Με μειωμένα κόμιστρα

Κομίζω γλαύκες στην Αθήνα γιατί στα κοιμητήρια ξεχνιέμαι
βρίσκομαι όπου σε χάνω στο σκοτάδι σου κατεβαίνω
στον ακάλυπτο πόθο. Ξεχώνω. Κίνητρα μου οι παρακμές
φόβος του όλου μέσα στου πλήθους τους όγκους
σφύρα ο ήλιος χτυπά το αμόνι αιμάσσει
Κομίζω γλαύκες στην Αθήνα φωτογραφημένες

Δανείζομαι αύρα αιματώδη στεφάνια άγρια φαραγγιών
γεμάτα ίλιγγο ειρωνευτή. Τα γαλάζια με υποψία διαβάζω
δοκιμάζω τα πόδια δε χλευάζω δοξάζω
Είμαι όπου είμαι
Των σφαιρών μουσηγέτης διασαλεύει άστρα και σπλάχνα

Είμαι όπου είμαι
βαφτίζω τη λέξη στο στόμα τη μιλώ
σκίζεται μνήμη ξερολιθιά με μάνητα τη δίψα ζητούν
της φυλής μου τρελοί οι ποιητές στην αρένα αιμάσσουν
κυανοχαίτης το ατελές
Διασχίζει ο χρόνος τη χώρα μου σαν ξύλο

Advertisements

ριπτασμός

(ο / ῥιπτασμός, [ῥιπτάζω] στριφογύρισμα στο κρεβάτι από ανησυχία και αϋπνία νεοελλ. ιατρ. νευρική διαταραχή που εκδηλώνεται με κινήσεις ασύντακτες και χωρίς συνέχεια αρχ. 1. το να ρίχνεται κανείς εδώ και εκεί 2. αμφιταλάντευση …)

έμεινα στην αγάπη ροβινσώνας
νησιώτης του έρωτα
χωρίς φωτιά

ρίχνω βότσαλο στο αργυρό μεθύσι
κάποιο φεγγάρι μου επιτράπηκε η αγκαλιά σου

Φωτικής κόρη

Προσωπογραφία γυναίκας (1917), λάδι σε καμβά 57x37 εκ.

Ι.
Εκεί που καίνε οι καρδιές με κόκκινο αίμα
φωτιά που ανάβουν οι ματιές με μαύρο βλέμμα
στις παροικιές της Φωτικής, παραμυθία
σα μάντισσα ξεγέννησες του έρωτα την προφητεία
σφύριζαν στα στενά του βοριά τα φίδια
μπήκες στην καρδιά υγρομάτα επιτήδεια
Στους κόρφους σου λαμπύριζαν χρυσά κίτρα
χυμένο του κορμιού το άγαλμα από αρχαία μήτρα
μηροί γυρτοί στην άβυσσο και στ ουρανού την τόλμη
άστραφτε η αγκαλιά απάτητο χιόνι
στόμα πυρρό που πλάστηκε για λάβα και ηδονή
άσπρο το δόντι λάβωνε και έκοφτε φιλί
ελευθέρωνε τη συστολή φτερούγισε της αγάπης πουλί

Τώρα που οι γοφοί σου έχουν βαρύνει
Σου στέλνω ένα τραγούδι σιτεμένο
Όμως κρατά από της νιότης σου τα μάτια
Όλη τη μυστική πραμάτεια
Εκείνο το βλέμμα σου το λαγγεμένο
Κρατά ακόμα τη μαύρη φλόγα; Την έχει διευρύνει;

Κάθε που αγγίζει ο έρωτας ξυπνά τις κοιμισμένες αγάπες
φεύγουν τα λόγια σα μαγεμένα
αγγελικό ξελόγιασμα χιονιού κορμί αλητεία
ο άσωτος σώζεται σε αλήτικου κορμιού αλάνες

