Φουρτούνα μπλέ

Όλη αυτή η θάλασσα, στη συμβολή τριών πελάγων στο άκρο των Κυθήρων, από μαύρη ελαφρόπετρα και πίσσα τα βροντερά της κύματα χτυπάνε τη βάρκα μου σαν σφύρες, με κυκλώνει το λιωμένο μυστήριο, ένα πράγμα που έπλασε το νησαίο πολιτισμό, μιά βαθιά διάσχιση που κατοίκησε και κατοικεί τα όνειρα, κάνει τα σπίτια ν αρμενίζουν και τα πλεούμενα να ακινητούν στέλνει τα ουράνια μέχρι τα βάθη και σηκώνει τους βυθούς μεσούρανα, στερεώνει κι ακινητεί το κύμα κινεί ρευστοποιεί βράχια και στεριές σαν μαύρο σύννεφο σκεπάζει τον ήλιο και τα μάτια δείχνοντας την όψη του αλλιώς.
Από την άβυσσο πίσσα ελαφρόπετρα κι απ τον ουρανό σύννεφο μολυβένιο σε αφυκτική πλαισίωση νησαίο σχίσμα ζωής ακαταπαύστως ξάλιμο της ύπαρξης μυστήριο.

ζαχαρόμηλα

%ce%b6%ce%b1%cf%87%ce%b1%cf%81%cf%8c%ce%bc%ce%b7%ce%bb%ce%b1

παίρνω ζωή από ορό αλήθειας
με ξυπνά η ξανθοβαρβάρα και μου ρουφά το αίμα
με γλυκά μάτια είναι σαν να μου το επιστρέφει

το χέρι σου φωτιά με δάχτυλα
τα χείλη σου κερήθρες

ασίγαστο φτερούγισμα κατάποση
και κάνουν μέλι
ώρες τρυγητού με γυριστό κοπίδι
μια κουταλιά μέλι σφαγμένος ήλιος στο δισκοπότηρο

τροπικοί αλιγάτορες ξεφυσούν
πνοή που τους πρασίνισε και σβήνουν
το ένα χέρι γράφει το άλλο περιγράφει
αμφιδέξιος καημός
αχερόντια κάνει τον ήλιο να βασιλέψει

παίρνω ζωή από ορό αλήθειας
με σηκώνει η ξανθοβαρβάρα και μου τρυγά το αίμα
με γλυκά μάτια είναι σαν να μου το ξαναδίνει

Δώστε μου ένα νησί και μιά λιμνη και ξέρω εγώ


ο Ιουλιανός στέκεται
αρχαίο ακρωτήρι
κατάμεσα
σε μια θάλασσα Χριστιανών

Κωπηλατώ για μένα
η σχεδία για τον άδη είναι μία
για φτωχούς και μή
για άρχοντες και τιποτένιους
για στρατηγό και μαχητή
για νικητή και για χαμένο

φιδοβοσκός, οι έγνοιες του φώλιασαν μέσα του
φίδια και τις τρέφει
πάθος μου είσαι Αφροδίτη,
πάθος μου Αφροδίτη του μήλου
________________________
Τί θέλουνε οι τοκογλύφοι;
οι Δυνάστες οι «δικοί»μας ;
Τί να θέλουν;
Τι θέλουνε οι άτιμοι ,
δυνάστες και τοκογλύφοι;
(αυτό που λένε πνίγεται στο χρυσάφι
ήλιος που βυθίζεται στη χρυσή του θάλασσα
η Κυρία φορτωμένη χρυσάφι γλιστρά στο νερό και πάει)
Η Δέσποινα των τιμών μας προσκαλεί,προσκαλεί
Venter venustus,cunni cultrix
(:κοιλιά ωραία,θεραπαινίδα του αιδοίου).
_________________
Ποιητής είναι κάποιος που φτιάχνει
φτιάχνει τον εαυτό του,τον επινοεί
Φυτεύοντας λέξεις στο χώμα της γλώσσας
στο χωράφι του ασυνείδητου
ξεφυλλίζει ύπνο ξυπνό μάτι
_______________________________
Δυνάστες και τοκογλύφοι ένα.
1.Δεν γίνεται να μην σκληρύνουν οι εξουσίες
αφού σκληρύνουν οι λαοί και απαιτήσουν έκτακτα μέτρα
2Με μεγάλη ευήθεια ο νεοέλληνας έσπευσε να πνιγεί
στο λεκανοπέδιο,εξουδετερώνοντας την αττική γή
3.Αφού βαρεθείς να κοιτάς το περίγραμμα και στραφείς
στην πραγματικότητα του καθημερινού διαπιστώνεις μικρότητα
και άνοια,βαλμένοι όλοι σε ένα βαθύ άνευ
Δεν είναι το ρηχό που τρομάζει,είναι η ανικανότητα
να αντικρύσουν έστω κάτι.Κι όμως με τα μέτρα τους
είναι πετυχημένοι
4.Η χώρα έπιασε το όριό της από το οποίο οπισθοχωρεί
δρομαίως,οι μεταπολεμικές γενιές αποδεικνύονται
ολιγωρούσες παρόλη την προσπάθεια.
5.Διάγω εν απελπισία
«πολύμορφες οι περιστάσεις
πολλά τα ανέλπιστα που ο άνθρωπος γυροφέρνει
όμως στα απροσδόκητα ,πέρασμα βρίσκει
η επίμονη υποχρεωτικότητα»(Απο βιβλίο ελληνικό)
6.Ο τυφλοπόντικας δεν φτάνει
στην ηδονή
7.Χρηματιστικό κόλπο,
η επικυριαρχία στην αγορά,
χρηματίζω είναι το ρήμα
που βάφει τον κόσμο πιστωτικό γεγονός.
*Ο νόμος των κανονιοφόρων είναι το έκνομο εν πολέμω,
η επικυριαρχία είναι στη γεωπολιτική της νήσου άρθρο ένα από αιώνος

Bice

 

ένα σκοτεινό αεράκι για να ανέβει
μέσα στις φλέβες μας λευκό το μεσημέρι

κρύο σαν χιονόνερο τρυπά την πέτρα
λευκή ανεμώνη του χιονιά άνθος τραγούδι

νεράκι ανάμεσα στις πέτρες
κελάρυσμα σιγαλό να αναπαύει

στον Άρνο που σε είδα να περνάς
κι ανέμιζαν τα μαλλιά σου ίδιο κύμα του,

μου τίναξαν τα μυαλά τα χαϊμαλιά σου
η ομορφιά σου Bice

ΧΕΡΙ

Έχω ψηθεί στα κιλοβάτ χιλιάδας προβολέων
Και ξέρε το είμαι σκορπιός και οχι χαμαιλέων
Κυκλοδίωκτα μέσα στα πλατώ τα φώτα
Έστρεψα και κατά πρόσωπο κι από τα νώτα
Σελίδες κι αν ξεφύλλισα κι οχι μελάνια της σουπιάς
Πάρεξ με το αίμα αυλακωμένες της οχιάς

Στη γραφη δικό μου τυπώνω χαρακτήρα
Εγώ στρέφω και φτεροκάλαμο και σβηστήρα
Κι από του έργου τούτου δω, τα συλλαβογράμματα
Εγώ να ειδοποιώ το νου που έχει η γούνα ράμματα

Σχέδια μια φορά και παντός είδους χαρτογραφήσεις
Δεν έχει η γη γωνιά κρυφή, κάνω παντού αναδιφήσεις
Με το νου έχω συχνά πυκνά συνεργασία
Σε κάθε έργο βάνω υγρασία.

Εγώ είμαι ο άρχων της αφής, εγώ ο ενορχηστρωτής
Εγώ να συλλέγω, εγώ να δρω, και στην καμπή όποιας στροφής
Κρατάω τα ηνία, βαθιά επισκοπώ ορυχεία, υποστάτης όποιας τροφής κτλ.

και τη θλίψη σαν πανωφόρι αποτινάζοντας

%ce%bc%ce%b93
“ ‘Η ποίηση έχει αλλάξει αντικείμενο ” (Η τέχνη δεν ξεπερνιέται όπως η επιστήμη και οι τεχνικές της.Το να γράφεις με το πληκτρολόγιο του Γκέητς δεν σημαίνει πως απαιτείται λιγότερο επιδέξιο χέρι από εκείνο που πελέκαε με καλέμι και σφυρί τα σφηνοειδή του Χαμουραμπί ή τα γοτθικά του Γκέτε. Άν αμφιβάλλετε ανατρέξτε στις πηγές εκείνες και κάνετε μια στοιχειώδη σύγκριση. Ένας αδιαμφισβήτητος δείκτης για την πρόοδο της ποίησης :Ξέρουμε ότι όσο κι αν προχώρησε μπροστά η τέχνη του ποιητή,ακόμη παραμένει μεγαλύτερος των ποιητών όλων των εποχών ο Όμηρος,ο και Ιδρυτής του δυτικού πολιτισμού,και χωρίς καμιά πιθανότητα να τον ξεπεράσουν.Η ακαταμάχητη ενότητα που όλα τα συνέχει.Ήδη ο λαός των Ελλήνων ήταν με κατεύθυνση και γλώσσα.Και πολιτισμό.(Μόνο οι πιο μεγάλοι ποιητές έγραφαν και γράφουν με το στόμα.Αρχέτυπο της ποίησης είναι το έπος-είπα και ελάλησα-).
Ποιά είναι η Τομή,πρέπει να το διερευνήσουμε.Γιατί τομή υπάρχει.Όμως ποιά ,πού έγκειται.Το ερώτημα αφού τέθηκε.Οι απαντήσεις έρχονται σωρηδόν. Ένα κρατούμενο,η θέση που παίρνει ο Μπωντλέρ ώστε μέσα στα συγχρονικά συμφραζόμενα να μπει στο χώρο του αρχαίου και να μας γνέφει.Ακόμα η θέση του Χέλντερλιν:Πώς να τη δούμε την αρχαιότητα.
Άρα κοιτάζουν από ένα σημείο εκτός,όπως ο Γκαλιλέι με το τηλεσκόπιο κοιτάει γή και άστρα τοποθετημένος σε σημείο σαν έξω απ τη γη. Αυτό το σημείο που εκλέγει και ο φαουστικός άνθρωπος.
Οι μέσοι αιώνες θα μας το δείξουν.
Η ανθρώπινη νοημοσύνη πιέζεται να διαλέξει τελειότητα της ζωής ή του έργου(Γέιτς)
“Το δίλημμα είναι ψεύτικο.Η τελειότητα είναι ανέφικτη και στις δύο περιπτώσεις”. -Αυτά είναι διλήμματα του Όντεν,και δεν είναι τα μόνα.Με αυτά έκοψε καρπό.
*
Γιατί το πνευματικά ωραίο υπάρχει όταν γίνεται αντιληπτό,η αντίληψη είναι εκείνη που το επισημαίνει και το προάγει . Στο ζωγραφισμένο άνθος η ομορφιά είναι πνευματική. Για κάθε άγαλμα που θαυμάζουμε πολλά άλλα θαμμένα ή απωλεσμένα για πάντα,μετέχουν στην ομορφιά του.Όπως μετέχει ο χαμένος κόσμος στη λάμψη του υπάρχοντος.Τόσοι άνθρωποι πρόγονοι στα θεμέλια του ανθρώπου,που κι εκείνοι είχαν άλλα θεμέλια. Η ομορφιά είναι στο βίωμα. Το άγριο ρόδο γίνεται ωραίο,η ομορφιά του λαβαίνει υπόσταση μόλις το δεί ένα μάτι,αλλιώς η ομορφιά του παρότι δεν πάει στράφι αφού μετέχει σε κάθε ρόδο ειδωμένο έχει και το προνόμιο να λείπει από όλα τα μπουκέτα. Έχει την πρωτοκαθεδρία της απουσίας,που ως γνωστόν αγκαλιάζει την παρουσία όπως η αγριοτριανταφυλιά τον κορμό της ελιάς σε ποίημα του Ρίλκε.
Δεν μπορείς να αγαπάς χωρίς να αγαπάς,επειδή το ποίημα μπορεί να δουλέψει και έτσι.Μόνο όταν είναι δικό σου πάθος το ενσωματώνει ο στίχος .Γιατί στο ποίημα μπορεί να μην ενσαρκώνεται ο ποιητής, αλλά το πάθος όπως αστραπή μέσα σε σύννεφο καταφλέγει το στίχο.Αλλιώς μόνο καπνό αναθρώσκοντα θα δεί ο αναγνώστης από τη μακρινή πατρίδα της συγκίνησης.Η Ιθάκη πρέπει να υπάρχει πάντα εκεί.Με τους μνηστήρες και την ενσαρκωμένη ιδεατή του πάθους
Περί ηθικολογίας.Κρατά μέχρι να στρίψεις στη γωνία ,κάθε επιτίμηση του ιερέα.Ο πλανόδιος έμπορος , ο γυρολόγος ,μπορούν να σου πλασάρουν κι ένα σκάρτο πράμα μαζί με δυό γνήσια,ο παπάς δεν μπορεί να σου αποσπάσει μήτε μια λειτουργιά αφότου ο διαφωτισμός τον έθεσε εκτός μάχης.Αυτά η συγκίνηση τα κατέχει καλά .Επειδή η συγκίνηση σπάει πρώτη το καλούπι της μπάμπουσκας γιατί τα χέρια της είναι παιδικά σαν του ποιητή.
Η εμπροσθοφυλακή, αβανγκάρντ,είναι κάτι που δεν το παραγγέλνεις και θερίζεται πρώτη.Είναι το μόνο κοινό που έχει με το στράτευμα. Τί είναι οι πρωτοπόροι;Μήπως όχι αυτοί που μας ζητούν επίμονα να τους δίνουμε το θαυμασμό μας ,όχι για το έργο τους, αλλά για τα τρικ του έργου τους λες και είναι θαυματουργοί,ταχυδακτυλουργοί.“Η πόζα δεν κάνει καλό ούτε καλή την πρόζα”. (Πώς το είχε πρωτοπεί; Ά,ναί! Να φτιάχνω κι εγώ τέτοιες φράσεις.Σαν του Σοπενάουερ) Κάποτε όμως τα θαύματα τελειώνουν,και τα ταχυδακτυλουργικά τρικ αποκαλύπτονται,τότε μένει μόνο του το έργο,κι άν είναι τσίγκος ,όσο να κουδουνίζει χρυσάφι δεν το κάνεις.
Κι έτσι,εντρυφώντας,παίρνεις κι ανάλογους δρόμους που δεν τους έχει στιγματίσει η ορθοέπεια,αυτοί οι δρόμοι έχουν παράδοξο όνομα είναι αήθεις.Κάπως πέρα των τετριμμένων ηθών,πέραν του συνήθους ήθους,στη χώρα του δικού σου δαίμονα,που δεν του ταιριάζουν οι εντιμότητες . Σαν να λέμε. -Ήθος; Ξεχωριστό.Αδέσμευτο.‘Υφος; Λίγο έξω απ τις γραμμές.- Επί του παραδόξου,έχουν πει πως αν δεν είναι λίγο παράδοξο δεν έχει ενδιαφέρον,(άρα όσους περιλαμβάνει ο κατάλογος δεν είναι πολύ μεγάλοι).
Το να βαριέσαι να τελειώσεις στις λεπτομέρειές του ένα έργο,μπορεί να σημαίνει ότι αδιαφορείς για τα δευτερεύοντα ,εκείνα που ο κριτικός θεωρεί απαραίτητα. Άν θα τα ξαναπιάσεις είναι ζήτημα συνείδησης κι όχι κρίσης.Μάλλον μια ευφυής πρόσθεση μπορεί νάχει να ρίξει άλλο φως.Για να μπείς στη φράση,ενός αξιομνημόνευτου έργου,πρέπει να τη στύψεις .Όπως τα λεμόνια. Μόνο τότε βγάζουν το ξινό τους μαζί με το πικρό κουκούτσι.

