιορτάζει τις φωλιές του κενού
έλξη και μαγγανεία
Απομεινάρι λάβας η σκοτεινάδα του βράχου
επιμένει στο φως
επιμένει να δίνει χέρι στον Ορφέα
του παρέχει μακριά σκοινιά
ρίζες από αρμυρίκια
να πλέξει τα μουσικά του δάχτυλα
Ω είναι σκοτεινό το Βασίλειο της μέρας
πάρτε το φως
ανηλεής τροχός ήλιος
στο καταμεσήμερο στα δυο μας κόβει
Aπαλά τις γλώσσες σου φωτιά του ήλιου
απαλά τις γλώσσες σου γλυφή θάλασσα:
καίγεται το καρφί του κρανίου
σκληρό αλάτι το νοτίζει πέφτει στα χέρια
πίσω από τις πόρτες του θανάτου
Ποιος τραγουδά;
Εδώ που σμίγουν στοιχειά με στοιχειά
Στη σιδερένια άβυσσο
Μολυβένια ερπετά κύματα φίδια λάβας
Αναδεύεται το χώμα
σείστρα ανέμων χτυπάν δαιμονισμένα
γιγάντια αβύσσου τρικυμία
Μεγαλοπιασμένοι των ονείρων
Περηφανευόμαστε για τη σκιά μας
Τέτοια η οθόνη του νου μας
Από μηχανής η αλήθεια
από δοκιμαστήρια αβύσσου
Με άψογο ένδυμα γύμνια
Ανοίγει η φλέβα μας και μας δωρίζει στη μουσική
αυταπάτη έρωτας χορεύει πάνω στο κοχύλι
σαν Αφροδίτη
θαλάσσιος νεκρός
παραγγέλλει: Στηρίξου στον έρωτα!
Σκοτεινά νερά
Βασίλειο του Όρκου: Διαπέρασε Στυγός νερό
Tρέξε στις φλέβες σου μαγνήτες δίπλα στο αίμα
 

 

ΜΗΤΕΡΑ ΤΩΝ ΔΑΣΩΝ

Πλέξε το νήμα της βροχής της φλόγας πλέξε
πλέξε του άνεμου σύννεφο πλέξε χιονιού νιφάδες
μέσα σ έναν κύκλο να φυσάνε προς το κέντρο
στρόβιλος ανοδικός σε κάθε βυθό τ ε λ ε τ η

Λόγια που μας φυτέψανε καθώς μας προφητέψανε
κι ας είναι ο χρόνος μας αργός ποτάμι μας ο λήθαργος
θα μας μιλήσει το νερό αμίλητο θαυματουργό
με ήλιο φεγγάρι λειτουργό καθώς περνάς τον ποταμό
από γεφύρι τρίχινο σε βλέπει η μάννα των γκρεμών
στη σκοτεινιά των φαραγγιών κι όλα ξυπνάν μες το όνειρο
θαυματουργό πίνουν νερό σμίγει του κόσμου το διπλό
το αίνιγμα είναι τόσο απλό σαν βρύση μες την ερημιά
η μουσική μας συντροφιά

Μητέρα των δασών τι πιο αληθινό από το παραμύθι;
Για να νοιώσουμε κάτι αληθινό πρέπει να μοιασει παραμύθι
Νύχτα του ρίγους βέργα της βροχής
στα φύλλα του φθινοπώρου και το κοτσάνι θα λυθεί
Δέντρο με φόντο τη βροχή μαύρα κλαδιά διψασμένα χέρια σε παράκληση
το παράθυρο τα καδραρει σκελετό σε τάφο στενεμένο
όλη η ενέργεια στο μαύρο δάκρυ που στάζει τη χλωρή γη
-θα παίξω στο τραπέζι σου ζάρια Περσεφόνη

Ο αετός του ματιού ιριδίζει σηκώνουν το χώμα οι φύτρες
βαθαίνει η ρίζα φύτρα στρόφιγγα ανοδική στο φως
το πίνει στάλα στάλα πλέξη σε κάμερες ομπσκιουρα
σαν να φωτογραφίζονται