ΙΙ.
Φωτικής κόρης τραγούδι πάνω στο κορμί της

Με κοίταζες μέσα απ’ το γυρογυάλι
στον αφαλό του κάστρου σαν κάποια άλλη
Τώρα του όρκου η δαχτυλήθρα
Λάμπει με άδεια δίχτυα.
Πάνω στην ομορφιά σου διακόνησα
Την καρδιά μου εκεί ακόνισα
Κι έκτοτε λαρωμό δεν έχω
Περιτρέχω περιτρέχω περιτρέχω
Λουλούδια πιο άγρια από σένα ναι έκοψα
Τα βασανάκια δεν τ΄ αρνήθηκα
Κι εκείνα που οι ρηχοί είπαν ανήθικα
Όμως πληγή έχω στο πλευρό που από σένα ξέκοψα
Γυρίζω του καιρού το ροδάνι
Καβαλικεύω το Ροσινάντη
Δονκιχώτης για τη Δουλτσινέα
Κόρη της Φωτικής άλλοτε νέα
Πριν του Κωκυτού τα νερά ανεβούν τις όχθες
Πριν οι θολές του ραντίδες τα μάτια θολώσουν
Κρατώ της αίσθησης ανοιχτές τις πόρτες
Λόγια που στο ξελόγιασμα φωνή θα δώσουν
Πίνω της λησμονιάς νερό και Σε θυμάμαι
Βάζω στ ακόντια αιχμές χρυσές

ΙΙΙ.
Νεροπούλια στις αγκαλιές της
-Είσαι της ΚυραΒασιλικής νερολούλουδο;
Νερόκρινο του Άμπουλα;
Να γύρω το ρεύμα του κυανού
προς τον καημό στης γης το μαξιλάρι
Αλύπητος καιρός ψαλιδίζει τα φτερά του ονείρου
ω τι λυπάσαι το κινδυνώδες κι οι τρικυμίες είναι ότι αξίζουν
Η απόφαση φάτι αρθρώνει το άπειρο ελευθερώνει
Πλέκω το μετάξι σου με χρυσές κονταρίτσες
Και έξεργο από μουστάκια ασταχιού καλαμποκιάς
Τα υπόλοιπα θα έρθουν κουβαλητές μυρμήγκια
περιτρίμματα της βραδυπορίας εν απογνώσει
Με του θεού τη γνώση σπεύδε βραδέως κλείσε πληγή
Δε σ είχα για καμιά οδαλίσκη
ήσουν της μοίρας η κλητή
είχες κεράσια στο κανίσκι

ΙV.
Με απερισκεψία γύριζα στο στόμα μου
το όνομα σου σα μαστίχα
Με κονταρίτσες αόρατες
πλέχτηκε ολόγυρα μου φυλακή
γόρδια πλεξιά και σταυρωτή
και σε έχασα πάνω που νόμιζα ότι σε είχα
Με είδα τότε να πατώ στη γλώσσα τη διχαλωτή
φλόγας που ανάφτηκε με σένα αφορμή
έκτοτε βάλθηκα σταυρόλεξο να σε λύνω
από πάνω μου κάθε ψηφίο αίνιγμα και γρίφος
Απερισκεψία με δυο δεκάρες θα αγόραζα μια τσίχλα
ίσως ένα ξόρκι πιο ακίνδυνο στου νεκρομάντη το ημίφως
Τι κάθομαι και βασανίζω το κεφάλι
όσα δε φέρνει ετούτη θα φέρει μια άλλη

V.
Γυρίζω του καιρού το ροδάνι
καβαλικεύω το Ροσινάντη
Δονκιχώτης για τη Δουλτσινέα
Κόρη της Φωτικής άλλοτε νέα
Πριν του Κωκυτού τα νερά ανεβούν τις όχθες
πριν οι θολές του ραντίδες τα μάτια θολώσουν
κρατώ της αίσθησης ανοιχτές τις πόρτες
λόγια που στο ξελόγιασμα φωνή θα δώσουν
Πίνω της λησμονιάς νερό και Σε θυμάμαι

*

ΠΡΟΣΩΠΑ- ΕΚΤΩΡ ΠΑΝΤΑΖΗΣ

http://cantfus.blogspot.gr/search/label/%CE%A0%CE%A1%CE%9F%CE%A3%CE%A9%CE%A0%CE%91-%20%CE%95%CE%9A%CE%A4%CE%A9%CE%A1%20%CE%A0%CE%91%CE%9D%CE%A4%CE%91%CE%96%CE%97%CE%A3

Η Ελλάδα δεν χρειάζεται ποιητές.Χρειάζεται μεγάλους ποιητές.