Πειραματικό σχολείο

 

1.Μια ανατολή μια δύση ,ολοκληρώνεται ο κύκλος καθώς επιβεβαιώνουμε με το θάνατό μας τα ανυπόστατα.Έτσι αποκαθίσταται η αδικία.Αφού καμιά ύπαρξη δεν ξεπερνά αυτά τα όρια,δικαία η αμοιβή. -Κοιτάμε τ αστέρια,είναι πιο λεπτά απ’ τα δάχτυλα μας.

2.Πώς διαγράφεται η σιλουέτα του θεού στο σούρουπο της οικουμένης και οι αγκαθεροί αχινοί της ηδονής;

3.Πίσω αστράφτει λευκό φως,σάβανο από τη σιωπή του κόσμου. Τα χείλη δεν μιλούν ολοκληρώνουν τη σιωπή σταυρός είναι ο ίδιος ο άνθρωπος,σταυρός είναι ο δείκτης κάθετος στα χείλη,παντοτινή σιωπή ,η ύπαρξη διατρανώνεται.

4.Στο σταυρό θάνατος και σιωπή είναι ένα,όπως το ξύλο του που αποτελείται από τα δυό του στοιχεία,το ξύλινο,κάθετη και οριζόντια σανίδα στο πέλαγος του χρόνου,τις πύρινες σταγόνες στη βάση του ξύλου.Ο Γκρέκο ,στην κάθετη κεραία απελπισίας,θα αντιτείνει αποκαλυψιακά χέρια υψούμενα μαζί με πύρινες μορφές αυθεντική αθανασία.

5.Καθήλωση είναι αυτό.Μια μεταφυσική της ύλης δοσμένης στο χρόνο.

6.Χωρίς αυτό το αφήγημα, ο δυτικός άνθρωπος φαίνεται να δεινοπαθεί.Η εκκοσμίκευση τον αφήνει παντελώς απροσανατόλιστο.Αλύτρωτο.Εν αφασία.Το αρχέγονο δρά αποσυρόμενο.Η ουλή του πόνου παραμένει όπως το τραύμα από αγριόχοιρο του «ούτινος». Ο μυθικός κάπρος οργώνει τον πάγο.Το ησιόδειο άροτρο κατεβαίνει από την αλετροπόδα!

-Να γιατί και ποιές εκφράσεις κάθονται αμέσως.Είναι όσες ήδη έχουν πιάσει στασίδι στο γραφτό ,στην ψυχή .

Εμπύρευμα: “ο κόσμος της σιωπής”

Σκέφτηκες ποτέ σου
Το χρεών ως χρόνος και όν. Ταυτόν.
Το χρεών υποβαστάζει ως χρόνος την ύπαρξη άρα το είναι κατά τον Αναξίμανδρο.
*
Να πιάσω τη γραμμή σου σε ανάριθμο γέλιο
και να χαρούν τα σύμπαντα χαρμόσυνες καμπάνες
και να χαρώ το γέλιο σου ασπροκκλησιά φεγγόβολη.
Κι έτσι θα φεύγαμε ,θάχαμε φύγει.
Όμορφο μες στο πνευματικά όμορφο.
Τα μάτια της δυό λίμνες σκότειες.
*
Όπως δεν υπάρχει απέξω για να παρατηρήσουμε το νού
(κι όμως ο νούς ανανοείται , είναι από
φτιάξιμό του ανανοητικός, κι εδώ, υστερεί το σύμπαν),
έτσι δεν έχουμε τρόπο να παρατηρήσουμε απ έξω το σύμπαν.
Η νόησή μας είναι φτιαγμένη πεπερασμένα
(φαίνεται ότι ως αντάλαγμα της δόθηκε άπειρη δυνατότης)
και υποθέτουμε πως και το σύμπαν είναι παρόμοιο,όμως μπορεί να είναι άπειρο
και δεν έχουμε τρόπο να το βεβαιώσουμε .
(Πλωτίνεια άπλωσις σαν σταγόνα λάδι στο χαρτί)
Γνωρίζουμε μιά μικρή περιοχή του υπάρχοντος ,
άν και πολύ περισσότερα από παλιά,
όμως το πολύ είναι άγνωστος τόπος και χρόνος.
Το βήμα της σκέψης θα μετρηθεί στην περιοχή του τρομερού.Σ’αυτό
το αντίκρισμα θέλει άλλου είδους λαβές:Αγώνας και αγωνία που πηγάζουν
από το εύθραυστο πλάσιμο μας.Από τη λεπτότατη χορδή που μας κρατά
όρθιους και ανασαίνουμε.Εδώ κάθε επιστημονική και οντολογική αισιοδοξία,
κάθε τόνος βεβαιωτικός χάνει τον τωρό,τα πράγματα εξαχνίζονται
μιά δόνηση απελπισμού και μας κλέβει τον κόσμο απ’ τη ματιά μας.
Ένας συναισθηματικός τόνος αποχρωματίζει την κοψιά της γνώσης
και εισβάλει ακάθεκτη η απόγνωση,η αβεβαιότητα , η αμφιβολία και:»Ου δεί αμφιβάλειν».
«Να θυμηθείς πως με ξέχασες.»
*
«Όποιος κατουράει στη θάλασσα θα το βρεί στο ψωμί του»
Ανεβαίνοντας προς την ψηλοκορφή ίδρωνε κι αρμύριζε το κορμί.
Θάλασσα ο ιδρώτας της γης στο αγκομαχητό της στο στερέωμα
των ουρανών,γι αυτό γελά ο Ήλιος στην πλάτη της.
Κι ο Προμηθέας στον Καύκασο ,ο κλέφτης της θείας φλόγας,αντικρύ-
ζοντας στον πόντο το μύριο φώς στο κύμα ,χιλιάδες ήλιους
ν’ αστράφτουν στο λιόγερμα σκέφτεται τη μοναδική φωτιά του
που έκλεψε για τον άνθρωπο κι αστράφτει στα μύρια χέρια των,
κάθε χεράκι και φώς φέγγει τα μάτια τους,
πόρτες που φωτίζουν το νού τους.Διττή η φωτιά,
ζέστη και φλόγα που, γεννά το αντικείμενό της.
*
Με όλες τις προσπάθειες ,με όλες τις εξάρσεις,σκοντάφτει
και είναι τος πάλι στην απόγνωση.Πονήματα και πόνος και στερημένος
από δροσιά.Από μιάς αρχής όλα τα βήματα πέφτουν στη νύχτα.
Κι είναι σκοτάδι ο στεναγμός.Δεν κατεβαίνει το ψωμί,δε βρίσκει
στέγη να τον στεγάσει οικεία.Από γκρεμό σ’ άλλο γκρεμό χειροπαιδεμός.
Άχαρα τα παλαίσματα ,τάχα που ν’ ακουμπήσει;
Παλμός που βύθισε το σπλάχνο του,βύθιος καημός τον θλίβει.
Κρυφός ρυθμός και μάχεται ν’ ανέβει απ’ το πολύ παθητικό του νου.
Αδειάζει κι έτσι η όρεξη απ’ την όμοια τροφή,που κάνει τα
κρυφοσκιρτήματα να λουφάζουν.Άσε του αέρα ν’ ανασάνει.
*
Παίρνουμε ρυθμό, από τα γενοφάσκια μας για τον ύπνο(λάρωμα).
*
*
Κεκτημένο της έρευνας:1.Ο εγκέφαλος και τα σωματικά συμφραζόμενα,ξεπερνούν κατά πολύ τις ανάγκες του βιολειτουργισμού.Ο εγκέφαλος έχει μνήμη λειτουργειών του μέλλοντος,κλείνει μέσα του το άπειρο.2.Η συνείδηση δεν μπορεί να μεταγραφεί μηχανικά .Πρέπει να κατανοηθεί ως μεταμορφωτική αυθυπέρβαση του εγκεφάλου.–

Από τα γκέιζερ

δεν μπορείς χωρίς τη στάχτη τους να θυμηθείς πώς ήταν τα φιλιά

Το ζήτημα είναι να δεις τον πίδακα στο ντοκυμαντέρ χωρίς να στο υποδείξουν. Τις αναβράζουσες ουσίες της πραγματικότητας το στήθος της κοπελιάς που πάλλει από σφρίγος καθώς βαδίζει και κοιτάει το φεγγάρι καταμεσήμερο στη Σταδίου, ίδιο με το στήθος της και το τοπίο διαρρηγνύεται .

Το κορίτσι σαν θαυμαστικό σε καμπύλες, ορίζει τη γραφή και τα σύμβολά της.

Βρέχει στις ψυχές στο χώμα των ψυχών να ποτίσουν θλίψη Μέσα από το φυτίλι του πόνου μιά φλόγα καίει το πένθος Η ποίηση πελεκάει το ραβδί της εκείνο γίνεται δαυλός κι ανθίζει στου Ομήρου τα πισωπατήματα Ήλιος σβούρα φωτιάς εναλλασσόμενα ρεύματα σκοτάδια μαγικά σαν πέφτουν στα βλέφαρα και ονειρεύεσαι
*
Ο τύπος είναι σε ένα διάλογο με τα αρχέτυπα,Δεν είναι λίγο να βλέπεις την εναλλαγή πάγου και φωτιάς αδιαλείπτως .Κάποια στιγμή θα μπείς στη μέση ,όχι για να χορέψεις όπως εκείνα,αλλά για να θεραπεύσεις το βλέμμα σου στα αγιασμένα αυτά σημάδια των θεών σου.Η αλήθεια είναι ότι τον ενδιαφέρει το εξ επαφής άδραγμα της μνήμης.Το βαθύ το αρχετυπικό ή γνήσια αγγιγμένη ύλη.Το καλεί:Μνήμη ύλη έλα!Αυτό που είπαν άγγιασμα οι φιλόσοφοι.Η περιβολή τού Είναι.Ένα ιδιαίτερα σκοτεινό φώς,που αμυδρά το ανακαλεί το σέλας.Η κλήση έρχεται πέρα από σένα κι όμως φαίνεται να έρχεται σαν από σένα.Είναι οι κιγκλίδες του όντος η γλώσσα.ως εικόνα και το άλλο της.

Το πράγμα προχωράει μέσα στο θεό στο 11 λεπτό στη γυμνή γη στα γκέιζερ

αυτές οι ομιλητικές ράβδοι ,απο μαγνήτιση χαώδη προσανατολισμένη

Θέλει σοβαρότητα η στιγμή κάνει μια φαινομενολογία της χώρας του με τέχνη των στοιχείων και μέσα της την ιστορία ως βαθύ μύθευμα τραγικό βήμα συλλαμβάνει την πλημμυρίδα της φτώχειας που μαγνητίζεται από το βορρά και θα γίνει βορά των συγκυριών λόγω ασύμβατων καταστάσεων.Η τέχνη σχίζει το χρόνο η ιστορία δεν είναι μια μάθηση,είναι πρώτα πάθηση το βλέμμα διενερμηνεύει πρώτα έχει πάθει οι νεκρικές φόρμες σαν να δείχνει ένα ξεφλούδισμα ,σκάει το κουκούλι μάλλον είναι σε φασκιές αντιστρέφει τον Μπέκετ.

Είναι γιατί τα γκέιζερ δεν τον αφήνουν να χαθεί στην άβυσσο δείχνουν ένα συνεχές ανάβλυσμα, η γή είναι η μάνα κι ας μας καταβροχθίζει δες εκεί τι γεννά ακαταπαύστως,που θά’ λεγε ο Κάλβος σ αυτό το επεισόδιο που είναι η ιστορία του ανθρώπου το αρχέγονο(η αέναη γέννηση ) είναι μια μαρτυρία για το άλλο, Γιατί η τέχνη σήμερα δεν μπορεί παρά να είναι μια διατάραξη ,μια αντιστροφή των συμβάσεων.Διασάλευση των εν υπνώσει.Κάτι προπολιτισμικό διαλέγεται με την πολιτισμική κατάρρευση κι έρχεται με όλα τα καλούδια του Πόλου σαν αναμαγνητισμός. Εισδύει στο πολιτισμικό τοπίο ,όχι για να καταλύσει αλλά για να επαναπροσδιορίσει, βάζει στο παιχνίδι το μάγμα .Νέο πυρήνα νοήματος.Νέο υλικό χρωματικό στοιχειακό.