Οργασμός οργανισμών χώμα λαβα ζωής
λαύρα νερό ανάσα πίνει το στόμα ουρανό
μάτια γιαφως ζεστά
Ο αετός του ματιού ιριδίζει

στάσου εδώ στα ρηχά είναι κι εδώ βαθιά
μακριές οι νύχτες για τους ξενύχτες

Πιες από την κούπα της ζωής
πιες από την κούπα φωτιά

Στη γη αυτή ακόμα ψάρια στη γυάλα

Πανιά σε λαβύρινθο

Έλλειψη πνεύματος έχουμε τα πλοία αποκλείονται στην Αυλίδα
δεν έχουν ούριο καιρό θαλάσσια ξύλα σχισμένα ξάρτια

Αν ήταν φθίνουσα η ζωή μας θα είχε λυγίσει το βάρος τη φωνή μας
αν ήταν φθίνουσα η φωνή μας το τόξο της ζωής λυμένη θα είχε τη χορδή
όλο το σύστημα των γαλαξιών θα γύριζε μάταια
το σύμπαν δεν θα είχε μάτια ορφανεμένο από ύπαρξη

αγνάντεμα ήλιου κατάματα διάπυρο λευκό
σούρουπο καταματωμένο χείλη κόκκινα ερωτευμένα
Της φωτιάς

Λόγχη ψυχή

Λιθογραφία στο ποτάμι της λήθης με βότσαλα

Η βραδιά γελούσε με νιόπιαστο φεγγάρι ώρα

που η φοινικιά παραιτούνταν από την προσπάθεια της να πετάξει

Μια κουκουβάγια καλούσε το σύντροφο της

Ο ουρανός έβρισκε τη δροσιά του Η νύχτα γρήγορη

έπαιρνε πρωτοβουλίες Ο κόσμος της μέρας βρήκε

απογώνι να μην τον πιάνει το σκοτάδι ώρα που

κόσμος νυχτερινός βάζει βάρδιες κερδίζει

βήμα το βήμα την περιοχή

Ζευγάρια μάτια κινούνται σε ποικίλους ρυθμούς και βηματισμούς

χαμηλά ψηλότερα πολύ ψηλά μικρά μεσαία μεγάλα

φωτεινά φωτεινότερα βλέμματα

Σύρσιμο ελιγμοί βηματισμοί πάνω σε βαμπάκι

χαμηλωμένα φώτα ψίθυροι υποβολής της νύχτας

ένας κόσμος μες τη συγκράτηση το δειλό φόβο

στην παγίδα του σκοταδιού μαντεύει ακροάζεται

σκιρτά αδημονεί τολμά ελπίζει πάει γυρεύοντας

Σχήματα στο χώμα μυστικά παράθυρα γης ρίχνουν

φως στους τοίχους ξεκόβουν οι τοίχοι φωταψία

γύρω σύμφωνη με τη διάταξη των παραθύρων

Χτυπάν κουρτίνες αραχνοΰφαντες πανιά που

σαλεύουν ως να κοπεί η άγκυρα

Στο παραγώνι ετοιμάστηκαν τα σπάργανα κόβεται

ο ομφάλιος ταξίδι ζωής αρχίζει με το πρώτο μεσονύχτι

Μήνας Σποριάς βράζουν τα μπόλια να τιμηθεί η πολυσπο-

ρίτισσα

η μαμή χάνεται στη μαύρη νύχτα νυχτοπούλι

οδηγείται από το σκοτάδι όπως κάθε τυφλός

δημιουργός όραση του το ραβδί και σκήπτρο

Πως διασχίζεται το σκοτάδι το άλλο;

Τέχνη της μαμής και τέχνη του δήμιου στενή

ψυχή αιχμηρή ανοίγει δρόμο στο σκοτάδι

πυκνό το κόβει ψυχή ξιφολόγχη

Δεν κατέβηκαν οι μοίρες Δεν άγγιξε

ανεπαίσθητη φτερούγα το μέτωπο

Δε σκίρτησε μέσα στο άπειρο των ματιών η γέννηση της ί-

ριδας

Δεν είπαν οι άνεμοι τη μουσική ;

