Όταν το μοντέλο αργεί

Ακόμα είμαστε στη στροφή που πήρε
το δόρυ ,υπό διωγμό και μεταμόρφωση
μυρέλαιο στάχυς στεφάνι μυρτιάς
ανοιχτά της σελήνης
όστρακα θραύσματα και βότσαλα
Σαν σάρκες απλώνονται βουνά πλαγιαστές λαγόνες
μορφάζουν σαν πρόσωπα πόνου και εγκατάλειψης
Είδα το φάσμα τους να λέει:
ο θάνατος στριμμένο κέρατο οργώνει ξεοργώνει
Γιατί πως λάμνει δεν το’ ξερες ώσπου το είδες
Κατάστηθα σε χτύπησε η πίκρα στην αντηλιά
H Ευρυδίκη συνομιλούσε με τον άγγελο της δροσιάς
Της Κέρου άκρα κορυφή σαν των στηθειών της ρώγα
χυνόταν τα μαλλιά της στο γυαλί της θάλασσας
Ακροκέραμο η ομορφιά που είδα
από μοσχομηλιά από αντίκλαρο
Ο ήλιος σε δίσκο κερασμένο μήλο
Τι θα σήμαινε να μου παραδώσουν το σχήμα τους τα πράγματα
Τι θα σήμαινε να παρηγορηθούμε στη μορφή;
Γύρω από κενό κοχύλι στριφογυρνά η παρουσία.

* ΤΟ ΘΕΡΙΝΟ ΗΛΙΟΣΤΑΣΙ Ο,ΤΙ ΒΡΕΞΕΙ Ο,ΤΙ ΣΤΑΞΕΙ

δεν θέλω γω του έρωτα τα τσαλοπατημένα μόν θέλω με το χάραμα να τραγωδείς για ημένα
στοιχημένο στα πέρπυρα
μελετάω το πεζογραφικό μας τώρα,μεχρι ν ανέβω στο δοκίμιο και στη φιλοσοφική μας πραγματεία ακέραιος όχι πανσέληνος αλλά απλά πραγματευτής,ξεγλωσσιάστηκα για σένα ώ Ελευθερία! (Καλβοσολωμός) καύλο λάλο ανάστημα,εκπαιδεύω τη γλώσσα μου γλείφοντας έναν έναν τους σπόνδυλους ναών τε σωμάτων άχραντων ώ Ελευθερία!φτού ξελεφτεριά
Απ όπου και ν αρχίσεις πάλι απ την αρχή θ’ αρχίσεις,λέει μια παροιμία,μόνο με τη γυναίκα ξεκινάς αγκαλιάζοντας τη μέση της και ξεκινάει το ατέλειωτο πανηγύρι του ψίθυρου καθώς σείονται οι γοφοί της στο ξάναμμα του εφηβαίου
——
Διαγραφές ,να μοιάζουν όλο και πιο πολύ τη μελανή καμπύλη της χελιδόνας μπροστά απ τα παράθυρά σου,να χτίζεται ο παρθενώνας μόνο με αυτές τις μελανές καμπύλες,μάτια ορθάνοιχτα κάτω απ το φρύδι το σαν χελιδονιού φτερό.
Α,δεν είναι δικό μου αυτό,είναι του φειδία,που όλο καμπύλες γεωμετρούσε το Ναό της Παλλάδας,
κι εγώ φυλλομετρούσα τα φύλλα του ρόδου σου ,ακριβή πολυτέλεια να πάω μέχρι το μεδούλι τον έρωτα σκίζοντας το γαλάζιο της ηδονής,ένας χάρτης,η χάρι της!χάρις
παραδωμένος στη γλυκειά δυναστεία της κοιλάδας των ρόδων
ρόδο ρόδο τον καημό σου κόβω αναρριχώμενη τριανταφυλλιά μου!μια κούπα δάκρυο σαν το νερό της θάλασσας πικρό κι αλμυρό και ιδρώτας απο τα μάτια σου κι απ του κορμιού σου τ’ ακριβά στα μάγουλα σου και στο σώμα σου που κύλησαν υλικά αγάπης σαν λύθηκαν τα μέλη δονούμενα
Όχι δεν έχει εδώ τέλος,ο έρως είναι ατελής έχει ατέλεια δεν τον πιάνει εφορία μόνο εύφορα φέρνει είναι το ευφορικό δίκαιο
Εδώ είναι οι επικράτειες της Αφροδίτης, ό,τι καταποντίστηκε αναδύεται από τα υγρά βασίλεια θαλάσσιας μοίρας,μελτέμια αιώνια φέρνουν με απόνια στα μπαλκόνια,λυσσομανάν και στα γδαρμένα ο αυλός μελωδεί υμνωδεί τις ανταρσίες της σάρκας,πρώτα εγείρεται η σάρκα, γιατί σάρκα του θα γίνει ο λόγος,μόλις τελειώσει το τραγούδι η σειρήνα και μέσα απ τη Χίμαιρα η Μαρίνα των βράχων στοιχειωμένη απ το κλάμα που γέμισε την κούπα της λύπισης
αποτινάζει το ρούχο του πένθους συνάζει τα παιδιά του ζέφυρου,παραδίνεται στα φιλιά τους σπάει το βαρύ φως ένα στεφάνι ευδία κι ένας χαλασμός χαράς αλαλιάζει την πλάση φως αγαπημένο την τυλίγει σταλμένο απ τον Άγγελο Σιλέσιο εξαγνισμένο ρόδο φωτός ρόδο χαρμονής χερουβικό εξάστερο ξάστερο ξαθέρι
αυτό θα πει να κάνουμε το σταυρό μας
έπεφτε το φως σαν λόγχη
επί του ικριώματος
όπως το επαναστατημένο κεφάλι στο καλάθι της γκιλοτίνας

έπεφτε το φως σαν λόγχη
επί του ικριώματος
καθώς το επαναστατημένο κεφάλι κυλούσε στο καλάθι κομμένο απ τη λεπίδα της γκιλοτίνας
Γλυκειά φρικίαση ,είναι ο οργασμός αυτό.Γι αυτό κατά τις εκτελέσεις αυτές που στηνόταν κάθε πρωί χαράματα ,πλήθος κόσμου έβλεπε την εικόνα του κι επειδή δεν τον έπιανε οργασμός όλη τη νύχτα κι αν έκανε σεξ,το πρωί με την εικόνα αυτή ,το ανοργασμικό πλήθος τον μεταλάβαινε αυτούσιο ,γιατί του είχε λείψει και η όστια.Οι εκτελέσεις ήταν τελέσεις και ολίγον τι λιτανείες χωρίς ιερείς, στη θέση τους πολιτικοί επιστήμονες ταμένοι στο ανώτερο όν ,πότιζαν το θηρίο αίμα.Τα καθεστώτα εδραιώνονται με θυσία Ιδρυτικών θυμάτων.
Ο έρωτας δεν είναι φρου φρου η Σαπφώ το ξέρει άντε δυο τρεις ακόμα,
η Διοτίμα θα το πει που είναι της μοίρας η κλητή
ο Σωκράτης όταν μιλά γι αυτό,καλύπτει το πρόσωπό του με το μανδύα του,και δεν λέει κάτι δικό του,Αλλά τί τον δίδαξε η Διοτίμα,είναι η κορύφωση του Συμποσίου,τα λόγια της με το στόμα του Σωκράτη με την πένα του Πλάτωνα με την αφήγηση του ..Απολλόδωρου,( Ο Απολλόδωρος άκουσε τη συζήτηση από τον Αριστόδημο, ο οποίος συμμετείχε στο συμπόσιο, και πιθανότατα ο Πλάτων έλαβε γνώση των λεγομένων από τον αδερφό του ή από τον ακατονόμαστο φίλο).

έπεφτε το φως σαν λόγχη
επί του ικριώματος
μια κούπα κώνειο
μια κούπα όλβιο των ερώτων σου ποτό σαν με κερνάς το ακριβό σου !
——————–

Φωτογραφίζοντας μνημεία

Παίζοντας με τη μνήμη διπλές ματιές
κοιτώ την εικόνα σου στο μνημείο
τώρα είσαι στον άδη,πώς
να σε φωτογραφίσω στα σκοτάδια
ακούω ένα θρόισμα,ακούω
το θρού των καλαμιών
καθώς η σκιά τους γλιστρά στις πέτρες
του τάφου σου
Ήρθαν από την ασφαλιστική εταιρεία
“ασφάλειες ζωής”
για τη βεβαίωση θανάτου,πώς
να σε φωτογραφίσω στα σκοτάδια;

Δεν έχω τίποτε να βεβαιώσω.