Όχι στοιχεία πιά ,πρωτοστοιχεία,όχι γράμματα πια, πρωτογράμματα .Εμπλουτισμός μαγματικός.Μπορεί το εδώ να ωφεληθεί;Τί είναι το εδώ;Τι το εκεί;Αυτή η αποκατάσταση είναι ανέφικτη,αλλά εφικτή στην τέχνη Υπαρξιακά ήδη είναι παρούσα η στιγμή της διάσωσης χάρη στη χειρονομία του καλλιτέχνη,που θηρεύει νόημα καθότι είναι ο σύγχρονος θρησκευτικός λειτουργός.
Και κάτι άλλο. Ό,τι ο Γιάννης Κουνέλλης έριξε ανάμεσά μας όπως ο μάγος το μανιτάρι ανάμεσα στα χόρτα ο παραπάνω καλλιτέχνης το έχει προ ομμάτων κάθε μέρα και επί πλέον στην πιο πλήρη ζωντάνια του υλικού.Αυτό προς επίρρωση του εγχειρήματος.Κι έχω κάνει ένα κείμενο παρεμφερές.
__________________________

( Πύρινα γράμματα στην ασβεστόπετρα)Τώρα θέλω να τραγουδήσω μέσα στης άνοιξης το μάτι καθώς ξανοίγει ο καιρός κι έχουν τα χρώματα ένα κάτι από τον ήλιο κι απ το φως Εκστατικός θέλω ν ανέβω πάνω στού ήλιου τα χωράφια μες το τραγούδι του ανέμου μες το φτερό της καρδερίνας Ξεφτεριών συνάφεια μαλαματένια μου ξυράφια τοπία του ήλιου περπατώ κι όλο ρωτώ κι όλο ρωτώ Τι με ξελόγιασε;Όλη η φωτιά γυρνάει στον ήλιο μέσα απ τις σκάλες των βουνών
Χρόνος φυσά τα πανιά της μοίρας

____________________
ΑΜΦΙΚΥΡΤΟ ΤΟΞΟ ΤΕΝΤΩΝΕΙ ΤΗ ΧΟΡΔΗ ΓΙΑ ΤΟ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΟ ΒΕΛΟΣ

Εν κρυπτώ και παραβύστω;
Ασπάλαξ με χέρια που βλέπουν
Ανοίγει στο χώμα διαδρομές
Δεν σκοτίζεται Για του απάνω κόσμου τιμές
Διακριτικά παρακάμπτει πατημένες αυλές.

__________________
Η αποτυχία είναι ιερότερο πράγμα από την επιτυχία είναι ασύγκριτα βαθύ το φιλμ,σαν το νερό της Ισλανδίας που έρχεται από τα βάθη της γης όπως και όλη η χώρα άλλωστε.

Όπου οι ενήλικες έχουν αναμνήσεις το παιδί έχει προσδοκίες,έτσι κοιτάζοντας στη λίμνη βλέπουν αυτό που έχουν. Η ανάμνηση φέρει μέσα της μελαγχολία η προσδοκία είναι άνευ δέους.

Και τώρα να μην ξεχάσω να πω,ότι εμείς οι τωρινοί πάσχοντες ,έχοντας ακόμα στο μυαλό μέρες παχυλές που διαβήκανε, δεν είμαστε σε θέση να διαλεχτούμε με τη γέννηση της νέας Ελλάδας γιατί μας μαγνήτισαν σκαιωδώς μυθεύματα από μοιραία εισβολή. Ευκαιρία να δούμε το μέγα μάθημα κι η τέχνη μας να μεστώσει διαπερασμένη από τις σφαίρες της επανάστασης του 21 να ριγεί η φουστανέλα σαν αρχαϊκή κολώνα καθώς ο πολεμιστής ρίχνει το θάρρος του καταπάνω Ελεύθερος. Πολεμικός χορός ιδρώνουν τα μάρμαρα φλογίζονται τα άρματα κραυγές αρχέγονες Ε λ ε υ θ ε ρ ί α για τον Κάλβο μοιράζεται σαν ψωμί μοιράζεται σαν λειτουργιά.

Ανάγνωση πρόχειρη στο φιλμ είναι μερική.Καθώς με βάζει ο Όντεν στην Ισλανδική εθνογνωσία του να βρώ τις αντιστίξεις του ποιητικού του είναι.Τα αρχέτυπα σε ένα άλλο φόντο πολιτισμικό,μιας ψηφιοθέτησης σε όλο το τοπίο ψηφιακής έξαρσης.

-μουσικό διάλειμμα https://www.youtube.com/watch?v=fJVH9qgySXU- Κυρά Φροσύνη τ όνομά σου τρελοβάπορο στη λίμνη.-

Τα λείψανα,μια άλλη κατηγορία ειδώλων δεν χρειάζονται πυραμίδες ,τα στοιχειώνει το κρύο του πόλου στο μέγα κριτήριο,καθαρτήριο ,όχι με τη θρησκευτική έννοια.Εκείνοι μάς κρίνουν ,όντας πριν τον πολιτισμό,και διακρίνουν τη διαφθορά μας την πολιτισμική εγείρονται μέσα στο έργο του καλλιτέχνη,κινούν το χέρι του και μας κοιτούν.

Παγωμένα καρρέ της ανθρωπότητας ,εσωτερικά φλεγόμενα μαγματικά, μέγιστη θλίψη μέσα στον θεατή σαν να επιθεωρεί τα μνήματα.Οπωσδήποτε είναι και η εικαστική ικανότητα του καλλιτέχνη,να αποδώσει πχ ένα καρπερό γυναίκειο στήθος,είναι και η ματιά στο υλικό προ ομμάτων,που θέλοντας μη θέλοντας μια έξαρση της γης τον προκαλεί ως μέγα στήθος ,κι αλλού μια οπή στρογγύλη γεμάτη νερό αναβλύζον τον καλεί και βλέπει μέσα εκεί το είδωλό του.

Aphorismi:

-Ο Χάιντεγκερ έπαιξε με του Αχέροντα τα νερά ,
κτύπησε το κουπί του παράφορα στου μηδενός τις κρύπτες,
για να επιστρέψει έντρομος και να κουρνιάσει στου Παρμενίδη τα σκαλιά,
τσουρουφλισμένος από καυτές δηλητηριασμένες στάχτες.
*
Με την πένα μου βγάζω το κρασί μου σ αυτήν υπολογίζω και πίνω.-Αυτό τουλάχιστον μπορούσε να το πει-
*

«Μια φορά κ έναν καιρό ήταν και δεν ήταν» .΄Ετσι αρχίζαν τα παραμύθια κάποτε που ο χειμώνας κυλούσε δίπλα στο τζάκι.

έτσι αρχίζουν τ αρμένικα παραμύθια,κι έτσι θάπρεπε ν αρχίζουν όλα,όπως και κάθε αφήγηση
*
Η διύλιση της οδύνης ,του πόνου,του κακού.Να,τι δίνει στην ποίηση το όνομά της,το αντίβαρο του θανάτου,σχεδόν αντίδοτο,Τη μόνη ζωή μας,Ύπαρξη,τη μαρτυρία της,με τη μορφή καλλιτεχνήματος.
δε σταματάει εκεί,συνεχίζει χωρίς τελεία
ο συγγραφέας πάει για αθανασία,αν αντέξει το έργο του, ο φέρων οργανισμός κερδίζει ένα τάφο με πλάκα αρραγή
που μπορεί να ξαναχρησιμοποιηθεί
*
εφτά ζωνάρια κρατάει το αίμα το λέει ο νόμος των ηθών ,εφτά γενιές,μπορείς να κληρονομήσεις,ο συγγραφέας είπαμε αθανατίζεται,τα κόκαλά του σπάνε στα δόντια του Κέρβερου ότι ήταν χώμα ξαναγίνεται χώμα το σώμα ήταν χώμα ίδια λέξη είναι άλλωστε,διάβασε το μύθο του Υγίνου για τη μέριμνα και θα καταλάβεις.
*

-Οι Σίβυλλες μας δίνουν το απόκοσμο,εμείς όμως έχουμε χρεωθεί τον κόσμο.

-Η φύση είναι σαν το όνειρο που στην αφήγησή του ολοκληρώνεται.Κι η φύση αλλιώς δεν έχει φωνή,ο νόμος της ακούει τις εξισώσεις μας να τον αφηγούνται.

-Λες και η βιολογία θα μπορούσε να αδράξει όλη την αλήθεια.Να μας τυλίξει στο νόμο της εξέλιξης μιά κι όξω,είπε, καθώς κατέβαινε τις σκάλες του μετρό.

-Μια αναδάσωση στα αποψιλωμένα δάση του πνεύματος επιβάλλεται.Μάλιστα αφ ότου τα μεγάλα τσεκούρια των κατεδαφιστών τα πετσόκοψαν ανηλεώς.

-σμαράγδι από τα μάτια σου πλατύ ποτάμι εβάψανε τα πράγματα έβαψε ο κόσμος έβαψε η μέρα .

«Οβελιστήριο των ελπίδων» Το τραγούδι(Ηπειρώτικο γαλάζιο)

ΠΛΥΝΕ ΤΟ ΜΑΤΙ ΣΟΥ ΜΕ ΦΩΣ
ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ ΓΙΝΕ ΑΔΕΡΦΟΣ
ΚΑΙ ΠΡΙΝ ΚΑΕΙΣ ΣΑ ΦΡΥΓΑΝΟ
ΜΥΡΙΣΕ ΔΕΝΤΡΟΛΙΒΑΝΟ
ΕΔΩ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΗ
ΜΙΑ ΧΟΥΦΤΑ ΣΤΑΧΤΗ ΜΕΝΕΙ


ΜΑΘΕ ΤΟ ΤΕΛΕΣΙΔΙΚΟ
ΣΟΦΙΑΣ ΑΝΕΠΙΔΕΚΤΟ
ΨΗΛΑ ΌΣΟ ΝΑ ΚΟΙΤΑΞΕΙΣ
ΟΣΑ ΕΚΕΙ ΑΝ ΤΑΞΕΙΣ
ΤΙΣ ΜΕΡΕΣ ΣΟΥ ΜΕΤΡΑΣ
ΜΕ ΤΟΥΣ ΠΟΛΛΟΥΣ ΘΑ ΠΑΣ

ט
Όλη η βουνίσια μνήμη
Μαζί σου τώρα σμίγει
Καυκάσιος γίνεσαι δεσμώτης
Κάτω βοά η ανθρωπότης

Από του πλευρού σου την πληγή
αναπνέει ο Προμηθέας
κυμάτισμα θαλάσσιας θέας
σου στέλνει γέλιου αφορμή.
Μη φοβηθείς σε κυκλώνει το σμήνος των Ωκεανίδων.
טּטּטּטּטּטּטּטּטּטּ

Όμποε στη βροχή

Τροχίζεις τσεκούρια ξύνεις μολύβια τώρα τη φράση τρόχισε ,τόσο όσο να μην τρυπήσει το χαρτί

κι ούτε να έχει χρεία να προσφύγει στο πεντάγραμμο άδοξη να είναι φερμένη με πραγματικότητα από της φαντασίας το μονοπάτι

Όσα δε μή πεφίληκε Ζεύς ατύζονται βοάν Πιερίων αΐοντα γάν τε και πόντον κατ’ αμαιμάκετον

Κι όσα ο θεός δεν αγάπησε τρομάσσουν σαν ακούν τη βοή των Πιερίων στη γη στη θάλασσα στο απέραντο

τα ποιήματα δεν γράφονται είναι μια διαδικασία όπως των ηφαιστείων και όπως των ιζημάτων με έκρηξη και καθίζηση,είναι εκρηξιγενές και καθιζάνει

πάντα υπάρχει ένα πράγμα που θέλει να βγεί κι αφού βγεί θέλει να βρει ηρεμία

υπάρχει ένα ζήτημα μορφής αυτή σε οδηγεί

αν δεν υπάρχει δεν υπάρχει μητε ποίημα μήτε ποίηση μήτε ποιητής

μορφή είναι ένα σύνολο που ψηφίδα την ψηφίδα έχει το παζλ όλο

πρέπει να βάλεις τις ψηφίδες μόνο σε μιά θέση ,

αυτό είναι μορφή η μορφή υπάρχει είναι εκεί

ας πούμε

ο ήλιος κυκλοδίωκτος ως αράχνη μ εδίπλωνε και με φως και με θάνατον ακαταπαύστως

εδώ αν δεν έχεις το κυκλοδίωκτος και το ακαταπαύστως πώς θα δέσεις την ηλιαράχνη;

κοίτα το βάθος

μιλά η μάνα ,που της λέει πώς βρέθηκες εδώ και απαντά

αυτό είναι μορφή αυτή η ηλιαράχνη φτιάχνει όλη την ποίηση του Κάλβου

μορφή είναι η ουσία της ποιησης κατι που χωρίς αυτό δεν έχουμε ποίηση

Ρόβας

%ce%b3%ce%b5%cf%86

κάνε την πέτρα λέξη την λέξη πέτρα έτσι όπως βλέπω να λάμπουν σαν από σίδερο οι πλάκες στη διάβαση και αντηχούν τα πέταλα των αλόγων διαβαίνω ο Ρόβας με ασημοπέταλα το νερό λιωμένο μολύβι με λέπια στοιχειού πέρασε μετά από εκατόνπενήντα χρόνια ,νίκησε τον πέτρινο χαλινό του αφηνίασε, δράκος σελωμένοςΉρθε ο καιρός του,έργα των ανθρώπων έργα της αγάπης,και δε φτουράνε στο κάλεσμα της άγριας φύσης.πήρε το τόξο,το βέλος μένει στη φαρέτρα των ανθρώπων

-σπίτι από μαύρο χαλάζι χτυπημένο χάλκινη ασπίδα
-όλη του καλοκαιριού η φλόγα σε μια ρώγα
*
όλα τα αδέξια ποιήματα γυρνούν σε μένα πάλι σαν να γυρεύουνε αρωγή μού μιλούν και αντέχω
————
κοιτα μπορεί το ποίημα να είναι μονόστιχο.Τότε έχεις την ευκαιρία να δεις με τι ποσότητες ιδρύονται οι ποιότητες

-όλη του καλοκαιριού η φλόγα σε μια ρώγα , στίχος που κρύβει τη δύναμη της ποίησης όπως η ρώγα τη φλόγα γι αυτό αυτά τα σημαντικά χρειάζεται να τα ανασύρει η ποίηση κι όχι οποιαδήποτε φλόγα,αλλά του καλοκαιριού όλη τη φλόγα
το κλήμα την έκανε ρώγα ο ποιητής το είδε το έκανε στίχο  η ρώγα ,των κοριτσιών έρεβος, σκίρτησε
αν το ποίημα είναι πλινθόχτιστο αυτός ο στίχος θα είναι ένας πλίνθος του

κι αν είναι το γεφύρι που έπεσε,μια πέτρα πελεκημένη που να ταιριάζει στη μορφή που λέγαμε από που πήρε ο μάστορας τη μορφή;για το μονότοξο;από το ουράνιο τόξο