Χορεύουν νυφίτσες στο χασήλι Κόσμος αληθινός σαν πα-

ραμύθι

Ψυχοστασία

Ο νυχτοφύλακας από το βράδυ αρχίζει
την ομορφιά κι ως το πρωΐ τη βρίσκει
Άν είχαν τα πουλιά ένα φως
δεν θα το ζητούσαμε 
σε κάθε ορίζοντα
Τότε και συ μορφή του πρωϊού
με την ανάσα και μ ένα φιλί
καρδιά για μέρα χαριζέ μας
ζεστά τα μάτια του θεού να μας δουν ξανά
Με κάθε πουλί φανερώνεται κι ένας σκοπός
και μες στο φως απλώνεται ως τις απέναντι κορφές
δόξα αιώνια και αθανασία αυτής της μέρας

Την όραση της ώρας κάνε δική σου
Στην ακτή της νύχτας 
φως χαράζει στις απαλάμες 
με το δόξα Σοι των πουλιών

Μην το στερηθείς γιατί πώς ζείς;
Μέσα στο ανεξάντλητο αιώνιο ζείς
Ζούμε μέσα στο ζωογόνο αληθινό
παρόλο τον απέραντο πόνο του

Στον πόνο ζούμε νοσταλγούμε
αιώνιο γυρισμό καραδοκούμε
μελίσσι που έμεινε ορφανό

ΚΕΛΑΙΝΕΦΈΣ

Σύννεφο ταξίδεψε ουρανό βαθύ στα μάτια σου
απότομα συννέφιασες έσταξες δάκρυ
στην άκρη από τα χείλη σου αρμύρισε φιλί
νάματα αναδεύονται
βαθυδίνης στρόβιλος βοριάς και νότος
νύχτα πολύφωτη
αγάπης πρώτο σκαλί
θητεία θωπεία του amore ο χρόνος
μέχρις εκεί που ουρανός σε κατοικεί

μαύρο βουνό στην αντηλιά του Απρίλη
ατένιζα
κινούμενη σκιά σε μαρμαρόπλακα
χρωματικοί λειτουργοί
φύλλα σέπαλα ζουζούνια

μουσικά νερά τσακίρικα καταρρακτώδη
αναβοσβήνουν
εγώ να δείχνω φως
μιά χαραμάδα άστρα
μέσα στου θήτα το σταυρό
η φθορά μας πέφτει
από ουρανό γαλάζια σπηλιά
πάρε την τραγούδι σε δίσκο γύρνα τη
πεντατονικής κλίμακας

μαχαίρι στο μνήμα
η λαβή ανθίζει αίμα βρυχάται λέων
αποπλανημένος της αφής σου

«ήλυθεν και πίεν αίμα κελαινεφές΄ αυτίκα δ΄ έγνω»

 

ΧΡΩΜΑ ΑΚΑΚΙΑΣ

 

Ταξιδεύοντας προς τις πληγές

προς την πηγή των πληγών

ποιο αστέρι με τη βροχή του

δρόμος φωνής μέσα από τ αστέρια

μέσα από το χρόνο

με τέμπο αστεριών

καημό ζωής ταξιδεύει

σπαράγματα και φολίδες

από αρχαίο μάρμαρο

Κυρτή σαν Γη σάρκα

καμπύλη σε καθρεφτίζει

χέρι θωπείας σε ταξιδεύει

σε λεμονόσχημες κορυφές

η αλόη της σε μεθά

εσωτερικός καθρέπτης

μιλά την κορύφωση του αισθήματος

αισθησιακή γιορτή θάμπος φιλιών

θάμπος ματιών ηδονοχάρμης πυρετός

ο κόσμος τρέμει γλιστρά σαν άβυσσος

Κυρτή σαν Γη σάρκα

καμπύλη σε καθρεφτίζει

κυρτόκοιλος ίλιγγος άλγος

σε ρυθμό απολιθωμένης φωτιάς

 

 