Δυτικά κυλάει το δάκρυ

κρινάκια της άμμου

α.Στη ράχη του αφρού
Ορφέας
Στη ράχη του δελφινιού
Αρίων
Στη ράχη του αλόγου
Μαζέπα
Στη ράχη της αρκούδας
Ακταίων
Με το σταυρό στη ράχη
καθένας
β.Στην καρδιά του σκοταδιού γύπα
αλύπητα χτύπα
με το ράμφος σου κόψε
-κόπηκαν τα ήπατα
χτύπα
αλύπητα γύπα
γ.Τα μάτια σου σταφύλια πράσινα,αγουρίδες
έχουν τουλάχιστον την υπόσχεση να ωριμάσουν
όσο με πλησιάζουν,όσο προχωράει ο Αύγουστος
γίνονται μέλι.

ΤΟ ΔΡΟΜΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΟΧΙΑΣ

 

αυτοκτο Χωρίς χρονοτριβή τα κλείστρα. Σταγόνα φλόγας σε σκοτεινή σπηλιά την πίνει το σκοτάδι όπως η λίμνη καταπίνει την πέτρα .Μια αίσθηση φως μες τη σκοτεινιά. μια δίνη νερού πληγωμένη επιφάνεια ρίγος του καθρέφτη ταραχή ,ρήξη της συνοχής, ρωγμή ,κρότος, κροσσοί κυμάτων, κυματωγή. .Λιμναία άβυσσος τυλίγει τη βολίδα της πέτρας .Κι η φλόγα; Πως στάζει στο στόμα της σπηλιάς; Αδέσποτη ;Μύδρος φιτιλιάς η φρύγανου; Πως διατρυπά το τύμπανο του σκότους και διαφέγγει όλο το κοίλωμα της σπηλιάς, αναλάμπει όλο το τοίχωμα ως τις ρίζες του σκοταδιού στιγμιαία φέξη που την πίνει σαν αβύσσου ανοιχτό στόμα; Αν ήταν πέτρα φωτιας;

Λιθογραφία στο ποτάμι της λήθης με βότσαλα. Ήθελα να πω για μια συνήθεια.. Κάτι τυπικό. προχωρημένο μες το χρόνο. Για τη φωτογράφηση εκείνης της εποχής που ήταν ο ουρανός κοντά μας και τα αστέρια τρία αναστήματα ψηλά. Ποιος έχει μάτια να ψηλαφήσει μορφές του άσπρου και του μαύρου ψυχραμένες κι αχάλευτες και καθόλου ψυχωμένες. Τις έκανε ο καιρός ναυάγια, κορμί κανένα δεν ταιριάζουν, παλαιών ημερών αθυμία χρυσόσκονη πολυκαιρισμένη φθείρει την αφή σαν πεταλούδας φιλοφρόνηση που σου ξέφυγε.

Ήθελα να πω για μια δυο φωτογραφίες που έχουν για φόντο τόπους αποδραματοποιημένους σαν σκηνικό που τα πήρε ο ποταμός του χρόνου.

Τι έγιναν εκείνοι οι καημοί.Ούτε σκιά στη μνήμη, τόση ζωή, τόσο βάσανο, τόση υπομονή, χτίσιμο, έγνοιες, φωνές και μαλωμοί και έρωτες, φευγιό και αποχαιρετισμοί.Φρύδι δεν ιδρώνει. Έγνοια καμμιά. Της λήθης το κοφίνι φόρτωσε για την αιωνιότητα.

*

Σαν πιεις του Αμελη το νερό

Η βραδιά γελούσε με νιοπιαστο φεγγάρι, την ώρα που η φοινικιά παραιτούνταν από την προσπάθεια της να πετάξει. Μια κουκουβάγια καλούσε το σύντροφο της. Ο ουρανός έβρισκε τη δροσιά του. Η νύχτα γρήγορη έπαιρνε πρωτοβουλίες. Ο κόσμος της μέρας βρήκε απογωνι να μην τον πιάνει το σκοτάδι, την ώρα που ο κόσμος ο νυχτερινός βάζει τις βάρδιες του και κερδίζει βήμα το βήμα την περιοχή του. Ζευγάρια μάτια κινούνται σε ποικίλους ρυθμούς και βηματισμούς, χαμηλά ψηλότερα πολύ ψηλά, μικρά μεσαία μεγάλα, φωτεινά φωτεινότερα βλέμματα. Σύρσιμο, ελιγμοί, βηματισμοί πάνω σε βαμπάκι σαν χαμηλωμένα Φώτα, ψίθυροι υποβολής της νύχτας, ενας κόσμος μες τη συγκράτηση το δειλό φόβο στην παγίδα του σκοταδιού μαντεύει ,ακροάζεται σκιρτά αδημονεί τολμά ελπίζει πάει γυρεύοντας.

Σχήματα παραθυριών στο χώμα μυστικά παράθυρα της γης ρίχνουν το φως τους στους τοίχους του σπιτιού ολόγυρα χωρίς κανείς να το ζητήσει, ξεκόβουν οι τοίχοι από τη γη, μια φωταψία γύρω σύμφωνη με τη διάταξη των παραθύρων δίνει όψη καραβιού, στοιχειωμένου σπιτιού. Χτυπάν οι κουρτίνες αραχνοΰφαντες πανιά που σαλεύουν ως να κοπεί η άγκυρα.

Στο παραγώνι ετοιμάστηκαν τα σπάργανα κόβεται ο ομφάλιος, ταξίδι της ζωής αρχίζει με το πρώτο του μεσονύχτι. Μήνας σποριάς, βράζουν τα μπόλια να τιμηθεί η πολυσπορίτισσα, η μαμή χάνεται στη μαύρη νύχτα σαν νυχτοπούλι. Οδηγείται από το σκοτάδι, όπως κάθε τυφλός δημιουργός όραση του το ραβδί και σκήπτρο.

Πως διασχίζεται το σκοτάδι το άλλο;

Τέχνη της μαμής και τέχνη του δήμιου, στενή ψυχή και αιχμηρή ανοίγει δρόμο στο σκοτάδι, πυκνό το κόβει ψυχής ξιφολόγχη.

Δεν κατέβηκαν οι μοίρες; Δεν άγγιξε ανεπαίσθητη φτερούγα το μέτωπο; Δε σκίρτησε μέσα στο άπειρο των ματιών η γέννηση της ίριδας ;Δεν είπαν οι άνεμοι τη μουσική; Χορεύουν οι νυφίτσες στο χασηλι!

*

Κόσμος αληθινός σαν παραμύθι. Σκιρτά πληθαίνει σφύζει ακμάζει και γιατί όχι πλουτίζει γιορτάζει πανηγυρίζει γλεντά ερωτεύεται αγαπά-προπαντός αγαπά.Κινείται σφόδρα και με πάθος για μια δεκαετία ακτινοβολεί ,επικοινωνεί, μέσα στο έθιμο και την παράδοση του ευδοκιμεί.Κι όμως ,τούτα τα φτερά δεν είναι παρά ο χαμός του.,σαν ήλιος που πνίγεται στο μεγαλείο του από το ίδιο του το χρυσάφι που γεννάει. χωρίς να ξαναβγεί., φευ.Μιας δεκαετίας ακμή ύστατη έγραψε μνήμη του εθίμου με αδρά χαρακτηριστικά, με εκείνη τη ζωή της αυτάρκειας που κάθε τόπος είχε το κέντρο του, χασομέρι η Σκότζια για σχόλη και για γιορτή με πλήρες βλέμμα για λύπη για χαρά κι από δικού τους όλα τα καλά.Κόσμος αληθινός σαν παραμύθι.

Νεροκρίτης του βουνού η ραχογραμμή κόβει τα νερά και τα νερά ασημίζουν στο φαράγγι λέπια από φως.Ο ανίκητος ήλιος νικήθηκε από ένα τσικ του κοκκινολαίμη που πυρπόλησε το σούρουπο, γι αυτό φορά κατάσαρκα το έπαθλο του-μαντίλι φωτιας.-ο κοκκινολαίμης είναι το τσακουμακι του ήλιου τον σβήνει τον ανάβει.Μην πτοηθείς ,με όλη του τη δουλειά κι ο γεωργός δεν τρώει ψωμί. Κάθε σκάλισμα και φροντίδα αποβλέπει, ακόμα ένα χειμώνα θα διαβεί κρεμασμένη η φετινή σοδειά του στα σταλίκια-κι επωφελείται δωρεά ταβάνωμα. Μην πτοηθείς.