κοίτα τις φωτογραφίες και θα το δεις,θα το καταλάβεις τώρα ξέρεις κι εσύ να το φτιάξεις αλλά ποιητής είναι εκείνος που το φτιάχνει για πρώτη φορά
έτσι είναι και με τις μεταφορές αυτός που θα το δει πρώτος ,είναι ποιητής,παιδί της ελευθερίας
αυτός που θα το επαναλάβει είναι μιμητής,μίζερος αντιγραφέας
————————————
κόκκινο ρόδι με χαρακιές σαν στην καρδιά μου από επιδέξιο χειρουργικό νυστέρι,ας πούμε του Χούρη στο Ωνάσειο(13.10. 16)

θητεία στο χρώμα Σου πετάω βιολέτες απ το παράθυρο πλημμυρίζουν τα μάτια σου θάλασσες
*
αργόσυρτο το μεσημέρι λιώνει σα βούτυρο το φως όλα καπνός
*
νύχτα ,μέρωμα Νυκτιφαές περί γαῖαν ἀλώμενον ἀλλότριον φῶς.ξένο περιπλανώμενο γύρω απ τη γη τι άλλο Σελήνη δεν έχει δικό της φως κι αυτό που έχει είναι νυχτερινό ξένο απόκοσμο πλανερό
γι αυτό λέμε ξενάκι είμαι και θα’ ρθώ κι ας δαρθώ το ίδιο είναι,μαζί ,ερωτευμένα
λουσμένα στη ίδια θάλασσα που λούζεται η νύχτα και το φεγγάρι.δεν είναι άλλη από τη μουσική
αυτό βλέπει η Σαπφώ και λέει γλυκύπικρον ἀμάχανον ὄρπετον την πιο φοβερή συμπλοκή επιθέτων όλων των αιώνων και μετά έρχεται ο Πίνδαρος με ένα εξίσου δυναμικό χτύπημα επιθέτων,γιατί εκεί έχουμε έρωτα και άθληση και νίκες
Έρος δ ηύτε μ’ ο λυσιμέλης δόνει γλυκύπικρον αμάχανον όρπετον.Έρωτας φτάνει λύνει τα μέλη με δονεί γλυκόπικρος ακατανίκητος τέρας, ποιά φύση και μαλ. κιες αυτά είναι για να έχουμε δικαιολογίες στη χλιαρότητα μας που θα’λεγε ο Ιησούς ο Ναζωραίος ο ωραίος σαν Έλληνας που ήταν έαρ θα πει ανοιχτό ανοίγουν τ αυτιά των άγγλων΄…..αγγέλων πες; σπάνε οι βάνες και ξεχύνονται οι πηγές
φως φαίνω φάν γι-ω φυάδες φώτα φάος φαεινόν φαίδρος φαιδρόν ώμμα αναφύεται φωτάδι φοίβος
είδος ιδέα ορώ όραση όπωπα ώμμα ούς έαρ-λέμε πολλά που δεν ξέρουμε αλλά ωστόσο είναι όμορφο που υπάρχουν μέσα στην γλώσσα
-νεκτάρεα,καλά,όπως τα κόκαλα στο μετρό ο αναγνώστης δεν χαριεντίζεται θέλει να ακούσει την αρρενωπή καρδιά του στο στίχο του ποιητή

Ο ποιητής ,ρουφάει με πλησμονή,κάθε γόνιμη πτυχή,το ουσιώδες βάθος του κάθετου ρυθμού,πρωθόρμητα. Γίνεται όμηρος,που μιλούν μέσα στο έργο του όλες οι περιπλανώμενες στα πελάγη φωνές,σε μιά επιφάνεια λεία, τα θριαμβικά εξάμετρα πολύστιχα τραγούδια ο χυμένος πλίνθος των καστροπόλεων τ’ άπληστα των αχαιών καράβια η χιμαιρική περιπέτεια και τ’ άσπρο φώς.
__________________
έτριξε η μονότοξη χορδή κι από το τέντωμα της φύσης έσπασε.έσπασε η αρχέγονη συμφωνία των ανθρώπων με τα στοιχειά της φύσης Γιατί το μονότοξο αν το κοιτάξεις από μια απόσταση θα δεις πως ο πρωτομάστορας αντέγραψε του ουράνιου τόξου το σχήμα ,τη συμφωνία με τους θεούς του!Με αυτή τη συμφιλίωση πορεύτηκε ο παλιός Έλληνας ως εδώ.Μα δε θα σταματήσει την επικοινωνία μας με το παρελθόν αυτό.Τα κομμένα μέλη είναι ζωντανά στο ζων σώμα.(Τράβα καλέ μ’ τον άλυσσο!)Της φύσης τα στοιχεία το ξέρουν.τα πήρε ο σκοπός θρηνεί ένα βιολί(Της φύσεως γραμματεύς ήν τον κάλαμον αποβρέχων εύνουν)

σε κάθε δρόμο

σε κάθε δρόμο υπάρχει μιά φτωχή γωνιά όσο εφόδιο είναι κάτι για το δρόμο σε κάθε δρόμο υπάρχει

Για δες πως τρεκλίζει ο γείτονας μου ,μπορεί να μοιάζει του ποιητή μου;
Ο τρόπος με τον οποίο χωνεύει κανείς τα πνευματικά πράγματα και ο ρυθμός έχει να κάνει με αντιστάσεις απέναντι στην πρόσληψή τους σαν ένα είδος προστασίας απέναντι στο πολύ αλάτι ή στις πολλές σάλτσες. Ό,τι συντελεί στην αφομοίωση είναι καλό μέχρι να μάθεις τί κάνει το φαγητό πνευματικό.

Επειδή έζησα τόσα χρόνια ,αυτό δεν σημαίνει ότι θα απαλλαγώ από το βάρος να ζήσω κάποια ακόμα,εκείνα που έζησα ούτε μου χρωστάνε ούτε θα με πάρουν στην πλάτη για το υπόλοιπο του χρόνου.Πρέπει να ξυπνάω με τον ίδιο κι απαράλλακτο τρόπο που το έκανα ώς τώρα βρέχοντας το πρόσωπο με ψυχρό νερό.

Σ αυτό το σημείο θα αναφερθώ στο Σεφέρη,όχι για το νερό,αλλά για να θυμηθώ πως είχε μυηθεί από τον Ρίτσαρντς (πχ Το νόημα του νοήματος ) ,στα θεωρητικά της ποίησης και πως είχε καλλιεργήσει την υπομονή να παρατηρεί το ποίημα στους ποιητές που αναφερόταν.Σεβάστηκε πολύ τους έξω μεγάλους μοντερνιστές, όσο αντίστοιχα δεν τίμησε ,χρησιμοποίησε όμως,τους εδώ ομοτέχνους.Είχε μια στάση νεοφτασμένου , που απεχθανόταν ο Φλωμπέρ,αλλά τη “μο ζυστ” την υπηρέτησε πυρετωδώς.Κράτησε πιστά την ξένη γραμμή από την ουρά ,μέχρι που σιγούρεψε το βήμα και συνέχισε μόνος. Τα πράγματα εδώ τα υπαγόρευσε σύμφωνα με τι υλικό βρήκε και τους έδωσε και του έδωσαν την δέουσα ώθηση.

παρένθεση:“Όσο περισσότερο αγαπά κανείς μιά τέχνη τόσο λιγότερο πιθανό είναι να θέλει να παραβιάσει το χώρο της” -Με βάση αυτό έχω να παρατηρήσω ότι καθόλου δεν ήταν έναντι της ποίησης ευνοϊκός -δεν αναφέρομαι στον ποιητή ,αλλά σε αρνητή του.- μπορεί η αποστροφή του να ήταν αποτέλεσμα πρωταρχικού τραύματος.Σκουντιά που εισέπραξε από την “άρνηση” του Σεφέρη. Μπορεί όμως αυτό να σε κρατήσει μακριά από την ποίηση διά βίου , ή μήπως συναθροίζεται αγευσία μούσης; Μήπως δεν σε θέλει και η μούσα των ποιητών μαζί με τον ποιητή;Ναι ,αν υπογραμμίσουμε ότι γνωρίσαμε κι όσους θαμπώθηκαν απ της υψηλόκορμης το λαμπερό φόρεμα.

Μόλις η φράση φουσκώσει όπως τα ψωμιά ή όπως φουσκώνει το νερό με τη νεροποντή στ’ αυλάκια, είναι το μόνο εξαγοράσιμο τίμημα.-Γιατί να περιμένει τα σταφύλια να χάσουν το πράσινο χρώμα τους; -Μα είναι η αναμονή να του έρθει το ποίημα στην πληρότητά του.Τα πράγματα θα σου έρθουν θα σου συμβούν,όπως ακριβώς έχουν συμβεί στον καθένα,και είναι,αμετάκλητα αυτά που θα τεθούν υποχρεωτικά προς υπεράσπιση .Επειδή αυτά είναι.Η ανάπτυξη γίνεται και κατά αναβαθμούς σπουδαιότητας .Ο δείκτης όσο ανεβαίνει τόσο λεπταίνει και αντιστοίχως βαθαίνει , αναδεικνύοντας τον πραγματικό στόχο σε ανάγλυφο φόντο.Οι τελευταίες σελίδες ομολογώ ότι θίγουν κατά τρόπο καίριο την εικόνα του πραγματικού.Είναι μάθημα για αποστήθιση.

Δεν σε σκότωσα εγώ αλλά η σφαίρα.

Ξαφνικά,καθώς περνούσα έξω από το ενεχυροδανειστήριο, βλέπω από τα κάγκελα την επιγραφή “Πωλείται η ψυχή του καθρέφτη”.Δεν έχασα χρόνο κι αμέσως μπήκα και απευθύνθηκα στον υπεύθυνο.Μπορείς σταλήθεια να μου πουλήσεις την ΨΥΧΗ ΤΟΥ ΚΑΘΡΕΦΤΗ; του είπα. Έκείνος σε απάντηση μου ένευσε όχι, και στο καπάκι πρόσθεσε, μόνο η ταμπέλα πουλιέται.

Η πορεία προς το ρήμα είναι υπόθεση γενιάς κι άλλης γενιάς.Μια απάντηση στα Πώς για έναν λαγό που παίζει στα τριφύλλια με το θάνατο

ως Αριγνώτα

 

ψιθυριστό πολύ φιλί

φιλί στο στόμα φιλί στο σώμα

φίλημα

πολύ

 

φιλιά κι ανάσες

του χαδιού το ξύπνημα

κοριτσιού ερύθημα

η ρώγα ψάχνει χείλη

και δάχτυλα

 

τρυφερή ντροπαλή

κρύβεται σαν κορίτσι

δεν καίγεται ,αγνοεί τις λαγνείες

θέλγεται

σαν ρόδο στη σκιά

αβρό

διαιτάται ία και φόρβες

 

μελιχρά κάλλη

ριγώντα σιγώντα

ως η Αριγνώτα

βγαίνει μυστικά στην αυλή των ρεβιθανθώ,

 

κανελόριζα ο έρωτας τί είναι;

 

αναρωτιέται δεν ξέρει ,έχει ακούσει

πώς λαχταρούν οι φίλες της

που τις έχει αρπάξει

τους πήρε τα μυαλά

όπως βοριάς στα βουνά αναμαλλιάζει βελανιδιές

σκορπά τα φύλλα τους

 

ανατριχιάζουν τα κορίτσια

τέρας φριχτό κάτω απ το δέρμα έρπει

δρέπει ηδονές ποθείω και μάομαι

 

βογγά ποθεί της έλυσε τα μέλη

ηδυμελής δονεί

 

στάζει γλύκα στη σχισμή του σύκου

κόμπος μέλι αθέριστο

 

αθερίνα αθέρας

 

σε μια ξέρα σ έχω παρασύρει

ριγάς

δίπλα στων ποντίων κυμάτων το ανήριθμο γέλασμα

σμήνος ωκεανίδων κυκλώνουν το μέτωπό σου

παιχνίδι όπως το παιγχνίδι του κόσμου

 

η αισθητική παρακίνησε τον υψηλό δημιουργό

δίκη και τίση αλλήλοις διδόναι κατά το χρεών

αυτό δε, γίνεται αμάχανον γλυκύπικρον όρπετον

*

 

_________________

Αυτό είναι ένα δάσος ,όχι δάσος από σημύδες  ένας βάλτος μέσα στο δάσος σαν ξέφωτο με νούφαρα που φέγγουν. Τρία βήματα μετά αρχίζει να βρέχει. Βρέχει και τα κλαδιά παίρνουν τη φορά της βροχής και του ανέμου, μοιάζουν με μαλλιά,τα δέντρα αν και είναι από ψυχικό τοπίο ζωντανεύουν σαν αρχαίες αμαδρυάδες. Μπορεί να είναι δρύς , δρύς που σφοδρός άνεμος,από ποίημα της Σαπφώς που γράφει για έρωτα,κατ όροις δρύς αμπέτων,της τάραξε τα φρένα. Λίγο να κουνηθεί το κάδρο και μας στέλνει σε βροχερά κινούμενα τοπία σε ταινία του Αντρέι. Μόλις αρχίζει ο χρόνος να σμιλεύεται. Τα πινέλα οργιάζουν , ανατριχιάζει η επιφάνεια της λίμνης με τα βαλτόνερα. Τελματώνω. Τα νούφαρα φέγγουν. Ο πίνακας ξαναπαίρνει την θέση του εκεί έξω. Ένα με το βίωμα συνταιριάστηκε και είναι. “Η ομίχλη του νερού,το σκοτεινό βουητό της πτώσης δεν φτάνουν ως εμάς”. Ο πυθμένας είναι ψυχικός και φύση “ψυχή τα όντα πως εστίν”.

Να φτάνω πάντα

Να φτάνω πάντα όλο και πιό κοντά τραβώντας μολυβιές σαν για να διαγράψω την προοπτική αυτού του ζόφου

Να παρατηρώ τον πυρήνα από μιά μετρημένη απόσταση αυτού που στο τέλος θα με καταστρέψει

Έστρεψα την προσοχή μου σ’ εκείνη την εποχή που μόλις βγαίναμε από το ζόφο

εποχή που απλωνόταν γύρω μας απέραντα ειρηνικό τοπίο κι ας το έζωναν απειλές ένθεν και ένθεν

Κι απ’ αυτό αμέσως φανερώθηκε η κρίσιμη σοβαρότητα

αμέσως στοιχειώθηκε το παρόν

Δε γίνεται με ξόρκια να βγείς, αυτή η κρίση δεν είναι του χεριού μας-

μόνο ένα μάθημα του πώς αποτινάχτηκε,με ποιό κόστος,

εκείνος ο ζόφος ο αποξαρχής και πως ο μανδύας του ρίχνει βαριά σκιά ώς εδώ.