Σου χαρίζω κοριτσάκι ένα ματσάκι λόγια

που βάζεις ώρες στα ρολόγια

απ της καρδιάς το δισάκι

Σπαθίζεις ελπίδες φωνήεντα υγρά

κι όλα το ίδιο ανεβοκατεβαίνουν

στη στήλη ετούτη από φώς κι από σκοτάδι

έβενος που κυλάει σε όχθες αχάτη απότομες

Δές καταλάμπει το μαύρο λεπτής πορσελάνης τέχνη φωτιάς

Διαπυρώσεις από σκαφές στο καθημερινό πραγματικό

 

 

Λες και οι άγγελοι θα χτυπούσαν

πιο δυνατά τα φτερά τους

από δική μας πτώση:

Συμπτώσεις εικόνων

όσο επιτρέπουν  ίχνη στην άμμο

που  σβήνει δειλινό κύμα

Βάρκα και συ ένα

φοράς τα πανιά φτερά σου

φυσά ο νοτιάς και σε ανυψώνει

νιώθεις την ταπείνωση των κυμάτων

πάνω στα χαλίκια της παραλίας:

Το μυστικό παραλύει το κενό επιμένει

βότσαλων συναυλία σε ξυπνά

στην αγκαλιά της απεραντοσύνης

  Η ερωτική είναι ο θρήνος αυτού του αινίγματος

μύηση στο μυστήριο των μυστηρίων

ζυγαριά του έρωτα

μυητήριο Ερμή που του δέσανε τα μάτια και λέει:

πατώ πατώ πατώ

το ένα πόδι σταθερό σαν ακίδα

το άλλο σαν το κινούμενο σκέλος διαβήτη

να πιάσει σπίτι αγάπης

τυφλωμένος παντοτινά του έρωτά της

 

 

 Λαγόνια ερωτικής αβύσσου ερεβώδη

χείλη αγάπης χείλος σκοτεινό

η ταλάντωση ουρανών δεν έχει τελειωμό

το μυστικό παραλύει, το κενό επιμένει,

βότσαλων συναυλία σε ξυπνά

στην αγκαλιά της απεραντοσύνης

 

 

-Ποιος είσαι;

-Ο ούτις.

 

 

 

 

 

ΜΕΛΑΝΌ ΌΜΜΑ

 

Κλείνεις  λαμπερό νόμισμα

ήλιο σε μαύρο κουτί

ακτίνα  μαχαίρι

χοντρό αλάτι νοτίζει

χείλη ασπρόμαυρα

χελιδονόψαρο

χίλιοι ήλιοι στο ανήριθμο κύμα

τρελοχορεύουν

νύχτες εφημερίδες σχίζονται

τσαλαπατιούνται ορίζοντες

δυστυχώντας τις μέρες σου

 

σε αλίευε

δίχτυ κορμί ταξίδεμα

άπειρα φτερουγίσματα

ούτε θυμός ούτε αιδώς

μήτε ανακρίνον φως

φλασσιές πάλλουσας

παπαρούνας από καρμίνιο

μασκάρουν

σκοτεινές λίμνες ματιών

ξερακιανή μνήμη

 

Ήλιε μου μελαψό ξεφτέρι

κι αν είσαι σε χρυσό κουκούλι;

 

Περιμένοντας να ξυπνήσεις

Στον προσεχή κατακλυσμό
 ποιος κυβερνά τον κεραυνό;
O ένας καπετάνιος κοιμάται
 και ονειρεύεται την αστραπή του ύπνου
 Ο άλλος καπετάνιος τον σημαδεύει :
 κοιμάσαι δε σε σκοτώνω.
 Εγώ κοιτώ τους κεραυνούς!
-Βλέπεις αυτή τη ζητιάνα
 που μαζεύει σκουπίδια είναι η Πέπη
 -Δεν είναι ζητιάνα είναι η Πέπη
Στον προσεχή κατακλυσμό
 ποιος κυβερνά τον κεραυνό;
Ο Αλέκος πέθανε πριν πέντε χρόνια
 Χτες μου το είπανε
 Έκλαψα
 Από μέσα μου
 -Χτες πέθανες Αλέκο
 