*

Η ιερότητα του παγανισμού μέσα στη δημοτική μούσα έδινε στο τοπίο φτερά. Σε κάθε ξέφωτο είχαμε χασομέρι, σε κάθε γύρισμα πιάναμε το παιχνίδι, πιάναμε το απάγγιο να μην μας πιάνει ο χρόνος, όλα ήταν ευκαιρία να γίνουμε παιδιά, βαδίζαμε καλά μέσα στο μύθο,ήρθε τα κούνησε η ιστορία, τι μας έφερε; Σκορπισμό και διασκότιση.Το χρόνο αυτό πως τον γυρίζεις;Μια ροδιά στο σούρουπο παίρνει φωτιά .Μύριες φλογίτσες, κόκκινες αστραπές, υπαίθριο μανουάλι.Σφίγγα-λιοντάρι ,άνθρωπος, φίδι ,αετός στις τέσσερις διαστάσεις του χρόνου-παρελθόν ,παρόν, μέλλον και αιωνιότης.

και εκείνο το αστέρι που δε βλέπουμε ακόμα το φως του είναι σαν το άστρο του Ανδρέα Κάλβου που άστραψε στο μέλλον του Παλαμά

Κατέβασε την αλετροπόδα από τον ουρανό μα εκείνη εκεί πάλι ξαναγύρισε σαν που έληξε ο προορισμός της, η νυκτερινή άρκτος του στερεώματος.Κι έπιασε το κοντύλι της φωτιάς να χαράσσει το μέτωπο ρυτίδες για να κυλά η αιωνιότητα μορφωμένα πρόσωπα της ανωνυμίας,ούτις διαπορευόμενος παντός καιρού.Τέσσερις εποχές κάθε μια με το στοιχείο της, που λύνουν τη μορφή της σφίγγας σαν τετραβάγγελο και τέσσερις τροχοί του χρόνου, σαν τα σημεία νυχτερινά στη γης να κάνουνε καθρέφτη χρόνου τετράπτυχο. Τέσσερις εποχές και πέφτουν με δυο φωνές η καθεμία μέσα στην οχτώηχη αρμονία, καν πλαγιαστά καν όρθια.

Πλέξε το νήμα της βροχής της φλόγας πλέξε του άνεμου σύννεφο και πλέξε του χιονιού νιφάδες μέσα σ έναν κύκλο να φυσάνε προς το κέντρο στρόβιλος ανοδικός σε κάθε βυθό τ ε λ ε τ ή Σήκω ψυχή μου.Ο ρυθμός της δημοτικής μούσας δρα κατάβαθος έχει γερή και ιερή τη μνήμη του τελετουργικού λόγια που μας φυτέψανε καθώς μας προφητέψανε κι ας είναι ο χρόνος μας αργός ποτάμι μας ο λήθαργος θα μας μιλήσει το νερό αμίλητο θαυματουργό με ήλιο φεγγάρι λειτουργό καθώς περνάς τον ποταμό από γεφύρι τρίχινο σε βλέπει η μάννα των γκρεμών στη σκοτεινιά των φαραγγιών κι όλα ξυπνάν μες το ονειρο θαυματουργό πίνουν νερό σμίγει του κόσμου το διπλό το αίνιγμα είναι τόσο απλό σαν βρύση μες την ερημιά η μουσική μας συντροφιά.

Μητέρα των δασών-τι πιο αληθινό από το παραμύθι; Για να νοιώσουμε κάτι αληθινό πρέπει να μοιάξει παραμύθι.

*

νύχτα του ρίγους βέργα της βροχής στα φύλλα του φθινόπωρου και το κοτσάνι θα λυθεί

δέντρο με φόντο τη βροχή μαύρα κλαδιά διψασμένα χέρια σε παράκληση το παράθυρο τα καδράρει σκελετό σε τάφο στενεμένο όλη η ενέργεια στο μαύρο δάκρυ που στάζει τη χλωρή γη

και θα καρπίσει στην ώρα της σαν Προζερπίνα (θα παίξω στο τραπέζι σου ζάρια _Περσεφόνη!)

*

ζωήρεμα. Ο αετός του ματιού ιριδίζει -μάθε τα μάτια με τον καιρό και με το χρώμα- σηκώνουν το χώμα οι φύτρες από ανάγκη χλωροφύλλης, με τη βαρύτητα βαθαίνει η ρίζα, η φύτρα στρόφιγγα ανοδική στο φως, ρουφηχτήρι φωτός το πίνει στάλα στάλα,-πλέξη στο φως σε κάμερες ομπσκιούρα σαν να φωτογραφίζονται.Οργασμός οργανισμών το χώμα ,λάβα ζωής και λαύρα το νερό γυρεύουν την ανάσα, πίνει το στόμα ουρανό δεν έχουν παρά μάτια για φως,ζητάν ζεστά να πάνε στη ζωή στη ζήση και στη ζέση.Ο αετός του ματιού ιριδίζειΣε κάθε δημιουργό χαρίζεται έκτακτη μουσική ύπαρξη. Μοναδικής μορφής. Άλλος χαρίζεται σε αίσθημα αβυσσαλέο, άλλος στην ακούσια μνήμη ξυπνά, ενώ άλλος σε ασφυξία αναπνέει κλειστός, άδολα προχωράνε οι λίγοι. Κι άλλοι άλλα,το κενό ,είπε, υποστηρίζει σαν οι βέργες τα στενοφάσουλα, την ποίηση, το στίχο,εξάλλου πιο κάτω δεν μπορείς να πας από το βασίλειο του Κέρβερου.

στάσου εδώ στα ρηχά είναι κι εδώ βαθιά μακριές οι νύχτες για τους ξενύχτες για της ζωής τους αλήτες

βαρυτική άβυσσος κύκλος του νερού όπου τα παγόβουνα που κόπηκαν από τους πόλους , γόνατα κομμένα και ήπατα, επαναλαβαίνουν γνώριμο τους ταξίδι υπάκουα στη βαρύτητα του ήλιου-κατεψυγμένος χρόνος των πόλων. Οι ουρανοί ταλαντεύονται. πιες από την κούπα της ζωής ,πιες από την κούπα φωτιά.

Η μουσική των σφαιρών ακούει σ αυτό το τέμπο.

Όμως εμείς τραγουδάμε.

Το πόδι μας όσο κι ο ήλιος στο μέτρο του απολύτου-δες σ ένα πάτημα στη λάσπη τη γούβα του ίχνους σου χωρά έναν κόσμο-

Κι ο χρόνος στης ψυχής τα γόνατα νεογέννητος θεός

Να λάβω σοβαρά υπόψη τη βαθιά υποβολή από τα στάδια νοσηλείας.

Το πιο τρομερό είναι η ανημπόρια

Αγώνας η ζωή.»βαρυτική άβυσσος.

«σωθήκανε τα γιατρικά ωχ μικρό μελαχρινό

που γειάναν την καρδιά μου _ΑΡΕΤΗ»

Στη γη αυτή ακόμα ψάρια στη γυάλα-το ίδρωσα το ψωμί μου το δούλεψα το σπίτι μου

Πανιά σε λαβύρινθο

Έλλειψη πνεύματος έχουμε όταν τα πλοία αποκλείονται στην Αυλίδα, τα πανιά δεν έχουν ούριο καιρό κι είναι απνευμάτιστα. Κι ο πολύς καιρός σακατεύει τα πλοία ,ορα θαλάσσια ξύλα,ορα σχισμένα ξάρτια και ιστία, όμως όπως κι αν φυσά μέσα στο ποίημα ο ρυθμός φτάνει γαληνεμένος από τη δύναμη του μέτρου που ακούει σε δική του ανάσα.

Βίωμα θαλάσσης

Κι ας είναι ποιήτρια θαλασσινή τινάζει άνθια μες το μελίσσι

Άνθη γκρεμού έρωτας μην τα ξεκάνει

Καίει θεϊκή φωτιά λαβα κρατήρας

Μάλλινη φωλιά θανάσιμη σχισμή

Αβύσσου πέρασμα πύρινη βροχή διασφαγμα

Γκρεμίζονται τοξωτά γεφύρια σπάνε οι πόρτες του βυθού

Γλυφό αλάτι γλώσσα του τράγου

Σκοτεινά διαφράγματα μαύρες αστραπές

Ανάβει του μυστήριου η νύχτα

Κλείστρα μυαλού

Το ψάρι σπαρταρά μες το θαλάμι

-πάρε την νύχτα ,πάρε την του πυρετού είναι άθυρμα

-σκιρτά /τρέμολο, ρίγος στη ραχοκοκαλιά

καίει η φωνή της για φιλιά

απαρηγόρητη η φωλιά. Σφαδάζει! ω.