Τώρα υποπτεύεις κρίση τί είναι

και υποπτεύεις ολιγωρία

κι ας φτάνεις πάντα-

Η κρίση ήρθε σωρευτική σαν από μηχανής τραγωδία ,

η Ελλάδα δεν μένει πιά εδώ.

__________________________
(Αυτό,“Να φτάνεις πάντα”-ήταν γραμμένο πριν καιρό στο εσώφυλλο βιβλίου του Ίταλο Καλβίνο Δύσκολοι έρωτες,όπως οι δικοί μας θαρρώ κι αναθαρρεύω και τα μάτια σου κοιτώ χωρίς να κιοτεύω,σε μετάφραση Ανταίου Χρυσοστομίδη, -Οπότε το τιμώ σαν κάτι γνώριμο που πάλιωσε κι ο χρόνος το έκανε τρυφερό όπως τα χρώματα στα παλιά σπίτια που ξεθωριάσαν στον ήλιο στη βροχή στον άνεμο .Κι αυτό μπαίνει στην καρδιά αδιόρατα τρυφερά σαν γρατσουνιά και μας συγκινεί εκτάκτως)
η Ελλάδα δεν μένει πιά εδώ.

modus operandi

———————–

Κάτι ρυθμικό είναι πάντοτε παρόν στον τραγικό στίχο,ακόμα και στη δημοτική.
Όταν καμιά φορά  παρίσταμαι σε παρουσιάσεις ποιητικών συλλογών,τη στιγμή που απαγγέλλεται ποίηση ,κάνω μια νοερή απαγγελία του «άσματος ασμάτων» στην εξωτική μετάφραση των 0′ (=εβδομήκοντα) και ύστερα στρέφω το αυτί μου στα απαγγελλόμενα , ακονισμένο σ αυτή τη ρυθμική μουσική κλίμακα ,διαπιστώνω ότι είναι ιδιαιτέρα απαιτητική η ακοή μου τότε.
Ο στόμφος στην ελληνική ,μόνο ως στόμφος γίνεται κατανοητός,δηλ ως παίξιμο του ηθοποιού ανεβασμένο στους κοθόρνους της απαγγελίας.Μόνο απεναντί μας.
Σήμερα ο στόμφος ,στην τρέχουσα ποίηση,είναι απαράδεκτος.
Η ανάγνωση της ποίησης από τον ίδιο τον ποιητή μόλις που πρέπει να χρωματίζει τα νοήματα.
«Η αδύναμη ομορφιά μισεί τη διάνοια»(Χ.)
‘Οταν ανατάμεις με ένα υπόγειο καυστικό χιούμορ τις ποιητικές έξεις σίγουρα οδηγείσαι σε μιά ποίηση που δεν βασίζεται σε στολίδια για να αρέσει.Εκτιμάς και τα κόκκαλα της γλώσσας και τη σάρκα του νοήματος,αξιώνεται το νέο αίσθημα,οι συλλήψεις οδηγούνται τουλάχιστον εκτός πεπατημένης,κάτι καινούργιο αρχίζει να ζεί.
Να γιατί απονέμουν τα εύσημα στον Όσκαρ .Επειδή τραβάει το χαλί στις ωραιοπάθειες,κι επειδή ξηλώνει τα τετριμμένα και όσα χαΪδεύουν τ αυτιά .Για το διαβρωτικό οξύ του.Η φράση πρέπει να απαλλάσσει το λόγο από τα φτιασίδια ,όπως το πορτραίτο διαβρώνει τα κύρια χαρακτηριστικά για να περάσει πέρα απ το φθαρμένο γούστο της καλαισθησίας.
Και η τερατώδης φωτογράφιση με τα χιλιάδες κορμιά γυμνά στο δρόμο.
Εκείνο που πουλιέται είναι ακριβώς αυτή η έκθεση ,του γυμνού.Ένα σχεδόν σμπρωξίδι για το μάτι.
______________
Έχεις φτάσει κι έχεις μείνει στην κάτω χωραφιά ,εκείνη με τη βρίζα και τη βρώμη και νομίζεις πως πήγες εκεί που σου είπε ο πατέρας σου να θερίσεις σιτάρι.
Αλλά εσύ επιμένεις με αυτό που κάνεις, θερίζοντας βρώμη, ότι μπορείς να ταϊσεις το σπίτι ψωμί.
Το χωράφι με το σιτάρι είναι ένα επίπεδο πιο πάνω,δεν είναι στα λιβάδια για τα ζώα,είναι για να τραφεί η φαμίλια ,να φτιαχτούν και τα πρόσφορα για τις πέρα ψυχές.

Κι απλώνονταν στη χωραφιά η χρυσή γοητεία των ώριμων σταριών σαν το κορμί σου με το σταρίσιο δέρμα ή αν προτιμάς δέμας.
————–
Το θέμα είναι να μιλήσεις από δικού σου ,μέσα έξω κι ανακατωτά.Είτε με την οξύτητα της εικόνας είτε με της πένας το χορό στα λευκά κύματα.
Παρατηρείς το συγγραφέα, που καθώς προχωράει ανεβαίνει επίπεδα δυσκολίας,παρότι απλοποιεί τη γραφή του.Είναι βλέπεις που η αυτοκατανόηση έχει βαθύνει και αναδύονται των ψυχισμών νέα στρώματα άγνωρα,γι αυτό δυσχείριστα. Απλώνει βαθαίνει.Μια σταγόνα λάδι στο χαρτί τείνει να το ποτίσει όλο, μια πινέζα στο ξύλο όλο και πιο μέσα να εξαντλήσει το απρόσβατο.Καθώς τον διαβάζω ανοίγω νέες προσβάσεις,γι αυτό και η απόλαυση δυναμώνει.Με έχει βρεί το βέλος κατάστηθα.

Διαγωνισμός

ΡΟΥΦΙΝΟΣ
Ξεσυνερίζονταν η Ροδόπη η Μελίτη κι η Ροδόκλεια
σαν ποιά ‘χει πιό όμορφο μουνάκι
Με διάλεξαν να κρίνω και ,όπως κι εκείνες οι θεές, στήθηκαν
μπροστά μου ολόγυμνες λουσμένες στο άρωμα
Και της Ροδόπης στα μπούτια ανάμεσα διαμάντι
….[ ]όπως τσαμπί από τριαντάφυλλα το σκίζει ο άνεμος
Όσο για της Ροδόκλειας έμοιαζε με λείο χλωρό δίχαλο
κλαδί κουτσουπιάς ξεφλουδισμένο
και στο νερό του Καλαμά λουσμένο
Κι όπως μου γνέφει το πάθημα του Πάρη, μαζί
τις τρεις τρέχω αθάνατες να στεφανώσω.

ΡΟΥΦΙΝΟΥ

῎Ηρισαν ἀλλήλαις Ροδόπη͵ Μελίτη͵ Ροδόκλεια͵ τῶν τρισσῶν τίς ἔχει
κρείσσονα μηριόνην͵
καί με κριτὴν εἵλοντο· καὶ ὡς θεαὶ αἱ περίβλεπτοι ἔστησαν γυμναί͵
νέκταρι λειβόμεναι.
καὶ Ροδόπης μὲν ἔλαμπε μέσος μηρῶν πολύτιμος < >
< > οἷα ῥοδὼν πολλῷ σχιζόμενος ζεφύρῳ …
τῆς δὲ Ροδοκλείης ὑάλῳ ἴσος ὑγρομέτωπος οἷα καὶ ἐν νηῷ
πρωτογλυφὲς ξόανον.
ἀλλὰ σαφῶς͵ ἃ πέπονθε Πάρις διὰ τὴν κρίσιν͵ εἰδὼς τὰς τρεῖς
ἀθανάτας εὐθὺ συνεστεφάνουν.

 

*

Η απόδοση στη νέα διάλεκτο ,από μένα

 

 

 

κέρνος

http://cantfus.blogspot.gr/2016/09/blog-post_34.html

%ce%ba%ce%ad%cf%81%ce%bd%ce%bf%cf%82

Α
στη μαθητεία της ύπαρξης ανοίγοντας το χάος

στη μαθητεία της μη ύπαρξης

-του αβυσσαλέου χάους.

1.9.1993.ε.