ΚΡΥΑ ΝΥΧΤΑ

Περπάτησε την άβυσσο
τρέμανε αστέρια
οδυνηρό έγινε το φως
τυφλωτικό στα ξέμαθα μάτια
σπιρουνίζει την άλογη περηφάνια
ξαναφέγγει το μύθο πλέξη του ανθρώπου
φωτερό ένδυμα αγνή φωτιά
Κύλα το τσέρκι χρόνε
αβυσσαλέες δίνες γύροι του σύμπαντος
κυματισμοί στο διάφωτο στροβιλισμοί άστρων.
Του ψηλού η συνέχεια
Εμείς
Δυναμώνουμε μυς.
Από τα μισά της διαδρομής
των στοιχείων οι ακατάρτιστοι
με μόχθο επεκτείνουμε το παιχνίδι
των άστρων τη συνέχεια εντός ματιών
Εικονίζουμε. Εμείς. Δυναμώνουμε μυς.
Το σίδερο δονεί τα ρινίσματα
που τάξη γραμμών δεν ξέρουν
ο παλμός της ύλης το λάστιχο του χώρου
αναδείχνει την ελαστική και του χρόνου.

Οιάκισέ μας κεραυνέ ζωντάνια
Ζωήρεψέ μας.

Το αίνιγμα με τέχνη πλέχτηκε
με ομορφιά με έρωτα
Ερώμενο κινεί κάθε αστέρι
Μυθώδεις κόσμοι σε αγκαλιάζουν
βλέμμα απορητικό
σε πλήττουν εκστάσεις
αναμετράς αποστάσεις.
Αστράχνες άκτιστο φως
του σκοταδιού λουλούδι
του γνόφου καταφώτιση
διαμαντοφόρετο ρούχο
την άβυσσο σπάζει του πέραν
το αδιάβατο λεωφόρος.
(Τίποτε δεν είναι που
να μην υπάρχει
κι εκείνο που δεν είναι
σύμπαν είναι πάλι).
Του ψηλού η συνέχεια
Εμείς
Δυναμώνουμε μυς.

 

ΠΗΓΑΣΟΥ ΔΩΡΑ

Κεντώντας αστέρια υπομονής

στου απείρου τις διαστάσεις

διάταση χορδών

υπερχορδές ολοκληρούμενες

χάδι χρώμα

συχνάζοντας συχνότητες

 

λουλούδια σταχτιά στα χείλη

φιλιά που ξέμειναν

οξυγόνο ο ήλιος

διάπλατα ακτινοβολεί

διάθερμη πλάση

 

Έτσι να πλέει

ώς τους γκρεμούς της καρδιάς

έτσι και της ψυχής τα πέρατα

ελπιστική των αστεριών

κερδίζοντας κάθε δρόμο

 

με τόξευση καθ υπερβολή

τα χάσματα ευθύς γεμίζουν άνθη

διάττοντες άνθη φωτιάς

μαλλιά λυμένα στο άπειρο

ΠΕΡΙΗΓΗΣH

Αργά αργά ανατέλλει σύννεφο πάνω απo το λόφο
παίξε στη φωτεινή σκιά του
σε κορμί καρυδιάς τ όνομά σου χάραξα
κόκκινες δυό καρδιές
αγκαλιάζει ξανά η φλούδα
ενωμένες με του πόνου το βέλος

μουσική ανεβαίνει ώς τα φύλλα
ρίγος της νύχτας άνεμος σκοτεινός

 

Λέπια αστρίτη

Χαίρε φλοξ φλόγα θεού
χαίρε τους πέντε τόνους και τα πνεύματα
χαίρε πολυφωνία
χαίρε παλίντονη αρμονία
χαιρέτωσαν οι λαοί

ύστατο χέρι νεύει προς το αιώνιο εν
της μιας νότας του ενός τόνου
«σύντρισι λαβών»
μονόχορδης άρπας κιόνων
φλέγονται λευκά χιόνων