*

είπα του καιρού μου-πως έτσι φτηνά μας σπαταλάς;

Είπα του καιρού μου-μη μας ξεπουλάς

Όπου κι αν πας τον εαυτό σου θα κλωσάς

*

αν δεν ήταν φθίνουσα η ζωή μας

θα είχε λυγίσει το βάρος τη φωνή μας

αν ήταν φθίνουσα η φωνή μας

το τόξο της ζωής λυμένη θα είχε τη χορδή

κι όλο το σύστημα των γαλαξιών θα γύριζε μάταια

κι όλο το σύμπαν δεν θα είχε μάτια

ορφανεμένο από ύπαρξη

ώρα για ήλιο, πυκνή η Πνύκα, συλλογή

αγνάντεμα του ήλιου κατάματα-διάπυρο λευκό

σούρουπο καταματωμένο

χείλη κόκκινα ερωτευμένα

Της φωτιας.

κάθε που παύει μια φωνή η στάθμη πέφτει απότομα

Η αισθητική συγκίνηση σώζει;

ΦΡΕΣΚΟ ΧΩΜΑ

Ππάνω άμμο κάτω άμμο δραπετεύεις από γάμο

Πέφτεις σε σπαρμένο κάμπο και στις φρέσκιας αυλακιές

Οι κουρούνες κάνουν γάμο πέφτουν σαν μαύρες αστραπές

Τις κοιτώ και χάνω των οιωνών το αίνιγμα

Πάνω άμμο κάτω άμμο δεν τον ξέφυγα το γάμο

Χάνομαι στο ψέλλισμα ενός άγονου σκοπού

Που έλπιζα για έρεισμα του μυαλού συχνοαέρισμα

Πάνω άμμο κάτω άμμο κουρούνες μαύρες αστραπές

Ανεξήγητος οιωνός ειρωνικό αντέρεισμα

Στην έλλειψη ρυθμού που μάχεται με πείσμα

Τον κατακλυσμό του αλγορίθμου στην παρεξήγηση του ενός

Και στο λύσιμο του μύθου

Με το μηδέν με το ένα ρυθμό παρουσίας απουσίας

Γιατί το σύμπαν αλληγορεί του ανθρώπου που ίσταται

Του ανθρώπου που ίσταται κι απορεί ως μυστικός του σύμπαντος

Η φύση δεν παίρνει από ορμήνιες

Μηδέν και άπειρο παιδιά της ίδιας μάνας

*

Α’ μέρος-συνεχιζεται

*

Γαρδικιωτες η Γαρδικιου και περιχώρων

Η απιστία μάς δείχνει ότι ο παράδεισος δεν είχε μήτε έχει φράχτες .Κάτι ξέρουν τα πουλάκια του θεού που τρυπώνουν στους μπαξέδες όσους φράχτες κι αν επινοήσει ο άνθρωπος .Έθιμο είχαν τη ληστεία. Εμείς έπρεπε να περάσουμε μόνοι μας το ποτάμι του ύπνου για να βγούμε στο ξέφωτο οποχουν λημέρι οι αετοί με τους καπιτανεους .Κι ας έβρεχε κι ας χιόνιζε τα νύχια του ακόνιζε και τα μαχαίρια του

Νυκτιπορειες έκανε σε βουνά καταράχια καμποχωρια σε στάνες δοκίμαζε κοψίδια σε γεφύρια έπαιρνε ανάσα και τσιγάρο.

Καιρός που με το έθιμο έπαιρνες φωτιά από τη γειτόνισσα και της έβαζες φωτιά αν σε φλόγιζαν τα μάτια της.

Αν απουσιάζει το σώμα της γραφής δεν μπορώ τις ταπετσαρίες ξετινάζω του τοίχου. Ψαχνό. Χέρι της γραφής το περίγραμμα βρες. Τον αϊτό δες της ματιάς.

Το πελέκημα του δες με τσεκούρι σαν παλούκι από κέδρο .ίσιωνε ο θεός από τη μια μεριά στράβωνε αυτό από την άλλη. Οι πλάτες του τράβαγαν δύναμη από τη μέση μεδούλι από το ηλιακό πλέγμα και θρόιζαν σαν φτερούγες .Σχεδόν δε βάδιζε χόρευε πετούσε φτερούγαγε στις στράτες σαν άνθρωπος που αφού έμαθε να πετά δυσκολεύεται στο βάδισμα .Κι έχει δίκιο.

Του έβαλε το πιστόλι στα χέρια.

-Ρίξε. Να πάρεις το αίμα του πατέρα σου πίσω. Ρίξε να σ αυτόν εδώ .Του δείχνει ένα γνωστό του γεροντάκι που κι αν είχε θάρρος και σκοπό να ρίξει το λυπήθηκε δυο φορές αφότου ο καπετάνιος τον αποπήρε .Ρίξε τι φοβάσαι κοίτα .

Έλα εδώ εσύ προστάζει ένα γεροδεμένο με ντούρο παράστημα και …χέρι στο μαχαίρι χέρι στα μαλλιά .Δυο βήματα έκανε ο κακόμοιρος και τα υπόλοιπα δυο χωρίς κεφάλι

Έπεσε σαν πετος τινάχτηκε εδώ εκεί πριν τα κακαρώσει το ακέφαλο σώμα

Η δε ασώματος κεφαλή ανοιγόκλεισε το στόμα σαν νάπινε νερό σαν να ψιθύριζε νερό…

Ο Μάρκος τώρα αποσβολώθηκε για τα καλά το πιστόλι του έκαψε τα χέρια λίγο έλειψε να λιποθυμήσει από το τρομακτικά απροσδόκητο θέαμα του κόπηκε το αίμα η ανάσα κέρωσε .

Ρίξε .Ο καπετάνιος. Αλλά δεν .παίρνει το πιστόλι και το αδειάζει στο ετοιμόρροπο γερόντιο

Απέστρεψε πρόσωπο δεν ήθελε πια να δει .Δεν πήρε το αίμα πίσω δεν έβαψε αίμα τα χέρια του κι ας έβαψε η ψυχή του θέαμα καπιτανεϊκης αγριοτης

Εκείνη τη μέρα στην Παραμυθιά έγινε πογκρόμ και λιντσάρισμα κι όλη τη μέρα –μέρα απελευθέρωσης-τα λελέκια κροτάλιζαν στο ρυθμό των εκτελέσεων πάνω από τις φωλιές τους .Ένοιωθαν το αίμα τα πουλιά?

Η Παραμυθιά τα περίχωρα κι ως πέρα τα καμποχωρια φορούσαν μαύρα .Ως απάνω στη Σκάλα την αποδώ και τη Σκάλα την αποκεί ακούγονταν του στοιχειού οι φωνές απ τους βάλτους της Αχερουσίας .Λένε μάλιστα πως είχε καταπιεί και βόδια κι άλογα. Τόσο δεν είχε χορταμο, το στοιχειό. Επιβεβαίωνε του Πατροκοσμα τις προφητείες .Γιατί μες τη δεκαετία του σαράντα το αίμα έφτασε ως το κότσι και όντως πολλοί πήγαν στην κόκκινη μηλιά, που ήταν όμως στην Τασκένδη.

Τον είχαν βιάσει μπροστά στα μάτια των δικών του στο χωράφι τους στον κάμπο απόσπασμα του Αγά της Παραμυθιάς κι ήταν δεκαοχτάρης .Βγήκε στο κλαρί. Τους ξεπάστρεψε όλους και τελευταία έφτασε στον αγά. Του έκοψε χέρια πόδια αρχίδια αυτιά μύτες και:»τη γλώσσα δεν στην κόβω για να πεις ποιος στο έκανε».

«Αυτού ψηλά τρυγόνα ψηλά που περιπατείς»αντιλαλούσε ο μπαρμπατασιος .Χόρευε ο Φώτος σαν να κάρφωνε τη γη με τα πόδια Ατομικό τσάμικο ηπειρώτικο.