Ανάβουν οι αντένες, καίγονται σα δάσος.
Δεν είναι τόσο γλυκό αυτή η πέτρα του «α» μπαίνοντας να σου θυμίζει το “arbeit macht frei” και να χτυπάει στην καρδιά το αίμα στις κοιλίες του κοίτους το arbeit που σε πετάει στην αγκαλιά, στους κόλπους, σαν ελευθερία;Δε βλέπεις στη γλυκιά μηχανή που μασάει το χρόνο με ηλεκτρονικά λόγια, φυσώντας σα μαύρη κόλαση στα έγκατα του θεριού με χιλιάδες κιλοβάτ κίτρινης φωτιάς στη μολυβένια θάλασσα. Δεν είναι ένα μαγείο γεμάτο αλήθεια κι ύπαρξη η πιο γλυκιά τραγωδία με ατελείωτα δράματα και ανακουφιστικές δραμαμίνες.
Τέχνη των ειδώλων, απεικάσματα στων φωτονίων τη μάσκα που εξαϋλώνουν το πιο άυλο. Οι δαιτημόνες δεν είναι μια χαρά όρθιοι πεθαμένοι από χαράς νιάτα. Το καλύτερο κοπάδι δίπλα στου Ρέντη τα σφαγεία.
Και δεν δένουν ωραία και μαγεμένα όλα τα βλέμματα σε τούτο το μάγο μαγνήτη;Και τι καλά που δεν είδες χρόνια τώρα το μέσα της πέτρας, το μέσα του “α” όπου φωλιάζουν χίλιες οχιές. Και τι όμορφα γυαλίζουν τα εμπνευσμένα μάτια τους κι αστράφτει στο κούφιο δόντι δηλητήριο του θύτη, δηλητήριο που είναι θύμα του και θύτης.
Κι όλες αυτές οι οχιές να ζεσταίνονται στις σπείρες τους, και να μασάνε την ουρά τους, κρύες κι έρπουσες με έτοιμο το αντίδοτο για την ύπαρξή τους την έρπουσα που τους πληγώνει όπως κάθε ερπετό.
Δεν ξέρεις πως είναι μεγάλη τέχνη να γδύνεσαι μπροστά στο έρμαιο το μάτι το επίτηδες πλασμένο να καταλαμβάνεται από ιερό ρίγος μπροστά σ’ ένα γυμνό κώλο, κι ένα γυαλιστερό μπούτι. Μα αυτό το ξέρει και ο τελευταίος τσόγλανος της αλάνας. Τα βλογημένα καπούλια της γουρούνας τ’ αγάπησε μέχρι κι ο Άγιος Αντώνης για να πάρουν τον πειρασμό του στους πέρα γκρεμούς. Γιατί αλλιώς θα άνοιγε η γη να τον καταπιεί αν το κατάπινε σαν αμαρτία.Ά! είναι μεγάλη τέχνη να μονάζεις στα ιερά πάθη των σκοτεινιασμένων σπηλαίων.
Τι; Θα ήταν καλλίτερα να βόσκεις γίδια στα βουνά;
Α! Βλογημένο “α” τι ωραία μας ξυπνάς την όρεξη του φιδιού.Και μας θυμίζεις τη μεγάλη τέχνη του φαρμακωμένου γάλατος. Το πίνουμε σαν τρομαγμένα μωρά. Μαθαίνουμε επιτέλους την τέχνη να τρώμε αδιαμαρτύρητα, χωρίς νταντά. Στράτα – στρατούλα έρποντας ~ σαν να βαδίζουν πάνω στο χιόνι δεν ακούω βήματα, αλλά τι λέω τα φίδια έχουν πόδια; Μα τώρα γιατί και τα σκυλιά μού κατουράνε τα παπούτσια;
Τι τους τραβάει τάχατες όλους αυτούς ζώα κι ανθρώπους, θηλαστικά και ερπετά να μου χαλάνε το σπίτι, τούτο το φθαρτό μου κουρέλι, τη μόνη μου περιουσία γεμάτη κόκαλα και ζουμί κόκκινο στις σωληνώσεις του;
Ο λίγκας των οξυλίθων, ο λόξυγγας του “α” της λήθης. Ένα πλεχτό από βυζιά και κώλους. Με δυό μάτια τα βυζιά, νόμισμα με δυο όψεις, κοιτάνε τον κώλο τους που είναι ο καημένος μονόφθαλμος.
Με διπλή αποτυχία βαθιά χωμένος στους γιακάδες της αυταπάτης ορθώνονται οι τρίχες του σαν του σκαντζόχερα, αλλά με γλυκιά χαρά οσφραινόμενος τη σβουνιά του ο μαυροσκάθαρος μετακυλά, μετακυλά τη μπαλίτσα του πάνω στη ράχη της γης, βοηθώντας τη να γυρίζει στο αγκομαχητό της, στο ταξίδι της, σ’ ένα δύσκολο χάλκινο ουρανό και καθώς την κοροϊδεύουν όλα τ’ αστέρια για το βάρος της σβούρας που της πίνει τον αέρα της και τον ξερνά μολυσμένο διπλά απ’ το ανεκδιήγητο πλεμόνι του.
Έχω κι άλλα βέλη στη φαρέτρα λές και δε θα σταματήσει ποτέ η γλώσσα να κλώθει στα δόντια γύρω τα δηλητήριά της. Λες και είναι λίγο το ταξίδι από το στόμα στον πρωκτό, περνώντας τόσα στομάχια και έντερα, η πορδή της ύπαρξης, αυτή η τελευταία κλανιά που σερβίρεται εδώ και αιώνα σαν συμπυκνωμένο γαλατάκι της Ούνρας.
Πιές κι εσύ το γαλατάκι σου μωρό να μας μοιάσεις, τραγούδα όπως χτυπάν τα όργανα, τα δόκανα δεν έχουν τελειωμό, η φυλακή είναι μεγάλη κι από αιώνες κι από απέραντο για να χωρέσει μύριους ζωντανούς τρισμύριους πεθαμένους. Μη μας ξεφύγει κανείς. Πιάστε τον αυτόν εκεί πάει να το σκάσει, πάει να κρεμαστεί μέσα του, που το βρήκε αυτό το μέσα, ποιος άνοιξε τρύπα στης φυλακής τον πάτο;
Σπάει το σταμνί το ξόανο εστάθη, μήπως τα μπερδεύω, μήπως αυτές οι κλωτσιές είναι φιλιά, και χάνω την αίσθηση του ότι με προσκυνούν σαν ένα ζωντανό Βούδα, που το σάλιο δεν είναι από φτύσιμο αλλά από φιλί ζουμερό; Μήπως τα μάγια είναι στα μάτια μου, όπως άλλωστε μπορεί να το παθαίνουν και οι θεοί έτσι που ζουν ξένοιαστοι και αφηρημένοι, κι όχι των θηλαστικών αποβρασμάτων, στο βραστήρα της ζωής κάτω από το κάρβουνο του ήλιου, στη χοχλαστή κοιλάδα του παραδείσου;
Γιατί τι σου αποδεικνύει ότι υπάρχεις στα μάτια σου περισσότερο από όσο υπάρχει ας πούμε το Τουμπουκτού; Γιατί μόλο που το τελευταίο πουθενά δεν το χουν ,ακόμα κι αν έχουν πάει εκεί, όμως το σημειώνουν οι χάρτες ,άρα κολαούζο δε χρειάζονται να πάνε με όλη την πίστη στον κόσμο που τους εμπιστεύεται και τους χαράζει γράμματα και φωνές στον εγκέφαλο και υπάρχουν.
Όμως εσύ που είσαι.
Γιατί μια πέτρα εύκολα τη χτίζουν σε βωμό και όλος ο θεός μπαίνει εκεί δια μιας και του προσφέρουν τ’ αποφάγια τους, όμως εσύ ούτε για βωμός δεν κάνεις. Μόνο, να, φέρνεις ένα λίγο του Βούδα, να βαλθούν να σε κατοικήσουν με βουδίσια αταραχία φωτισμένου ώσπου να γίνεις όλος ένας Γκοντάμα. Ή να σου φύγει το μυαλό σαν τόσους και τόσους κι ύστερα αφού διαδοθεί πως κάποιος που είχε μυαλό τρελάθηκε, θα έρθουν εκεί στο κενοτάφιο του μυαλού για αυτόγραφο ούτως ειπείν ή για ενσταντανέ του πήγα κι εγώ εκεί, είδα κι εγώ τον τρελό σοφό, μόλο που εσύ θα είσαι φευγάτος αυτοί θα έρχονται, όπως τώρα που κάπως είσαι εδώ σε αποφεύγουν σαν τον απόβλητο, όσο να καταστείς πραγματικός απόβλητος.
Τώρα όμως είμαι πεταμένος στον πάτο των ζωντανών, έχω υποθέσεις. Υπόθεση κάνω. Και βέβαια κάθε τροφή που έχω ταϊστεί, την ξερνάω ,μασημένη με δικά μου δόντια, κι ας είναι ξένα λόγια εγώ τα ξελογιάζω. Για να ταιριάξουν καλλίτερα σε τούτο το μαυροπίνακα που τον έχω γυαλίσει εκατό φορές για να μη σταθεί κάποιος και πει ότι είναι ξεπατικωμένα.
Α, στο μύλο του “α” οι μηχανές αλέθουν καλά. Αλεύρια και δηλητήριο μαζί, κι ο λόγος είναι ένσαρκος σαρκαστής, σχεδόν αναγέννηση τέφρας. Σχεδόν κάρβουνο που ξεχάστηκε να καεί στη στάχτη και φλογάει, φώσκει, ποιός να το κουβαλάει μέρες στα χέρια και να τον στείλουν αλυσσοδεμένο σε κανα Καύκασο παρέα με τα θεριά. Καλλίτερα εδώ με τις οχιές και μ’ ένα ξύλο.
Κολιός και κολιός από το ίδιο βαρέλι κι αν δεν είναι κολιός η μυρουδιά του βαρελιού σε πότισε σα κολλύριο, και τώρα θα κοιτάς σα κολιός. Οπότε δε φαίνεται καμιά διαφορά. Σε σφραγίζει η ίδια μυρωδιά άρα από μας, άρα όμοιος, άρα ίσος, άρα έλα να πατηθείς σαν τα σταφύλια.Το θέμα είναι να μείνεις εκεί και να πατηκωθείς, να είσαι απόδειξη της εικόνας του εαυτού τους που την επιστρέφει η μουτσούνα σου, είσαι ο αναγνωρισμός τους.
Γιατί δεν αποκοιμιέσαι όρθιος μήπως σ’ ενοχλούνε τα πατήματα, κι όμως με τόσο μούστο δε θα πρεπε να τα νιώθεις, είναι η μουσική για τα όνειρά σου υπνοβάτη μου.
Α ! ώστε σε ξαφνιάζει που ποδοπατιέσαι όρθιος, ε αυτό δα κι αν είναι τέχνη. Άντε βάλε τα δυνατά σου για ύπνο, αρκετά ξοδιαστήκαμε οι φωστήρες να σου ανάβουμε λαμπιόνια για να δεις πως ονειρεύεσαι, να! Κοίτα μπροστά σου τα είδωλα, μορφές ονείρου, πλούσια παιδαγωγία, σφήνα να σηκωθεί ο Μορφέας με τα χίλια αδέρφια του να σε βάλουν σε δρόμο, στο δρόμο της αφωνίας, της αλαλίας και της αλογίας. Να γίνεις άλογος και να σκύβεις στο παχνί.
Μα πόσο βλάκας θέλετε επιτέλους να γίνω, δε σας φτάνει τόσο βλάκας που έγινα, να μη κρύβω λίγη βλακεία για πάρτη μου;
“Πρέπει να τους κάνω να πιστέψουν πως έχω χαζέψει αφού καταπίνω όπως κύβους ζάχαρη το άλογο και μπαίνω στη δούλεψή τους με χαρά, στη δουλειά τους, ύπαρξη και μαγγανοπήγαδο που αντλεί νερό για τα μποστάνια του θεού τους”.
Μα για γιανάκι με περνάνε επιτέλους στη στράτα – στρατούλα κάνω και προσευχούλα; Άλλη τσίχλα ετούτη το στρώσιμο του δρόμου της προκοπής. Άλλο μαντρί για γιδοπρόβατα τις πλούσιες ανατολές από το Σούνιο και την πλούσια δύση εκεί που γελάνε οι πέτρες.
Δε θέλω, δεν είμαι δεν ξέρω.
Ας τους αφήσω να πιστέψουν ότι τρώω από το παχνί τους. Ώσπου να διασκελίσω πιθανά το απίθανο εκείνο των αδυνάτων το αδύνατο και νά μαι έξω από τη χαλασιά της μάντρας τους.Τυλιγμένος στη γάζα αυτού που νομίζουν ότι βλέπουν με χίλια μάτια Άργου;
Κι όμως τυφλοί να δουν ότι είναι μπροστά τους από έλλειψη προοπτικής. Γιατί δεν ξέρουν να τραβηχτούν σε μια κάποια απόσταση, να κάνουν ένα βήμα στο πλάι κι ενώ είναι καταμέσα στην παρέλαση της κουρελαρίας αναπήρων πολέμου, να δουν με πόσα δεκανίκια χτυπά το βήμα της αποτυχίας κάτω από δοξαστικό χτύπο χάλκινων οργάνων και κρουστών, και σε τι στήθια, σε πόσα τρύπια στήθια από το στοίχημα της ύπαρξης χτυπάν και χορεύουν τα παράσημα της νίκης.
Νίκης που άφτερη και φτερωτή βλέπει κάτω απ’ την πλώρη του καραβιού της να σπάνε τα κύματα της ιστορίας τη μούρη τους σε μια θάλασσα κόκαλα, σε μια θάλασσα κεφάλια με ανοιχτό στόμα περασμένα στο κορδόνι του νικητή χρόνου.
Το θηριώδες πάτωμα, το μόνο χαλί που έχει αμέτρητους κόμπους και η πλοκή του τελειωμό δεν έχει να το υμνείς, να το υμνείς.
Να παίζει το εμβατήριο για κουφά αυτιά του είναι, του υπάρχειν, στο χιλιαστικό βασίλειο που παρέρχεται, παρέρχεται κι όλο τελειώνεται. Η μόνη προίκα στην παροικιά, στο αγλαό κλινάρι.
Σπρώξτε λέξεις το πανί μου να αρμενίσω αμέριμνος στο “α” της λήθης.
Τέλειωσες το κήρυγμα; Όχι τίποτε άλλο, αλλά να για να τα συμμαζέψω να ξέρω που θα το βάλω να δουλέψει, ή μήπως έτσι το ξέχυσες από το λαρύγγι σου σαν εθισμένος, που ξέρει όμως ότι τα κηρύγματα είναι για τους άλλους. Να, για να τους πλησιάσουν στην ανάσα του θεού, που την περνάνε βέβαια από τη μυρωμένη δικιά τους ανάσα για φρεσκάρισμα, και πόσο γλυκό θα έφτανε στ’ αυτιά μου αν το φιλτράρανε στο τρίχινο ρούχο της ελπίδας και τη φλόγα της παρηγοριάς που μόνο το λιωμένο το αργασμένο στόμα του ασκητή το βάφτισε στο άδυτο της καρδιάς και την ξεραμένη γλώσσα της νηστείας του, από ύλη και σάρκα.
Πόσο πιο γλυκό γίνεται στου ανθρωποφοβικού τον κόρφο το δηλητήριο που φτιάχνει για να διατηρεί την απόσταση απαραμείωτη και έτσι οξύτερα τα λόγια του να μπαίνουν στ’ αλόγιστα αυτιά του περιδεούς.
Και πως ραγίζει το γυάλινο βάζο και άδειο από χολή. Άδειο; Ή γεμάτο τύφλα και οργή, μισερό πλάσμα πολτός καλλίτερα γεμάτος αγκαθερά κόκαλα, κάτι λιγότερο από ένα σβώλακα πεταμένο στ’ αγκάθια. Αγκάθια γεμάτος, με αγκάθια θα τον γιατρέψει ο τριχινοσκηνίτης.
Θα γύρει τότε αυτός να πει από το άλλο μου το αυτί. Στη σιγή του νού του, θα σταματήσουν όλοι οι άνεμοι, συμμαχώντας με το βουητό του μυαλού, ή αντιμαχώντας και το ένα κύμα σβήνει το άλλο; Σιωπή. Το κόκαλο, η κοκάλινη στέγη, ο θόλος των θόλων συσκέπτεται με τις θύελλες. Θα τις σπείρει για να θερίσει καταιγίδες.
Οι αφέτες λύνουν τ’ άλογα που στην τελευταία στροφή θα συντριβούν αύτανδρα. Τα λιανοπαίδια, οι αναβάτες, δεμένα στα τσαμαλίκια θα τιναχτούν στο κιγκλίδωμα και θα χυθούν τα μυαλά – μαλλιά στα κάγκελα. Οι κερκίδες θα ποδοκροτήσουν πιο πολύ από τα καλπάζοντα άλογα σε μια ιαχή που θα την πιεί ο ουρανός με κατεβασμένα σύννεφα που τρέχουν σαν άλογα αναχαιτισμένα, κι η αμαρτία του σταδίου θα ξεπλυθεί, κι οι κερκίδες θα ξεπλυθούν. Ο Όλυμπος θα περάσει στην ιστορία.
Αυλαία.
Καινούργια μυαλά πλέουν για την άσφαλτο μιας άλλης δόξας, αττικοί δρόμοι, κι ο ψαλιδοχέρης κόβει και ξανακόβει για να μας μπάσει στο νόημα των λεωφόρων. Βρυχώνται με χίλια άλογα οι μηχανές των πόλεων, γελάνε οι πέτρες, με τα χυμένα μυαλά της βραδυπορείας, παρδαλά κατσίκια στριμώχνονται στις κηδείες των καλλιμάρμαρων θεάτρων: η τραγωδία χτυπάει στις μαρμάρινες πλάκες το κουτσό πόδι της, τυφλή μοίρα προς το αλσύλιο της παλιάς κολώνας.
Επικολλητές χαλκομανίες, σκιοθέατρο, αχνός μπουχός, ακόμα ένα βηματάκι προς το κοίλο και να η κοιλιά του βαράθρου: χτυπά ο Πήγασος τις καψαλισμένες του φτερούγες προς τη σπηλιά του δράκου ξανά και ξανά το μάταιο της ορχήστρας.
Και όλοι εμείς στη μέση στριμωγμένοι λίγο πριν απ’ το τελευταίο βήμα και μετά από το προτελευταίο, πάντα στο ανοιχτό στόμα του όπλου που σημαδεύει αλάθευτα, ασκαρδαμυκτί, ασυχώρετα, με ακάψιστο μάτι, και ολέθρια ψυχρό.
Ξεκόλλα τη μούρη σου από τη γυάλινη οθόνη και θα δεις. Είσαι ένα συμπλήρωμα του πειράματος, σου ακτινογραφούν τα σπλάχνα ώσπου να γίνεις στο εκμαγείο αυτό μια γυάλινη μάζα, ανακλαστήρας και δέκτης, κοίλο γυαλί μόνο για ηλεκτρολυτικές γυαλόλαμπες: με μόνη ψυχή τις ηλεκτρονικές σκιές αλλά μαγεμένος, ματιασμένος.Τι ρούχο σε έντυσαν κορόϊδο, πως σε έχτισαν έτσι πατόκορφα με λόγια κι άλλα λόγια ώστε να μην μπορείς να ξεχωρίσεις μια φωνή που να έχει τον ήχο σου και τις δικές σου νότες, τόνους, φθόγγους. Σε καλαφατίσανε μα την αλήθεια για να σου φορτώνουν ξένο καπετάνιο, άλλον από σένα και με ξένο σκάφος.
Τώρα όμως πως να τα ξεντυθείς όλα αυτά. Πως να ξεγεννήσεις τη γλώσσα σου κάτω από τόσες γλώσσες ψεύτικες που πέρασαν σαν γάντι πάνω στη δική σου. Και ακόμα πως γλώσσα να τους βγάλεις;
Συ πετρωμένο άλογο και καβαλάρης στους τάφους του Ξενκιάν, στη θαμμένη πολιτεία του στρατού των νεκρών, ελπίδα του βασιλιά να πολεμήσει με τούτο το στρατό το επέκεινα; Τους οδήγησε στη μάχη θνητό σαρκίο πολεμώντας τον αθάνατο θάνατο, τους έστησε πολεμικά φαντάσματα να παίζουν πόλεμο ακίνητοι και μαρμαρωμένοι στην αιωνιότητα.
Ω Βασιλιά μάταια νικάς, μάταια ο στρατός. Στη μάχη του θανάτου πήγες έτσι κι αλλιώς πέρα από συντροφιές και μοναξιές, το κυπαρίσσι του θανάτου φυτρώνει διαμιάς κι από κρυφή μεριά, τσεκούρια δεν το πιάνουν, ξερό φυτρώνει κατάστεγνο, με της ζωής τα πράγματα καμιά τέχνη δε συγγενεύει, μήτε ποτέ κανείς θα βρει από ποιες κρυφές πόρτες γλιστρά η ζωή ή ο θάνατος, ξένος κι απόξενος μα φιλοξενητής μεγάλος σε τραβάει με αόρατα χέρια, από την καταδίκη σε ζωή.
Μόνο που σου ξέφυγε και δε στοχάστηκες, δεν την αφουγκράστηκες εκείνη την άλφα πέτρα που μέσα της έβραζε ο ασβέστης σα το δικό σου κεφάλι, κι όμως ήταν το κεφάλι σου το ίδιο που αντιλαλούσε στο ρυθμό της καρδιάς σα σφυρί που χτυπά arbeit – frei arbeit – frei με ένα κενό mact.
Ένα άλμα από το χλωρό λιβάδι καταμεσής στον ξερολαδιασμένο Κηφισό που οι φρυκτωρίες του στάζουν ιώδιο για φώς στους μεθυσμένους όπως τραβάνε για τα σφαγεία του Ρέντη.
Πίνει το τυρόγαλο.
-Πως σου φαίνεται.