Νιφάδες χιονιού στους ύπερους
νυμφαίων Καλοδίκης
Το άντρο των νυμφών καταλάμπεται
από πιέρια ρόδα και αμβρόσιες δροσιές

Χιόνι κάνει τα στεγνά κλαριά της μυγδαλιάς
να ανθοβολούν σ ένα πρωί
και να φυλλορροούν το απόγευμα
κρύο θείο δάκρυ

αστρίτης αναδιπλώνει το σύμπαν
οχτάκλωνες ζωντανές ρίζες αίγειρου
με θάνατο οι ρίζες θα πετρώσουν
Ρίζα αστεριού και σκελετός αστρίτη

 

ΕΔΩ ΚΙ ΕΚΕΙ

 

************************
Η ρίζα  την ευλογία δακρυσμένα 
την κάμαρα απαλά το φίλημα σπέρνει
πετράδι γεννάει ο κόπος
καταιγίδα προφταίνει του ορίζοντα

κλαίει η αυγή  
το κλάμα  σκορπίζει  αποχαιρετισμό
η χαρά ονειρεύεται 

βουνό  δέρμα   ροδοπέταλο
σκοτώνει η ηδονή την τρέλα  ερωτικά
φοβισμένα αποχαιρετά  η νεότητα
του λιβαδιού την τερατωδία

του πνεύματος βουλιάζει το λιοντάρι
το ζαφείρι θρηνεί  του ορίζοντα
το πλήθος αγκαλιάζει το ψέμα ευτυχισμένα

την κακία γεννάει

ο αδελφός  την απάτη ανασαίνει.

*******************************
 
 
Τη γιορτή το νήπιο του κάμπου ομορφαίνει
το κορίτσι   τη σφαγή μάχεται αγαπά
Πλημμυρίζει της παπαρούνας η βασίλισσα
το κρεβάτι  του μαργαριταριού αχόρταγα
Ποτέ το θυσιαστήριο δεν λησμονεί το γλέντι
του σκότους την ελπίδα η βεβαιότητα
κι όμως η μάχη προβλέπει 

φωνάζει ο ίσκιος την αύρα 

αγαπημένα μυρίζει  η λεύκα
ο χρόνος δεν μάχεται την ανατολή
σκοτεινά η πανσέληνος τη νωθρότητα
ποτέ η ελαφρότητα δεν γερνάει τον έρωτα
απρόσμενα  το φύλλωμα πίνει  μακαριότητα
Κατέχει το όνειρο τη γλώσσα

το πέλαγο ανάβει δίκαια
του θάρρους κράζει η αδυναμία

Η πλήξη κλαίει  φωτιές των τάφων φοβισμένα
ξάφνου του αγιάσματος  χαρά
Το βιός   η ειρήνη το φύλλωμα της τραγικότητας
η ηρεμία τον Ιούνη
 
 
******************************

 

 

 

 

ΩΘΗΣΕΙΣ ΤΟΥ "ΕΠΕΚΕΙΝΑ"

Στο δίσκο της Σελήνης
στιλπνός
του χρόνου καθρεφτισμός

Ο άνεμος την άμμο
ο χρόνος τ αστέρια
σπρώχνει
φωτεινές αυλακιές στο χάος

Ο άγγελος του χρόνου
κουρντίζει το σύμπαν
κι αποκοιμάται
Εμπιστεύεται στο μηχανισμό
να βρεί την ώρα
που θα χτυπήσει εγερτήριο

Μόλις ξεστρωθεί το χιόνι
θα ξεπαγώσει κι ο χρόνος
θα ανοίξει φτερά
τινάζοντας από πάνω τους
χειμώνα

 

 