Με τον ποδόγυρο τα πήγαινε καλά ικανοποιητικά. Σαν το λύκο δεν έτρωγε από τον τόπο του .Πήγαινε καβάλα σε φαρί στα καμποχωρια .Στην ποταμιά έσπειρε γιο ,φημίζονταν τότε για τις τσούπρες της τότε όταν της νύφης η χαρά ήταν όσο της σφάκας η φωτιά, έσπειρε κι αλλού παιδιά…ναχει ο τόπος από νταμάρι να κρατάει

Λίγο παραδίπλα από τον τόπο της εκτέλεσης έχει τώρα μια βερικοκιά σ ένα μποστάνι .Ο μπαξεβάνης της τον Ιούνη που ωρίμαζαν τα βερίκοκα έδενε για φύλακα στο κωλόριζο της ένα σκύλο. Όμως τα παιδιά του οικοτροφείου – διαβάζαμε τότε μέσα στο αλσάκι του αηγιώργη για τις εξετάσεις –δεν αργήσαμε να ανακαλύψουμε πόσο φύλακας ήταν ο σκύλος και να γευόμαστε τα πολύ νόστιμα κλεμμένα .Την πλήρωσε ένας πολύ φίλος μου Την είχε στήσει ο μπαξεβάνης και φύλαγε ,τους πήρε στο κυνήγι μέχρι το οικοτροφείο έπιασε τον πιο μικρό που μαρτύρησε και το φίλο μου. Τι τα θες ένοιωσα σαν να τον πρόδωσα αφού ήμουν ένα είδος υπαίτιος που τον είχα μυήσει στο σχέδιο και Κυριακάτικα λαιμάργησε για φρούτο. Ο διαχειριστής του οικοτροφείου όπου καταγγέλθηκε το γεγονός από τον ενδιαφερόμενο,ο και  γνωστός ως Μούργο ένας σατραπίσκος ,έγινε θηρίο ανήμερο-ότι δεν ήταν ο σκύλος ήταν αυτός ένα υποκείμενο για δέσιμο ένας αχρείος η προσωποποίηση του αυταρχισμού και της βαναυσότητας που θα του ταίριαζε ακόμα και σήμερα ένα γερό δημόσιο μαστίγωμα ,αυτός λοιπόν το πήρε προσωπικά το πράγμα, προσβλήθηκε η αυταρχική του φτιάξη, σα μέτρησε ο φόβος που εκείνος υπέβαλε ,αυτός λοιπόν στο δεκαπεντάχρονο φίλο μου έριξε ένα ξύλο ενώπιον όλων μας στην τραπεζαρία ενώ τρώγαμε, λες για διατροφικό συμπλήρωμα ,ξύλο απερίγραπτο και αδιαμαρτύρητο.Ο μικρός που μαρτύρησε,,,

Της μιάς φοράς που ανθίζει

όπως

 

Απαγορέψτε τον άνεμο
υλικό κρότο που δανείζει
στο διάφανο
ώρες που γέρνει το σκοτεινό
πάνω στα βλέφαρα

Μες στη λαχτάρα του αλλιώς
άοπλος βαδίζω
κι όλα τα σκοτεινά κύματα
υποχωρούνε
χάνονται
απλά φάσματα στερημένα
την πρότερη ισχύ
Του αλλιώς που λαχτάρισα είμαι φίλος

Η σκαλωσιά που με κρατά είναι ρυθμός
στα μήκη των απείρων
πέρα από τέχνασμα
Ύπαρξη γεμάτα
φλογερά μάτια αγγέλων επισκοπούσαν
Του αλλιώς που ανοίγει μυστικά
όταν το άπειρο συντελεί μέσα μου
όταν γίνω ένα με την καρδιά της γής
πυρακτωμένο
δε θα είμαι κι εγώ φως;

Πεδίο μεταμόρφωσης

 
 
Γιατί οι νεκροί δεν έχουν χώρα μήτε τόπο
παρά ένα κομμάτι στην καρδιά μας στη γωνία την άτοπη
κι έναν πυρήνα στεναχώριας παράδοξα εντοπισμένης
Δε γίνεται άγχος των οστών το τρίψιμο στα μάτια της αγάπης
και όπου κλέβει ο θάνατος εκείνη βάνει δικό της χώμα και φράζει τις οπές
Όμως της διάψευσης το ρούχο το φόρεσε η προδοσία την ώρα που γεννήθηκες
κι ένα καρφί μπηγμένο στο κρανίο σου έγινε και ας δε σου καίγεται καρφί
γεννήθηκες με σπόρο από θάνατο και Βρούτο να σου θυμίζει τη σπoρά
Μανάδες που τα κορίτσια τους χτενίζουν λούζουν στο φεγγάρι
κι εκείνα δεν ξέρουν που γεννιούνται πεθαμένα
δεν ξέρουν που τα κοίταξε ένας άγγελος από την πύλη του θανάτου
ήρθαν ώρες σκληρές θα’ρθούν άλλες σκληρότερες
Μα δε θα δώσει ο ποιητής στους όχθους του θανάτου τη λαβή
θα τα ποτίσει πράσινο από το μαύρο πιο βαθύ
κι έτσι μια γλύκα από ποίηση με την καρδιά του ερέβους θα αναμετρηθεί

Υψηλή τάση

Σικελιανός

 

6

Υψηλή τάση

Είναι μιά απόφαση σωματική είναι κάτι που το κινεί νεύρο δεν έρχεται από παρακίνηση είναι η ίδια κίνηση,αφορμή,ορμή,γεύεται με ψυχή,κι ορμάει ψυχωμένα,Άγγελος.Αμλετική κράση σε ορέστειο λάκκο,ξαφνιασμένος απ’ το φως,του Φοίβου το δελφικό, σαν το φεγγάρι που το βρήκε η μέρα μαχαιρωμένο από μιά ακτίνα.

Ποιητικές στάσεις με ατρεμή άτεγκτη πνευματική ενατένιση , εξακολουθητικοί χρησμοί πέφτουν από το στόμα του,μαινόμενο,σκέψη και γλώσσα ένα,σαν να γράφονται για πάντα μα η χώρα δεν μπορεί να ακολουθήσει παρά βυθίζεται όπως τα ποτάμια της για να ξαναφανεί λίγο μετά.Ο ποιητικός όμως μένει στην ατμόσφαιρα ,δινείται μυστικά όπως όταν σχίζει τα σύννεφα αετός ήλιος.

Ποιητικό συμπαγές ,φωνή σε όλη τη σελίδα οι φτερούγες σε πτήση μέσα στο χώρο μέσα στο χρόνο μέσα στο χάος.Το ρυθμικό ανατρίχιασμα ,η μορφή του έσπευσε εκεί.Ενας σολωμικός αντίλαλος.Τώρα χωρίς μάλαμα της ρίμας κι όξω μέτρο,μα το ρυθμό η ψυχή κατέχει,έχει, και μυστικά ακολουθεί βαθιά.Κινείται αέρινα ο στίχος,με τον Σικελιανό ο ποιητής έχει έναν άλλο αγέρα μοιάζει το ποίημα σμιλεμένο με μόχθο πνευματικό, που ρέει κάτω από το στίχο όπως τα υπόγεια σε φλέβες νάματα.

Η διακήρυξη του ενηλικιωνόμενου-είχε υποσχεθεί ότι θα ιδρύσει θρησκεία όταν φτάσει στα χρόνια του Χριστού-, άρα γράφει ευαγγέλιο ,το πέμπτο.Δεν αναιρεί συνεχίζει παραλαμβάνοντας Διόνυσο και Χριστό.Μια λοξή αποφυγή των συγκρούσεων αλλά και μιά υπέρβαση.

Το τετράστιχο με τον εκτενή στίχο ,οκτώ σε κάθε σελίδα σαν για να σταθεροποιήσει τον πνευματικό βηματισμό.Η μορφική αναζήτηση του Σ. είναι επιβλητικότερη από κάθε άλλου μας ποιητή,με το ιερατικό του εξάλλου μένος και σθένος.Όπου το συγκέρασμα άπτεπται αδήριτα όλης της ιερής περιοχής και σε αποκαλυπτικό φυσικό τόνο.Σπεύδει και δρέπει επέκεινα σχεδόν με μιά φυσική πίστη και δεν του χρειάζεται άλλο.Του χαρίζεται ίαμα μειδίαμα βιωτής.Του αρκεί.

-Τί μελετάς ;

-Το θάνατο.

Σε εκατονεβδομηνταπέντε στίχους δωδεκασύλλαβους .Και τότε αναρωτιέσαι αποξαρχής για την ποιητική υπόσταση.

Τώρα κοιτάω ένα ψοφίμι στο κέντρο του,γαληνεύω.Ένα ψοφίμι είναι οι ρίζες του μεταφυσικού, ένα πέραν του θανάτου η ίδια η σήψη ,ο βίος σε αποσύνθεση η κατάλυση ο θάνατος με την ωμότερή του εικόνα .Τα μπλαβισμένα βάραθρα της σάρκας.Διδάσκομαι τη συναστροφή του ζωώδους πώς να μην αποστρέφομαι την σαρκωμένη υπόσταση ,και τι συνιστά η λύση της,η διαλεκτική του ζώντος ,το όν.Και δίπλα εκεί,πνευματικό βήμα.