Έκτωρ Πανταζής

έργο του Έκτορα Πανταζή

χρόνια σιωπής

Ο Ίβυκος ξαναερωτεύεται, οι κυδωνιές ανθίζουν,

η φύση επιστρέφει μέσα από το λευκό

μέσα από την τέφρα μαρμαίρουν αγάλματα και θεοί

Όλα είναι αύριο και φρέσκο χιόνι,

όλα λευκό νούφαρο πάνω σε μαύρο νερό

Ξυπνάνε τα κρύσταλλα, ο παγωμένος κόσμος γυρνά στη γη,

ξεπαγώνει το όνειρο,

ο κύκνος τινάζει τα φτερά του ραμφίζει το σκοτάδι,

φως φέγγει πάνω από την υπόσταση του πράσινου

Όλα τα δώματα όλα τα σώματα

τεντώνουν την επιδερμίδα στο φως

Θειάφι και γαλαζόπετρα και σκούρο φως

πάνω σε λεπτούς αστραγάλους ,

σπάνε οι λεπτοί χαλκάδες του ύπνου των κοριτσιών-

Θεοί από μηχανής γυρίζουν την πόρτα του φωτός

πάνω στους μεντεσέδες της,

το φως διαρκής αστραπή

ξεχύνεται με τα λευκά του άλογα σαν αυγή

Οι κυδωνιές σταματημένες πάνω σε άνοιξη

συνεχίζουν το στάσιμο απ το μπουμπούκι

που τρέχει την πνοή του αρώματος.