Το μέσα έγινε έξω

Μαζί με την άμπωτη που ξέβρασε τα όντα
πετάχτηκε
ξεβράστηκε και το εφτάστερο κλωνάρι της ύπαρξης
ο άνθρωπος
νωπή σα γή η μητέρα μας φωτίστηκε μες στο διάφωτο
το σπίτι μας
πρώτος θεών μητίσατο πάντων έρως στις πλαγιές
του σύμπαντος
τα ηφαίστεια γίνανε βουνά το έν κληρώθηκε
η πολύ ύπαρξις
των μυστηρίων η συνέχεια φούντωσε τη γή τρυφερή
σα γή πάλλει
στους αιθέρες αιχμάλωτη ομορφιά πλημμυρισμένη
αποικία βίων
βιαία σημαντική όλο νόημα νοήσεως η συνέπεια
εξοχική των άστρων
πλατυτέρα γαστέρα χορευταρού βαρυτική
και άπατη
άφταστη «αιέν αιών αεί όν» περίδρομη πυρίδρομη
ασπαίρουσα
αστερουσία γενναρχική τιμία ένδοξη των άστρων
συσχέτιση
σύμπλοκη φωτός φώσκει θρώσκει θρήσκα έθνη
κληρωτά φωτός
απείρου ουσία αληθούς απεραντωσύνης άπλα
διάττουσα
πλήρης ουρανού στα όρια του νερού άτια αττικά
στις μετώπες

«Βάλλ’ ούτως αίκεν τι φάως Έλλησι γένοιο»

 

 

ΗΛΙΑΡΑΧΝΗ ΥΦΕΡΠΕΙ

Δεν πέθανε ποτέ κανείς
Το χαράζω
Του χρόνου τα άλογα
σκύβουν να πιούν νερό Αχερουσίας
χιονίζει κυκνοπούπουλα
και δεν αντέχουν οι κολώνες του ναού

Ο θάνατος ξέρε το
είναι πιο δυνατός
πιο κραταιός κι απ τους θεούς
Οι θεοί πεθαίνουν
Ο θάνατος είναι αθάνατος

Σκληρός ο τάφος γιά να μπείς       
μέσα στο μνήμα ο νεκροθάφτης

 

 

Γαλάζιο μάρμαρο

 Πάνω που τράκαρες
με το γαλάζιο του ουρανού
ξεδίπλωνε η θάλασσα
το υγρό της λάβαρο

σύρθηκε το μετάξι της νύχτας
αστερωμένο

ένοιωσες τα πράγματα
να σε κοιτούν μοναδικά
με το ταξιδεμένο τους πρόσωπο
της μιας φοράς
κάθε στιγμή με τη δικιά της
ανεπανάληπτη φτιάξη

από το πιο ταπεινό
ως το πιο βαρύ κι απέραντο
κι ως το ωκεάνειο

μόνιμη είναι μόνο η αλλαγή

το μικρότατο αστεράκι το νυν
πανόμοιο που ωστόσο μετά από λίγο
δεν είναι και ποτέ δεν θα ξαναείναι

πως είσαι είναι χρονικής ουσίας
πολλά πολλά νυν μαζί
και αλλάζει η όψη του χρόνου
όπως το νερό αλλάζει χρώμα
με τα βάθη

περιστάσεων γεννήματα
στις μεγάλες διαδρομές
χανόμαστε

νυν:με το φως του
ο κόσμος

Σιδερένιο αλώνι

Σε απέραντο τόπο ονειρεύτηκα
του ανθρώπου το έξαλλο ταξίδι
και είπε:μοίρα του είναι να βαδίζει
δεν έχει πίσω ο δρόμος του
το μεταφυσικό του πεπρωμένο
ερωτικός του ίλιγγος
πνεύμα λευτερωμένο
σε κβαντική πραγμάτωση
μηδέν και άπειρο εκμετρά
και ξεχειλίζοντας πλησμονή
η έλλειψη περισσεύει

Ασύλληπτη αγωνία ατέρμονη απορία άπειρος θαυμασμός

 

 

Πάψε μοναξιά

Σε ψάχνω στ ανοιχτά πόρτα μάγισσα
γαλανή γραμμή διάφανο κορμί
ήρθες; άργησα;

Τέλος εποχής άγονης γραμμής
ξανά θα μ αρνηθείς
παίζω χάνω χάνομαι

Σε ψάχνω στ ανοιχτά πόρτα μάγισσα
γαλανή γραμμή διάφανο κορμί
ήρθες; ράγισα

Πάψε μοναξιά