-Κάπως καλλίτερο από τυρόγαλο.

kiklousmalia
Β.

Τραχωδίες σε αταραχία

Εκμαγεία του μαγεριού τη σιδηροκουτάλα του κόσμου, αναδευτήρι του βραστήρα, καιρός να βγω από το διπλό καπάκι που βιδώνουν γύρω μου σαν κλειδό και να δραπετεύσω έξω από τα λόγια τους που με παραγγέλουν να με βάλλουν στο τηγάνι τους σα σαλιγκάρι να σκούξω…. δραπέτης στο κενό μου στο άδειο σ’ αυτό το πλήρες άδειο.

Ένα άλμα από το χλωρό λιβάδι καταμεσής στον ξερολαδιασμένο Κηφισό που οι φρυκτωρίες του στάζουν ιώδιο για φώς στους μεθυσμένους καθώς τραβάνε για τα σφαγεία του Ρέντη.Τους κάθομαι στο στομάχι δε θα με βάλλουν και στην καρδιά τους.

Οι γάντζοι και τ’ αγκίστρια που χωμένα ως τα σβάραχνα δίνει άχνα στο αγκομαχητό σ’ αυτό που είπαν ζωή.

Υπαγορευμένος χείμαρρος μαλακίας θεραπεύτηκα πια από τη γλυκιά ελπίδα να με βουτήξουν αύτανδρο στην κολυμπήθρα τους να με υπάρξουν, να με εργάσουν.Λειψομνήμων : Η άλλη όψη του εφιάλτη, σε κάνει να θυμάσαι, ξυπνά με τον τρόμο του την τρομάρα. Τρομάρα μας να χουμε τόσο θυμητικό.
Μα χρωστάς ν’ αντιλαλήσεις τη ζάχαρη που πέφτει απ’ το λιώσιμο των δοντιών τους στα γλυκά λόγια κι απ’ την πολλή δροσιά, δε θα γίνεις λοιπόν ένα γλυκό αντίφωνο να κρυφτείς στις φτερούγες της κλώσας τους;
Φάε ρε τη σούπα σου.
Από το στόμα ως τον πρωκτό μια ανάσα δρόμος, όσο κρατάει η πορδή της ύπαρξης. Το ξόανο εστάθη το βάζει ομπρός του ειδωλολατρία πιστή μνηστή μνήσθητί μου, κι ας δε σου πέφτει λόγος ,τέχνη της αφωνίας, της αλογιάς.
Και τα φώτα, που σβήνουν τσιρίζοντας; Σωστό. Τσιριφώτα.Η ακινησία της σβούρας που γοργοακινητεί στον άξονά της, από το πέρας ως το άπειρο μέσα σε μια τελεία χώρο. Μια τσίκα, μια στιγμή, και τα χρώματά της γυρνούν στο γκρι, έτσι για τη μεταστροφή από το πολύ γύρνα επί τόπου.
ΑΟΡΝΟΣ
υποχθόνια λίμνη, και συ βάτραχος βγάζεις το κεφάλι απέξω και με γουρλωμένα μάτια, πρασινάνθρωπος που ξεθυμαίνει από την ανθρωπιά που τον μόλυνε το ανθρώπινο λεφούσι, ένα είδος καθαρτήριο είναι η λίμνη που σε πλένει έξω μέσα με βούρκο και λασπόνερα να σε λαμπικάρει. Κόπηκες;
Μυθιστοριογράφος ο κατασκευαστής των αναμνήσεων.Κι ο άνομος έχει το θεό του, της ανομίας, όπως όσοι έχουν το θεό για πάρτη τους.
ΚΕΡΑΤΑ ΑΠΟ ΚΕΡΙ
Αποτυχία κοινωνίας, αποτυχία των στοχαστών, αυτοκτονικά χέρια, λειψοκέρι λειψοκεριά.Αναβροχιά και χαλάζι, στο γούπατο με τα κουνούπια και τους στάβλους, κι οι σταβλίτες να παλεύουν να τα βγάλουν πέρα με την κοπριά και το σανό.
Στιγμές χαρισμένες στον Κέρβερο εκεί που οι έρωτες κούρμπα
Βάνω στη ράχη της λέξης διαλυτικά για αραίωση του χρώματος κι όχι του πολύτιμου χρόνου που πιάνει η λέξη πρωΐ ας πούμε. Σαν να είναι καβάλα ή κολλημένος με σάλιο στη ράχη της αρκούδας ας πούμε, ή και στη σκιά της αρκούδας καλλίτερα προσανατολισμένος από πυξάρια μέχρι που να πήξει ο ουρανός σα γιαούρτι κι όλοι θα τρώνε τσάμπα από το γαλαξία έτσι πηγμένο, όπως οι ψυχές που μετακομίζουν εκεί πάνω χωρίς το φορτίο των κόκαλων.
Στο μνημείο των 49 πεσόντων -αν και δεν έπεσαν τους θέρισαν σφαίρες-, μαρμάρινος τάφος, ώστε δεν μπορούσες να πεις αν το μάρμαρο ήταν ακίνητο ή τα κόκαλα των πεθαμένων που ήταν σωριασμένα στο λαγούμι, αυτό είναι που λένε αθανασία; Αν είναι αυτό, τότε συμφωνεί το μάρμαρο με τον τάφο της ακινησίας του.( Όμως οι νεκροί με τον καιρό συνηθίζουν να βγαίνουν στην επιφάνεια όπως οι πνιγμένοι).
Και μπαίνει ευθύς μες στο θολό θόλο κι ανακατώνει το βούρκο και τις πηχτές λάσπες όπου είχε δει να χάνονται οι νεράιδες μαζί με το νερό, έψαχνε λες την υπόγεια λίμνη, την υποχθόνια υπόσχεση; Ας το σπρώξουμε μαζί με τον ακροβάτη την ώρα που εκτελεί το καλλίτερό του νούμερο, ένα βήμα παρά πέρα όσο απέχει άλλωστε κι ο γκρεμός που είναι ακριβώς γι’ αυτό το λόγο εκεί βαλμένος.
Στο να είναι αρχάριος ήταν μανούλα, τα ξεπέταγε όλα όσα είχαν να κάνουν με αρχάριο. Μα ρε παιδιά, αφού είναι η πρώτη μου φορά που ζω και ίσως κι η τελευταία, αν και δεν είμαι τόσο σίγουρος αν είναι καν η πρώτη μου… αν αυτό που μου έχει αρχίσει έτσι ξαφνικά είναι αυτό που θα μπορούσε να λέω δηλ. ζώ. Ζώ;
Κι αν ζω και δεν είναι η τελευταία μου φορά πολύ δύσκολα θα τη βγάλω σε μια παρόμοια επανάληψη.
Καλλίτερα να ξεπατώσεις και ένα και δύο και τρία και τέσσερα αμπέλια παρά να κάθεσαι και να περιμένεις, πότε θα γίνουνε οι αγουρίδες τους μέλι, γιατί αφού καλά το ξέρεις ο αγουροφάης κερδίζει, και δεν υπάρχει ζωντανό για ζωντανό που να μην το ξέρει αυτό. Περσινά ξινά σταφύλια, ας είναι κι έτσι από αλότερα. Ποιος δε σε θέλει; Ποιος σε θέλει. Ανακατώσου με τα πίτουρα και θα δεις, όλες οι κότες ευθύς θα πέσουν επάνω σου και τα κοκόρια, κότες κι αυτά κατά βάθος, από πίσω. Το όμοιο τραβά το όμοιο όπως οι μαγνήτες αν και καμιά φορά, μπορεί και τις περισσότερες, διώχνονται τα όμοια από αλληλεγγύη βέβαια.
Ανάσκελα είναι σαν να μουτζώνει το θεό, καλλίτερα μπρούμυτα,.. με γυρισμένη πλάτη, σαν να του θυμώνεις που σε θυμάται; Σε ξεχνά; Αδιαφορεί; Μπορεί έτσι να του κεντρίσεις καμιά περιέργεια.Καθώς το σώμα δεν είναι και η καλλίτερη πλάστιγγα που έχει εφευρεθεί άλλος γέρνει αριστερά άλλος δεξιά, άλλος μπροστά άλλος πίσω και ούτω καθεξής εις τον αιώνα τον άπαντα μέχρι να κουράσει τ’ αστέρια με τα καμώματά του κι ακόμα περαιτέρω να τα ξεκάνει με τις τρέλες του.
Υπάρχει μια πηγή μέσα ή εδώ κάτω από σκοτάδια και φως: ένα στο δεξί, ένα στ’ αριστερό και αναβοσβήνουν τα λαμπιόνια…
ΑΡΒΥΛΑ
Που ρίχνει την πετονιά; Στον 7ο αιώνα για να τσιμπήσει από κει κάτι «ωφέλιμο», κάτι σα σαργό κι έτσι όπως ο χρόνος έχει μια τέτοια κατωφέρεια να το βγάλει εδώ στο ψημένο ταψί και να το δώσει να το φάνε έτοιμο οι προοδεύοντες, οι άνθρωποι των δρόμων, οι αλανιάρες αγριόκοτες που σκαλίζουν ενστικτωδώς το χώμα…
Όπως λέγω εγώ, για το δικό μου εγώ, γιατί τίνος άλλου μπορεί να είναι; Στους αιώνες των αιώνων θα πρόκειται πάντα για ένα κατάδικό μου εγώ, αλλιώς γιατί να μου μπουκώνει το στόμα με περηφάνια κάθε φορά που πάω να το ξεστομίσω και ταυτόχρονα εκείνο αντί να εκστομιστεί μπαίνει και γεμίζει όλο το στόμα σα τα βαμπάκια τον πεθαμένο;
Φέρτε μου την ταγή. Ταΐστε με μπουκώστε με ζωή… εγώ που είμαι ένα κουλουριασμένο φίδι, ένας πύθωνας. Μέχρι να μιλήσει το όν στο λαρύγγι ή το λαρύγγι του όντος μέσα στη δίψα του για αθανασία μέσα στη δίψα του για θάνατο. Γαμωγιάννηδες.
Εκεί που οι σημαίες δεν κυματίζουν, στα φλάμπουρα τ’ ακύμαντα. Λές και πληρώνουμε τη γή, της δίνουμε πίσω τα κόκαλα για τη χάρη που μας κάνει…, και καύσιμό της στο αγκομαχητό της με το χρόνο.
ο ΑΘΡΟΙΣΤΗΣ:Τι είναι έγκατα αν όχι ένα λαγούμι, μια εγκοπή στη ράχη της γης, λίγο χαμηλότερα λίγο ψηλότερα είναι ζήτημα προσωπικής εκτίμησης. Στα θυμαράκια ή στα ραδικάκια θέλεις διάλεξε, θέλεις μη διαλέξεις. Είτε με τα πόδια πας είτε με διαστημόπλοιο την ίδια τιμή θα εκτιμηθείς, ποτέ δε θα ακριβύνεις, ούτε είναι λόγος να φτηνύνει ένα τσουβάλι κόκαλα, είναι δα τόσο φτηνό ήδη σαν πραμμάτεια: Από τα πιο αρχαία χρόνια μια δεκάρα με ίδιες τις δύο όψεις. Για του Πλούτωνα τ’ αμπάρια.
Έβρισκε τρελό που δεν τον εννοούσαν όταν διατείνονταν, ότι κάτω από τα ραδίκια δεν είχε διαφορά κι ήταν το ίδιο με έναν που ρεμβάζει κοιτώντας τον έναστρο ουρανό. Τι ρίζες από ραδίκια τι αστέρια το ίδιο δεν κάνει στο τελικό άθροισμα; Έχω χαμόγελο κατευθείαν από το χέρι του θεού, μεσολαβημένο βέβαια από τις απεσταλμένες του τις μοίρες.
ΣΚΟΡΠΟΝΕΡΑ
(πάλι για έρωτες θα γράφω;
Μολονότι οι αντικειμενικές συνθήκες είναι για όλους ίδιες, όπως βλέπεις δεν έχουν όλοι την ίδια γνώμη με σένα γι’ αυτές τις συνθήκες, οπότε το συμπέρασμα βγαίνει μόνο του πως πράγματι είναι και ίδιες και αντικειμενικές όπως με βλέπεις και σε βλέπω. Γιατί αν η αντικειμενική συνθήκη έχει βροχή, βρέχει για παράδειγμα, κι εσύ είσαι στην αντικειμενική βροχή, ενώ εγώ σ’ ένα αντικειμενικό υπόστεγο, πως να μη διαφωνήσουμε για τις επιπτώσεις της βροχής; Εσύ θα λες πως η βροχή είναι αντικειμενικά μουσκευτική, ενώ εγώ; Γιατί βέβαια εσύ θα έχεις δίκιο ως προς τα αντικειμενικά αίτια ενώ εγώ για τα αντικειμενικά αποτελέσματα. Με λίγα λόγια μια συλλογιστική μούσκεμα.
Τίποτε δεν μας εμποδίζει να είμαστε καλοί ηθοποιοί. Κι εξάλλου αυτή η τέχνη γεννήθηκε μαζί με τον άνθρωπο και την τραγωδία του.Σχεδόν έχουν τις ίδιες πιθανότητες για το ποιο γεννήθηκε πρώτο.
….αν έχετε την ευχαρίστηση
μου περνάτε το αλατοπίπερο,
Γιατί κύριε Μαλόν παρότι θα δεχτούμε την εμμονή σου να είσαι “εσύ μόνος σου” κι όχι ένα πεπόνι που πονάει σαν κεφάλι που το σφάζουν. Και τούτο επειδή από όλες του κόσμου τις μεταφορές δεν θα διαλέξουμε τα ερωτηματικά τις κουτσουλιές που πέφτουνε στο κεφάλι μας από λογής πετούμενα, πτηνά και έντομα, και που και που κανένας αερόλιθος, κι ας είναι που μας χαρίζουν κάποιο χασάπικο γέλιο όταν λερώσουν κανένα κουστούμι. Ή να τις πω κοτσιλιές όπως κάπου θυμάμαι να γράφτηκε; Όπως κι αν έχει καλό πράγμα οι μεταφορές όταν μάλιστα βγαίνουν όπως το αβγό απ’ τον κώλο του πουλιού.
Και βέβαια δε θα δίνουμε την αιώνια συγκατάνευσή μας σ’ εκείνους που ζυγίζουν τα βουνά με το ραβδί τους και μετράνε το βάρος τους στα τελάρα, και που έχουν κάνει ότι μπόρεσαν για να τρελαθούνε μια ώρα αρχύτερα. Έχουμε προ πολλού χάσει την περιέργειά μας για την τελευταία τους πινελιά. Εξάλλου τους έχει καταπιεί ο χρόνος και δεν έχουμε άλλα κεφάλαια να δαπανήσουμε στη συντήρησή τους κτλ.
Γιατί επιτέλους ένα βήμα στο πλάι, ένα βήμα πίσω, κάνει καλλίτερη τη θέα, παρά με τη μούρη χωμένη στον ασβέστη του τελάρου. Μια φύση αραιότερη κι αν δεν τη φτάνει το χέρι, τότε το μάτι, κι αν όχι κι αυτό τότε το παρά μάτι.
Γιατί επιτέλους που λέει ο λόγος, ξαναβγάζει από το ορθολογικό κουτί του το «σύγχρονο» άνθρωπο και τον επανατοποθετεί μισό μέσα στο βούρκο εκεί που είναι και η καθολική του συνθήκη, για να είναι σωσμένος ες αεί, ζωσμένος την πανοπλία της απώλειας. Και επειδή κάθε μέρα μας σώζει πότε η τεχνολογία, πότε οι εφευρέσεις, πότε οι τέχνες και τα γράμματα, ώστε δεν έχουμε δα να παραπονιόμαστε μέσα σ’ ένα τέτοιο φαντασμαγορικό πανηγύρι. Άλλωστε το γαλατάκι αυτό αποπνέει κάθε πόρος, οπότε προς τι οι απορίες. Δε σε χωράει ο τόπος, ο κόσμος; μη βιάζεσαι..Αλλά τούτο το τελευταίο γαλατάκι δε θα το πιώ. Απλά το βάζω στο ράφι, αφού είδα την οσμή του και την προέλευσή του.
Ας πω κάτι τελευταίο. Θυμίζει ο Bacon με τις σφαγμένες του μορφές, καταβολές από δω.
Όχι.Εμείς,εγώ, είμαι δοξαστικός της ύπαρξης. Δε θα εγκαταλείψω εκείνο το πράγμα που λέγεται τραγωδία και ηδυσμένος λόγος. Έρωτας, ομορφιά σε μια αποτίμηση μέσα στον καιρό, πέρα από τον καιρό. Σίγουρα ζητώ να βγω σε πιο σίγουρη δομή, με τα συμφραζόμενα της εποχής μου, σ’ εκείνο που επιμένει να ονομάζεται σύνθεση. Θεώρηση των σκεπτικιστικών θέσεων του Αινεσίδημου, ο εφεκτισμός από αισιοδοξία. Μέσα στο φως κορυφογραμμών και ακτογραμμών, από μιά κοιλάδα που κρατά και φώς και νύχτα και φεγγαρομέρες που δε θα σβήσουν ποτέ. Αυτό θα το συνεχίσω ώσπου το ένα ξημέρωμα να συναντήσει το άλλο.
Αυτό το Μπεκετικό διάλειμμα ήταν για να συμπληρωθεί η φράση: “καλά μπερεκέτια κε Μπέκετ”. Έτσι για να τον χώσω ανάμεσα σ’ εκείνες τις αισιοδοξίες κι εμένα. Για να πάρω μια απόσταση, ώστε να τα ξαναδώ, και να αποτιμήσω με φρέσκο μάτι τις ατοπίες. Γνωρίζω τον τόνο, γνωρίζω τι χρειάζεται, μόνο που εκεί δε βοηθάει η γνώση.
Οι παράμεσοι
Κι όμως, σ’ ένα παρόμοιο Σανατόριο (θανατόριο;) βρέθηκε ο Βασίλης Τ., κι εκεί ίσως οι φεγγαρομέρες δεν θα ήταν του κακού του χαρακτήρα μνήμες. Σπαρτάραε από χαρά, στην καρδιά του Βερολίνου ανάμεσα στην απόλυτη τιμή που τον περιόριζαν οι πατερίτσες του,.. μπροστά στο νεοαποκτημένο του πλυντήριο που δεν ήξερε πως σταματάει. Μια παιδικότητα γεμάτη βάσανο.
Το ίδιο ο Χαρίσης Λ. Επιστροφή στις “ρίζες” τους για να φύγουν στον αγύριστο… Χάνοντας και τις τελευταίες τους αυταπάτες, μονήρεις, σ’ ένα κόσμο που τόσο ριζικά έχει μεταβληθεί κι όντας οι ίδιοι πολύ μακριά από τον εαυτό που είχαν αφήσει στο μικροχώρι τους.
Λέω τη μοίρα των δυό τους, επειδή πολύ νέοι μονήρεις άφησαν τούτο τον κόσμο, απ’ τον οποίο ήταν πολύ πολύ μακριά χρόνια πριν την οριστική τους αποδημία. Όμως το χούι τους το πήραν μαζί τους. Ήταν ότι καμιά πουτάνα αυταπάτη δεν μπόρεσε να τους το μαλακώσει. Ήταν πέρα για πέρα τζιόρες για να δεχτούνε προσαρμογή. Μονόλυκοι που το χνώτο τους δεν ταίριαζε ποτέ πουθενά και με κανέναν. Έμειναν έξω από το παχνί. Γι’ αυτό και κάηκαν προώρας. Δεν έκαψαν κερί ελπίδας, ούτε φανερά, ούτε κρυφά. Αλλά και δεν ενηλικιώθηκαν ποτέ τους. Να τους πω ανθρωποσκιαγμένους δεν πέφτω έξω. Κάτι σκοτεινό τους κυνηγούσε μέσα τους. Μάλλον θα μπορούσε να ειπωθεί ότι τη ζωή την είδαν σαν θρύλο παρά τη ζούσαν.
Που είναι το κατακάθι; Παντού. Όπως το σαράκι. Άμα μπει στο στεγνό ξύλο δε θα κάτσει, δε θα βολευτεί στο λίγο, θα το φάει πατόκορφα. Γι’ αυτό μη ψάχνεις να βρεις σε ποιο σημείο μπήκε, τρώει και θα τρώει ως το πέρας των καιρών, από τα στραβόξυλο, όπως συμβαίνει απ’ την ώρα που κοίταξε η επιθυμία στον καθρέφτη της.
Και όσο θα τελειώνουν το έργο, τόσο πιο ατελείωτο θα γίνεται.
Αν ήθελε κανείς να ξαναδοκιμάσει ένα επίγραμμα, ένα σύμβολο επιτύμβιο τι θα είχε να προτείνει;