Σ αυτό το φέρετρο αξιολογείται σύμπας ο ποιητής καθώς διασχίζει την πόλη του πλήρης φήμης και δόξης.Κάθε που πέφτει η αττική γη σε όποιους Έρουλους, ένα φέρετρο σχεδία σωτήριος διασχίζει την πόλη της παλλάδας ,το αττικό χώμα δέχεται τον ποιητή του.

Στην ποίηση το νέο είναι ήδη στην έναρξη ,εκείνη η στιλπνή γλώσσα όπως λεία βότσαλα από κοίτες ποταμών λευκά απο νερό, και παρυφές ηφαιστείων , καλδέρες,μαύρα απ τη φωτιά, υδάτινα πύρινα της σκέψης της γλώσσας χιόνι φωτιά κι αλάτι και θιάφι και θεϊκό

ο κεραυνός της γλώσσας η αστραπή της σκέψης η ένταση στα άκρα.

Με της Ιόνιας την καίρια φλέβα σχολής ακέραιος δίνεται στο στίχο κι είναι ονόματα σαν χρέος που καλούν, καστάλιος κύκνος,η πανοπλία της σιωπής στήνεται εν μέσω βιωτής.

*

 

ΚΗΡΗΘΡΕΣ

κερήθρες

ΚΕΡΗΘΡΕΣ Α’

Αφημένος ήμουν στην ξαπλώστρα της βεράντας
Χαμηλά έβαζαν μπροστά της πόλης οι μηχανές
ο νοτιάς έφερνε αρώματα κάποιας λεβάντας
Από τον Υμηττό η αράχνη του ήλιου ύφαινε το αχανές
ο Σάρων κάτω βαθιά γυάλιζε τον καθρέφτη
Έτοιμος ν’ αφουγκραστεί ουρανούς και νέφη
Η μπουκαμβίλια δίπλα φλογερή αναρριχωμένη
Τα άνθη της φλόγα έχει πορφυρωμένη

Κοντά Αφροδίτης άγαλμα τσαμπί βαστά στο χέρι
Απωθώντας τον τραγοπόδη Πάνα που επιχαίρει
Περιστέρι που γελάστηκε τσιμπολογά τις ρώγες
Ένα άλλο αντίκρυ του κοιτά σάμπως μετρά τις ώρες
Σείστηκε της μπουκαμβίλιας η λαμπερή φωτιά
Ευθύς μπροστά μου άνθισε η φοίνισσα κυρά
Στα κίτρινα ντυμένη και στα πράσινα
Τα νύχια κόκκινα ξιφίδια θανάσιμα

Τα εβένινα πλοκάμια της ριχτά ως τη μέση
Το λαζουρι των ματιών μαύρη μολυβιά έχει δέσει
Οπτασία που τη φτιάχνει οργιαστικός νους;
Επίδραση του αγάλματος; Κάνω συσχετισμούς
Προσπαθώ να μαντέψω μη κατέβηκε απ’ τους ουρανούς:
Και ξαφνικά σα να φύσηξε ο άνεμος του θεού
Άσπρα τα κάνει άσπρο που έβαψε και του ουρανού

Το παν μεταμορφώθηκε λευκό και διάφανο
Κι ακίνητο, με της κερήθρας την ευκρίνεια
Εύπλαστο κερί και κάθε χρώμα έγινε άφαντο
Πάγωσε η εικόνα κι αναδύθηκε μέσα σε κρύσταλλο
Το μεταφέρω πιστά και με κάθε ειληκρίνεια
Κρυσταλλώθηκε και άνεμος και μέρα
Δεν θα είχα λόγους για κάτι τόσο ασύστολο:
Διαπέρασε το χρόνο το υπερπέραν;
ΚΕΡΗΘΡΕΣ Β’

Όπως παγώνει η εικόνα του υπολογιστή
Δε θα το έλεγα, δεν έχω πίστη τόσο λιγοστή
Ξυπνά στα βάθη το άγαλμα της αταραξίας
Αχνοφέγγει προβαίνει εγκάτων ο γαλαξίας
Δεν είναι ανάκλαση, δεν είναι ξέχωρο σκιών
Δεν είναι άλλου κόσμου ο κυκεών

Με ανάστροφη παλάμη το χέρι του καιρού
Ξανασκουντά τον άξονα του γηραιού πλανήτη
Η μάννα η χορευταρού να ξανανιώσει
Να ξανασηκωθεί το κατεβασμένο βλέφαρο του νου
Η σβούρα να ελευθερωθεί στην πλάκα του γρανίτη
Αίμα να τρέξει ζωτικό στα στήθια να το νοιώσει

Κατ’ ευθείαν

γοφοί

 

Για άλλη μια φορά αν έχουμε του κόσμου εικόνα
Κι αν την καρδιά μας τη μεσολαβεί ήθος κοινό
Θα πω το αυταπόδεικτο στου χρόνου τον αγώνα
Πως έχει από τη θέληση αρχή το ατομικό
Όχι άλλο το στόμα του εμείς άλλο το στόμα του εγώ
Το μετρούμενο στο μέτρο του μη συγχυστεί
Να το θεωρούμε, φρόνιμο είναι, πρώτη πηγή
Κι ύστερα με του αριθμού τις στάθμες ας ζυγιστεί
Που ορθοστέκεσαι που τρέχεις χωρίς διαφυγή
Ενας ο κόσμος, ένας κι ο ένας, όπως δα έχεις μυριστεί
Αν αγαπάς, αν χαίρεσαι, αν δεν χαιρεκακείς, σε καμιά κρυψώνα
Εδώ στο ξέφωτο είναι ο τόπος του ιερού για φως κι αγώνα

Από μιας αρχής στη ράχη της γης, ξύνει το νύχι ο λίγκας
Παραπανίσια της ερήμου η άμμος ν’ αργοκινούνται οι γοφοί της Σφίγγας.

 

Γαλάζιο της Τζαμάϊκα

γαλάζιο

 

 

Τούτος θάνατος είναι
στις ερημιές
γιατί να κλάψει ένας θεός

Είμαστε πηλός η σκόνη είναι αδερφή μας
Την ίδια στιγμή χτυπά το μέτωπό μας
στα αστέρια και τσακίζεται σαν καλάμι
Εμείς που πλάθουμε ουρανούς
Εμείς που σχηματίζουμε με ουρανό
Ένα όνομα
Της λέξης το άπιαστο
Παίζοντας ουρανό στα δάχτυλα
Πίνοντας αστραπές στο τραγούδι
Γιατί ποιήτρια που είσαι ανοίγεις σα νυχτολούλουδο
σε τέτοιο ουρανό
χύνεις το λόγο σου λάβρα
σαν γύρη στον έβενο του σκοταδιού
που είσαι γιατί ποιήτρια
Γιατί έτσι σ έβαφε ήλιος έγινες διάφανη δοκός.
Ένα αστέρι διάττον σαν ράμφος κεχριμπαρένιο πουλιού
σκίζει τα σκοτεινά
αστράφτει στα νερά-
φλέβες κρυφές όπου ανασαίνεις
όπου εαυτό ελευτερώνεις σε κρύπτες έλευση
Παράμερα του πόθου
όπως τρέφει φτερούγα το πουλί
τρέφεις έρωτα με θέα στο χάος μήτρα του ανεξάντλητου
Αγκίδα στο στεγνό σου μάτι
η ομορφιά
Άτρομη άτρεμο πόδι στο ατσάλινο σκοινί
-να ακουστεί το λάλημά μου
στις άκρες του σύμπαντος όλες.
Επειδή γίνεσαι ένα μ αυτό.Γίνεσαι και χύνεται
όλο μέσα στη γραφή.
Νάρθουν σαν από μία αφθονία,μιά υπεραφθονία.