“Δώθε του τάφου δε βρήκα τίποτε,
δεν ξέρω σε ποιο ταξίδι με στέλνετε,
αλλά χούι δε θ αλλάξω, αυτό είναι σίγουρο”.

Αν κάρφωνες δε στη θέση ένα άγαρμπο παλούκι από κέδρο με δυό τρία άγρια κλαδιά σα φούρκα, ίσως συμβόλιζε τη φτιαξιά από ληστή των παλαιών ημερών, που πήραν μαζί τους…..ανήμποροι με το χούι τους.
Πέθαναν από άγνοια, μέσα στην άγνοια, έχει κανείς τίποτε καλλίτερο να συμβουλέψει; Ξέρει κανείς; Ξέρει κανείς ποια είναι η καλλίτερη αποτυχία στο σχολείο της ύπαρξης;

 

unnamed

 

Γ

 

-Πώς το κάνει αυτό;

-Νομίζω ,σα μάγος που είναι.

Οι παπάδες είναι κάτι πράματα που, έτσι νομίζω εγώ,σου τάζουν την αιωνιότητα όπως σε βλέπω και με βλέπεις ενώ στην πραγματικότητα σου ρίχνουν τόσο χώμα ώστε να μη μπορέσεις να ξαναβγείς ποτέ.Τόσο αιώνια σε θάβουν.
Μετά από όλα αυτά ένοιωσα τόσο επιτυχημένος και τόσο δοξασμένος όσο μάς το έχουν περιγράψει οι παντός είδους δάσκαλοι και καθηγητές της ζωής με τόσα στολίδια στο λόγο τους όσα τα στολίσματα που τους ντύνουν,και φορτωμένος με τη γαϊδούρα τούβλα όλη μέρα ανεβοκατέβαινα το γιαπί προς το ένδοξο μέλλον μου που μιά το συναντούσα στην ταράτσα μιά στο υπόγειο….τουλάχιστον δεν είχα απέναντι όχθη γιά να την επιθυμώ,την άλλη όχθη που λένε.
-Τί ξύνεις;
Ή το κεφάλι μου γύρισε ή η γή γύριζε ,όπως και νάχει κάτι γύριζε.
Σα μαγικό κύκλο άς πούμε ακόμη και φλεγόμενο γιά να μένουν οι διαβόλοι απέξω,πράγμα που έκανε κι ο ούτις στο φως της μέρας αλλά στα σκοτάδια της μέρας κύκλο αιμάτινο που γύρω μαζεύτηκαν οι ψυχές οι κάτω κόσμου,και τους έδωσε αίμα γιά να μαντέψουν,να δούμε σε τούτη τη νύχτα ποιός διάολος θα μαντέψει και τί.
Ο νόστος είναι νηστικός από εστία,η νοστιμιά του είναι δεμένη με τη νηστεία των οικείων γεύσεων,και έρχεται με υγρασία νοτιά.Την ξυπνά βαθύτερα η βάρκα που χωράει,η Ναυσικά,η χλωρή φοινικιά με το φοινικόλαδό της.
-Τί ξύνεις;
Εμείς ξύνουμε τα μολίβια κι εκείνα με τη σειρά τους -ή από ευγνωμοσύνη άραγε;- ξύνουν τη λευκή σελίδα ώστε να μαυρίζουν σα προβατάκια στο λιβάδι τους λογιώ-λογιώ σχήματα και σημάδια… κατά το «ο λόγος μπαίνει από τις αυλακιές του αυτιού,από άλλα αυλάκια το σπέρμα. -σπερματικός λόγος.
Δεν χτυπάει Μεσάνυχτα.Όχι ακόμα.Δε βρέχει.
Γυμνός από έπαρση ανθρωπιάς.
Ανθρωπιά: το λασπώδες ,γλίσχρο ψέμα γιά τα θρανία,αλογοτριβή.
Αλλαγή γλώσσας.Δε σου έμαθε το απέναντι μπαλκόνι το νέο ήχο;
Αντίδρομα: θα θέλαμε πολύ να είναι αυτός ο ήχος του τραγουδιού μα πίσω από εκείνα τα λόγια, του ξελογιάσματος, Αρχίζει να φέγγει μιά άλλου είδους «μυθολογία».Ένα απόγευμα γυμνό,ένας τεφρός ήλιος,καρφωμένο το δόντι του στις καμπύλες της Λίπας,αυτής της εφτάΨΥΧΗς με τα πολλά καπούλια σκοτεινομαβιάς με τις φιδόπετρες.Οι μικρές θείες ταξιδεύτρες είναι σκόνη από άστρα,αστερόσκονη που κυλάει στην σκοτεινή μαύρη άβυσσο,στα πιό μαύρα νερά του Χωνευτού Νερού της Στυγός.
-Τί ξύνεις;
Μόλο που μόλις κανείς ακούσει να εκφέρεται η λέξη ίχνη πάει το μυαλό του στα χνάρια πάνω στο χιόνι,την άμμο,η το χώμα,ενώ είναι κάτι ακόμα πιό αόρατο από αυτό τα ίχνη ,κι άς είναι φωνές και κίνηση και ίχνη τραγουδιών,πέτρα πάνω στην πέτρα δρόμοι ιχνών,αυλαίες,τελάρα,ίχνη ψυχής,σωμάτων,αποκαΐδια κι ότι έχει το αρχαιολογείο της ύπαρξης στην καμπούρα της φάλαινας στους ωκεανούς του ταξιδιού.
Όλος ο ωκεανός δρόμοι που χαράζονται και ξαναχαράζονται έτσι όπως παίρνει ορμή η καθε διάνοια από το μύθο και γεμίζει το μυαλό όνειρο γιά να περνά το σκοτεινό βυθό του ύπνου του ξύπνου…

Άστην αυτή τη δουλειά,με τα όντα κτλ. την έχουν αναλάβει άλλοι του είπα. Πιό επιτήδειοι και πιό μπαγαπόντηδες…

Μην καλοπιάνεσαι, μην τους καλοπιάνεις, καλοπιάνεται το κολοβό φίδι;

I. ‘ 94

%ce%bb%cf%8c%cf%85%ce%b2%cf%81

πίσω μακριά ουρλιάζουν

Η ποίηση δεν είναι είδος.Είναι γλώσσα, η βαθύτερη ουσία της γλώσσας.
Ποιητές δηλώνουν πολλοί,ποιητές είναι λίγοι.Η ποίηση δεν γίνεται με μανιφέστα και διακηρύξεις ,αυτά είναι για ατάλαντους.%ce%bc%ce%b92
-Ποίηση είναι πυρσός στο αυτί.
Να νιώθεις να εκπυρσοκροτεί ο κόσμος στο αυτί σου

ένας ηδομανής της γλωσσας