Σημειώσεις για έναν πυρήνα

Κατακόρυφος αναστροφή:Γη, σε στηρίζω.
Ηφαίστειο έιναι η καρδιά του ήλιου.Τουλάχιστο το υπαινίσσσεται ο Εμπεδοκλής που κολύμπησε στη χρυσή φωτιά ,γιατί ήταν φωτιά.
Το ηφαίστειο είναι ηφαίστειο ,πυρήνας φωτιά.
Στο φλοιό θάβεται και θάλλει ό,τι το όν
γιατί σπορά είναι φωτιά ζέση κα ζειν ,θερμογόνος εκπύρωση
σταθευτός δ ηλίου φοίβη φλογί χροιάς αμείψεις άνθος” -στο βράχο όπου «θα σε καίει ο ήλιος και το δέρμα σου. θ” αλλάξει χρώμα, θα μαυρίσεις».
/“ή ποικιλείμων νυξ αποκρύψει φάος, πάχνην θ’ εώαν ήλιος σκεδά πάλιν”  -κι αν η νύχτα με τα ποικίλματα της το φως σκεπάσει ,την πρωινή καταχνιά πάλι ο ήλιος θα τη σκορπίσει.
Άδης από δω Ηλύσια από δω,σαν να με ξεναγούσε στο σκοτάδι και στο φως κι είχα μιά ηλίαση
με είχαν ρημάξει ηλιοτρόπια.
Μιά πέτρα που φλέγεται κάνει το κενό να γελάει
πυριτόλιθος που σπιθοβολά
φυτεύει φως.σπέρνει
κάνει το χώμα γαλάζιο ουρανό
σαν να λέμε τα χρυσαφένια αστέρια και τα ολοφώτεινα διαμάντια τροφό έχουν τη νύχτα ,τρέφονται με το γάλα του γαλαξία

βυζαίνουν φλοιό σημύδας

στίχοι ημερολογίου

Henri Matisse (1869-1954)

Περνούν καραβάνια τσιγγάνικα
διασχίζουν την μικρή μας πόλη
παίρνουνε στα τραγούδια τους
τα μάτια σου

φωτίζονται οι δρόμοι της ανατολής
και σαν να στρώνονται χρυσάφι

Tώρα σαν άνοιξη με πάς

χελιδω

Ηριγόνη εαρινή συμφωνία
αργά τα βήματα με πάνε
άμμος ουρανός αστέρια ένα
δροσερά κορίτσια κλειστά μπουμπούκια
στο ανοιχτό
λίκνο γή αιθέριας αγκαλιάς
νυχτέρι
αργά τα βήματα με πάνε Ηριγόνη

-γράφω χωρίς τελείες , η τελεία ανήκει σε σένα-

 

 

αγγίζω τα φύλλα σου

 

Mαίανδροι επί υδρίας

πιθ

 

Με χτύπησε κατάκαρδα
πνοή ανυψώνουσα πελάγη
απο χείλη αγγείου χαρακιές στη μνήμη
γελαστός πυρετός ωραίος βηματισμός
μαίανδροι επί υδρίας άνυδρο ξεδίψασμα
καίει η άμμος τα πέλματα οδοιπορικό και
στίβει παλιό οπωρικό χυμώδες
«Γᾶ καρποὺς ἀνίει, διὸ κλῄζετε Ματέρα γαῖαν»

Κάστρα ανατέλλουν πίσω απ την ομίχλη
βολβοί ανοίγουν στο φως
πράσινες φλόγες πυρκαγιά πόνος ματιών
Τι κέρασμα θέ μου κατευθεία από την κερασιά ανθισμένο
γυάλιζε ουρανός στο ρακοπότηρο
-γράφω χωρίς τελείες ,η τελεία ανήκει σε σένα
και ο άνεμος στους αγρούς

 

 

 

 

 

 

«Σαν σκοτεινή βροχή»

 

http://fractalart.gr/san-skoteini-vroxi/

σαν σκοτεινή βροχή

ερωτική παραξενιά

 

Μέσα στη βύθιση πατά το μεσημέρι

σε πυρακτώδη ατμόσφαιρα το φως χορεύει

στο διάφανο στενεύει η ματιά

γύρω απ τα σώματα πάλλει φωτιά

έρχεσαι φλογισμένο σώμα και μας λύεις

κάτω απ των λόφων τα κράσπεδα

ελαίαγνος μυρίκη, στο σφυγμό μου μπαίνεις

η πόλη μας άδραξε καθώς πλαγιάσαμε

το ρόδο ανάσανε ήλιο. φως στη μέρα στερεό.

να συναντηθούν οι φίλοι μας στα χείλη μας.

 

 

ηλιακός πρωκτός

 

Μια στάμνα φως ακαριαίο

σε διαβατήρια τελετή

τα χείλη της κόλασης ασθμαίνουν

ο κοριτσίστικος πρωκτός κάνει

το εφηβικό τοπίο ν” ασφυκτιά

κάνει τους ποδηλατόδρομους τη δημοσιά

ν” ανάβουν τα λαμπιόνια τους στο ιλιγγιώδες

σύθαμπο άνοιξη αβρή των γλουτών

η επιστήμη σηκώνει τα χέρια

το άφοβο κορίτσι τ” ατίθασα οπίσθια

χαύνος κύκλος καταπίνει φως, και κόσμο,

 

μέσα στον κάδο το νερό πλένει τον νήπιο ήλιο

 

 

 

ανοιχτό μυστικό

 

Μια πινελιά καθένας μια φράση

καθώς παρακολουθείς το χρώμα του πίνακα να στεγνώνει

αλλιώς του κόσμου τρως τη σκόνη

απαράλλακτα νεωτερισμός είναι αυτό κάθε μέρα

ο τεχνίτης να ασκείται

μέσα στη δουλειά το έργο θα τον βρει

άλλο δεν έχει παρά να κινείται

προς την υπέρτατη συνάντησή του

βαθύς εαυτός είναι του έργου βάθος

διάσταση μόνη ο εγκάρσιος χρόνος η ανοδική λέξη

αόρατη λάμψη η ομορφιά των εραστών παραφορά

είναι στο βλέμμα πώς κοιτά, μηδέν που γεννά

κι είναι δίψα

ό,τι έχεις σου ανήκει όσο ο αέρας στο δέντρο

Του μεσονυκτίου ήλιος, το άλλο σου

-σε κβαντική θρασύτητα πετροπελεκητής

σάρκινος πλίνθος η καρδιά

στο ακαριαίο φώς σου που με ακύρωσε

 

 

 

αντίχτυπος

 

Στα μάτια σου ονειρεύτηκα που μεταφυσικά κοιτάζουν

τα μάτια σου που ορθάνοιχτα καλούν.

Το τοπίο έχασε το χρώμα του

άδειασε το μελάνι το χώνεψαν οι ίσκιοι

απότομα μας άρπαξε το μαύρο

άναψαν άστρα σύριξαν οι γκαζόλαμπες

στα μουλιασμένα κράσπεδα του δρόμου συρθήκαμε

δεν ήταν μυστήριο

μας έζωνε η νύχτα έναστρο κύμα

βελόνιαζαν την ψυχή θλίψεις ανάμικτες φιλιά

στο αίσθημα δώρισες το σχήμα σου

 

 

 

ρίζα

 

Να τρέφεται το ρυθμό όπως ανασαίνει τρυφερό στήθος

να” ναι σκληρό όταν μαλακώνει η γη

πρασινίζει το χόρτο οι αποχρώσεις κυματίζουν

πνοή ουρανού σταλμένη μεσημέρι

σε κατηφόρα φαραγγιού-

κάτω βοές μικροί χείμαρροι

αντιβοούν ξέφωτα

χειμώνας φέγγει με το χιόνι τις κορφές

ο δρόμος φίδι χάνεται ανάμεσα στα δέντρα-

ένα με το σύννεφο η ψυχή περνά τη ράχη

 

 

λοξά στη βροχή

 

Έσταζαν τα δέντρα μετά τη βροχή

πάνω στα φθινοπωρινά φύλλα πέφταν οι στάλλες

γλίστραγε γυάλιζε στα σύγκλαδα στους κορμούς

έβρεχε στις ψυχές πότιζε ώς το κόκαλο η μνήμη

δεν ήθελες να θυμηθείς μήτε να κλάψεις

λούφαζαν τα αδέσποτα απ” το νερό δαρμένα

τίναζαν τα νερά έπιαναν το απάνεμο

κοίταζες το νερόλακκο που φέγγιζε στο απόβραδο

στα τζάμια είχε κρεμαστεί η πόλη

με το δικό σου βλέμμα μαζί την ψυχή

μάτια χείλη ακονισμένα της αστραπής στη βιτρίνα

του κόσμου αποσπερίτης φθινοπωριάς

άφηνες στη βροχή τη θλίψη να μας ενώνει.

 

 

έλξη

 

Η θάλασσα άφαντη να σε ομορφαίνει

αργό πάφλασμα ανακλάσεις στην οροφή

απάνω σου αιφνίδιες λάμψεις

σάρωνε το ανεμοβρόχι τα κιτρινισμένα φύλλα,

σαν καιρικά φαινόμενα σμίγουμε

…………………………………

όπως βροντή τη λάμψη σε αποζητώ

πίνω τη μορφή σου ξεροσφύρι

αδιάβροχος μέσα στη λάσπη, λάμνω

 

 

 

αίσθημα μέτρου

 

Γιατί είναι ο στίχος που θα σηκώσει φωνή

διαθέσεως

να γίνει η απήχηση του αισθήματος συντελεσμένο θαύμα

έτσι η φωνή θα ενωθεί με ό,τι έχει ειπωθεί

κι απάνω της θα το πάρει γινόμενο έκφραση

 

Εκφραστική

που θα” χει τις καμπύλες και τα εγγράψιμα σχήματα

παρμένα με χάδι

υμνητικά της ύπαρξης σημάδια

και να σημαίνουν

το αίσθημα αγκυροβολεί εντός με σταθερότητα

στο διάφανο βυθό σημασία

στο αέναο κύμα σημαδούρα

 

Γιατί μ” αυτό συναίσθημα μου παίρνει

η πόλη τα μυαλά

σκιρτούν εντός πολύκλαυστοι θρύλοι, σκιρτούν

καταβολές ανοίξεων παράδοξων

παρέλαση σκιών ζητούν το αίμα

η λέξη σε φλόγωση στη φλέβα

αμάραθος

στη βροχή σε μεθά.

 

 

 

ερωτική σπορά

 

Τα τζιέρια φλέγονται

καίγονται βλέφαρα στην ομορφιά

τα νόστιμα τα μελανά σβουριχτά μελτέμια

μέλαν ύδωρ του φιλιού

με τη μισή ζωή στου εραστή το αίμα

την άλλη μισή

μαύρο απ” το χρώμα του στη φλέβα

έτσι διέσχισε το στίχο του

άρπαγμα ζωής που διαιρεί

 

Με τέτοιο σπέρμα η πένα του κυλά στο γράμμα

βαρύ το αίμα στης κομμένης του ζωής το δράμα

ασπρόμαυρη φωτογραφία η μνήμη που πονά, σύρμα στη φλέβα

τραγούδι ματζόρε της επαρχίας παιάνας

ένα ξεκόκισμα ένα ξεκοκάλισμα ψυχών είναι,

απέραντη παράδοση, διάσωση.

(ελεύθερα το ποίημα να βλαστήσει

ψυχή να αναδώσει-ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ).

 

 

 

* Ο Έκτορας Πανταζής κατάγεται από την Ήπειρο. Σπούδασε στη Θεσσαλονίκη και στο Παρίσι. Βιοπορίστηκε στον χώρο των Εκδόσεων αρχικά και στη συνέχεια Σε: Κινηματογράφο, Διαφήμιση, Θέατρο, Τηλεόραση. Σήμερα ιδιωτεύει.

 

 

 

 

Ξόρκι

 

Να μάθω την τέχνη σου να πετάς,
γιατί, με τον καιρό, δεν ξέρεις,
πέρασμα είναι από ακρωτήρι, γοργό.

Συνομιλίες, με το χρόνο, καθώς αποσυρόμαστε
προς τα εκεί. Χαμένοι στη μνήμη.
Θερίζοντας θαλασσινό χορτάρι όπως οι πνιγμένοι,
με το μπλε δίπλα στο κίτρινο, σα γαλαζώσει
θα αρχίσει το μπλουζ της πράσινης θάλασσας.
Είναι η διάλυση των μορφών
είναι κάτι που δε θα ‘πρεπε να έχει λέξη.
Από τη δίνη κλέβεις στροφές
έλκεται ο στίχος γραμμή για το κέντρο
γίνεσαι όμοιός σου, έρωτας χαρισμένος σε βρίσκει,
σ’ ενδιαφέρουν οι κορυφές η φωνή ανεβαίνει κατά κύματα.
Μαθαίνω την τέχνη σου, να πετώ.

ηλιακός πρωκτός

Μια στάμνα φως ακαριαίο
σε διαβατήρια τελετή

τα χείλη της κόλασης ασθμαίνουν
ο κοριτσίστικος πρωκτός κάνει
το εφηβικό τοπίο ν’ ασφυκτιά
κάνει τους ποδηλατόδρομους τη δημοσιά
ν’ ανάβουν τα λαμπιόνια τους στο ιλιγγιώδες
σύθαμπο άνοιξη αβρή των γλουτών
η επιστήμη σηκώνει τα χέρια
το άφοβο κορίτσι τ’ ατίθασα οπίσθια
χαύνος κύκλος καταπίνει φως, και κόσμο,

μέσα στον κάδο το νερό πλένει τον νήπιο ήλιο

ΕΚΤΩΡ ΠΑΝΤΑΖΗΣ – ΠΟΙΗΣΗ

%ce%b4%ce%bf%ce%be%ce%b1%cf%81%ce%bf%ce%b3%ce%ad%cf%86%cf%85%cf%81%ce%bf-%cf%84%cf%81%ce%b1%cf%85%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%b9%cf%83%ce%bc%ce%ad%ce%bd%ce%bf

 http://varelaki.blogspot.gr/2012/02/blog-post_18.html
΄Ατυπο ποίημα


Χρονοτριβείς στη φθορά σαν αφθαρσία της
μια θανατομορφή πριν να είναι

η πιο φρικτή απουσία
είναι η δική σου
Μια φορά στο ποτέ πια
πρώτο μυστήριο ο θάνατος
η πιο φρικτή απουσία είναι η δική σου
Υπάρχεις για πάντα δεν
το πρώτο μυστήριο ο θάνατος
το δεν, υπάρχω
και πας
για πάντα
σφήνα στα σκαριά
επί σαράντα
Υπάρχεις για πάντα δεν

σφαγάρι
αλλαγές στο πετσί
και μετά κόκαλο
άτυπο ποίημα


*****


Επιτύμβιο


Εδώ θα μείνω επακριβώς
por los siglos de los siglos
με χρόνους κορωνίδα
στο αμάραντο της φωτογραφίας πένθος
γηρανθείς στα καφενεία μέσα
έκτακτα με φώτισαν ήλιοι απογεύματος
και εν ηδονή πλήθος έφηβοι μορφαί μ επλάνησαν

Τώρα εν γηραιά δήγματι χρόνου ναρκωθείς
τεταριχεύομαι φαραωνική τη πόλει
φερωνύμου Αλεξάνδρου μεγίστου του παλαιοτάτου
Εγώ Κωνσταντίνος Π. από τούδε τήδε αποικίσας άρτι

Αποκλεισμένος στην κάσσα ο εν βιβλίω αθανατούμενος


*******


Εφόδιο άσμα


Μόνο λευκό βλέπει το μάτι
μαύρα μου χελιδόνια από κάτω σαν βαμπάκι
γιατί μαυρίζετε
τα λεία φτερά τα ψαλίδια
χελιδόνες σταυροί μαύροι χελιδόνες άσπροι σταυροί
κόβουνε άγρια τα μελτέμια με τα σπαθιά φτερά
άλλα σπαθιά στα χέρια αντιλαλούν ψαλμουδιές
νερά λαλούμενα άνοιξη κεχαριτωμένη
μέλισσες άνθη λούζονται
δροσολογούνται χείλη φωτεινά κοριτσιών σαν χάραμα
Σιδηρός ο ανεμοδείχτης στο γαλανό υψώνεται καμπαναριού
άνεμος παραχαράκτης αυτός ο μέγας χαμός στα μαλλιά σου
Στου αίματος τα πορφυρά
χύνονται δάκρυα
βίου απόδειξη ακριβή
μας άφησε διαθήκη διάσημος για το θανατό του
Μειδιάματα φωτοχυσία παιχνίδια χίλια
χελιδόνες σε τρελό χορό βουτάν χάνονται
λεία φτερά ψαλίδια κόβουν μελτέμια άγρια
μαύρα μου χελιδόνια από κάτω σαν βαμπάκι
γιατί μαυρίζετε
Μόνο λευκό βλέπει το μάτι

Δέν έχεις

 

%ce%b5%ce%ba%cf%84%cf%89%cf%81-%cf%80%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b1%ce%b6%ce%b7%cf%83

#Εικαστικό του Νεοκλή Κυριάκου

 

όπως ρυζόχαρτο σε προβολέα
σύρθηκαν τα σύννεφα μπροστά απ τον ήλιο,
έκοψε το φώς, οι αιχμηρές ακτίνες τσακίστηκαν
το φώς γύρισε κατά μέσα, αναβλύζει στη φράση.