Ο,τι ευωδιάζει είναι απαστράπτων Φοίβος

Ο Ίβυκος ξαναερωτεύεται, η φωτογραφία του αποκτάει

συνέχεια

βγαίνει από τα υγρά της στερέωσης

Τα πόδια των αλόγων τινάζονται

έξω από το κάδρο και μπαίνουν στο αύριο

Όλα είναι αύριο και φρέσκο χιόνι

Όλα λευκό νούφαρο σε μαύρο νερό

Η φύση επιστρέφει μέσα από το λευκό σκιρτά

διάφανο ελάφι

*

πεδίο μεταμόρφωσης

Γιατί οι νεκροί δεν έχουν χώρα μήτε τόπο παρά ένα

κομμάτι

στην καρδιά μας στη γωνία την άτοπη

κι έναν πυρήνα στεναχώριας παράδοξα εντοπισμένης

Δε γίνεται άγχος των οστών το τρίψιμο στα μάτια της

αγάπης

κι όπου κλέβει ο θάνατος εκείνη βάνει

δικό της χώμα και φράζει τις οπές

Όμως της διάψευσης το ρούχο το φόρεσε η προδοσία την

ώρα που γεννήθηκες

κι ένα καρφί μπηγμένο στο κρανίο σου έγινε και ας δε

σου καίγεται καρφί

γεννήθηκες με σπόρο από θάνατο και Βρούτο να σου θυ-

μίζει τη σπορά

Μανάδες που τα κορίτσια τους χτενίζουν -λούζουν στο

φεγγάρι

κι εκείνα δεν ξέρουν που γεννιούνται πεθαμένα

δεν ξέρουν που τα κοίταξε ένας άγγελος από την πύλη

του θανάτου

Ήρθαν ώρες σκληρές θα ‘ρθουν άλλες σκληρότερες

Μα δε θα δώσει ο ποιητής στους όχθους του θανάτου τη

λαβή

θα τα ποτίσει πράσινο από το μαύρο πιο βαθύ

κι έτσι μια γλύκα από ποίηση με την καρδιά του ερέβους

θα αναμετρηθεί

*

αλιεύοντας χρόνο

Όταν βαθείς συλλογισμούς βαφτίζεις στο σπειράλ των

δρόμων

κινείς σε εποχής τροχό τον τόπο και το χρόνο

τότε το δίχτυ σου χρυσό και καίγονται οι διαβάτες

ξανασκουντάς τον άξονα του γηραιού πλανήτη

εκείνος σου τρελοχορεύει σκοπούς της πένας σου

η μουσική των στίχων σου πετά στ’ αστέρια

Έτρεξε χρόνος στα γεφύρια του ουρανού

τρίφτηκε το πέτρινο γεφύρι με χρώμα αχνό σαν το ‘πια-

νε φώς και καιρός

τίναξες κιούρτο στ’ ανοιχτά ψαριών κοπάδι σκόρπισε α-

χτινωτά

γέροντες δολώνανε μαύρο μυστικό καμιά περιέργεια δεν εί-

χαν πιά

πού πάει πούθε έρχεται αν έχει ψάρια το ποτάμι

τρελάθηκε η επιθυμία μέσα τους

θέρισε ο χρόνος νιάτα σαν τρυφερά καλάμια

πλοκάμια της μοίρας έρχεστε από παντού παντού ας ψα-

ρέψει το καλάμι

*

ίλιγγος

Κάτω από αυτό το δέος καυτός θεός της αγωνίας

Λες σήμερα είναι μια άλλη μέρα,

την κοιτάς κατάβαθα κι όλος ο εαυτός αναδύεται

με βάθος ημερών που ενώνουν φως και σκοτάδι

που τούτη η μέρα μεγαλώνει περιέχοντας

κι όλο το βυθό που έφτιαξε το απεριόριστο

Το παν κατακλύζεται από παρουσία

Η καρδιά του σκότους παραδίνεται ανοιχτή

Το έρεβος δηλώνει τα ακαταδηλωτα γιατί όλα είναι ένα.

Μυστικό τραγούδι που δεν τραγουδήθηκε ποτέ

σε τραβά στη σιωπή του κόσμου

Όπου ακούγεται η φωνή του όντος

διαπεραστική, εκκωφαντική, σκοτώδης.

Ζόφος. Γνόφος. Σκοτεινός άγγελος με τη ρομφαία του

ήλιο

Αν είσαι έτοιμη για ίλιγγο μείνε!

Θαλάσσιος πυρετός

Δαγκωματιά από έρωτα.. να δαγκώσω ,να πιω ,

να ρουφήξω ,

γνήσιο μύδι .από σάρκα

Κάτι περπατάει κάτω απ το δέρμα έρπουσα φωτιά

εκεί κι ο ήλιος πήρε απ τις φωτιές λίγο να μαυρίσει.

Αν το βλέμμα βαθαίνει λίγο τις καμπύλες σου,

πόσο μάλλον το φως που αντλώ απ το σκοτάδι σου

βαθαίνει τις σημασίες του κορμιού σου,

λεπτές γωνίτσες του περιγράμματός σου,

ελαφρύ γαργάλημα στο κρυφό κοίλο της μασχάλης,

των έσω μηρών, κάνουν τα φύλλα της νύχτας να ριγούν

να σπαταλιόνται για χάρη του σκιρτήματος

που ξαναφτιάχνει το σώμα από την αρχή

ταιριάζοντας το σχήμα της νύχτας στη δική σου αποκά-

λυψη

Όλα τα πέπλα σού ταιριάζουν,

τα γδύθηκες και σε ποθούν

Σολομοί σπαράζουν, το τοπίο τρέμει

θανάσιμους έρωτες

*

τόξα της ζωής

Πήρα στα χέρια ένα πρωί το πρόσωπό σου.

Τόξα της ζωής είναι τα κορμιά,
στο μισοφέγγαρό τους σμίγει δοξάρι το άπειρο
τα σπλάχνα μας δρομολογεί και φέγγουν

Σε ακόνιζα στο πράσινο ακόνι της σελήνης,
σε ακόνιζα στο φλόγινο τροχό του ήλιου ,ω μνήμη,
να μάθω τον καιρό με χρώμα με χώμα λαμπερό και

μαύρο
Έμπηγε ο αιώνας ατσάλινο φτερό,
με έμαθες, με έπλαθες ν αντέχω στύγας νερό
βάρκα να ρίξω να στερνοκολυμπώ
άγριες νύχτες στο πολύ της θάλασσας
απο τη στεριά σου καθώς με αλαργεύει
Με το κουπί σε πίνω, σε λιγοστεύω,
όταν με στρέφεις σε λιμάνι μιά καρδιά

Μέσα στο μαύρο ολκάδα η ζωή και δεν λυγίζουν οι α-

νάσες,
όταν της φωνής σου ακτίνες, όταν χτυπά στο μαύρο ο

ήλιος
κι η θάλασσα την πλάτη τού γυρίζει ,τρέχουν τα κύμα-

τα χωρίς να βρίσκουν το σκοπό,
στ’ αυτιά μου μουσικές ωκεανίδες και μοιάζουν στα

τραγούδια σου
Έφηβοι των Αντικυθήρων, το αίνιγμα σας χαμόγελο κόβει

δρόμο για τον ήλιο

Φωνή από νύχτα μυστική μες στα βασίλεια της σιωπής

με σιγοφέγγεις
Ύπόγεια ρεύματα μας ενώνουν κάτω από χίλια βουνά: εί-

σαι νερό μου

Τα μαλλιά σου νύχτα λύνεις βρόγχοι πλέκονται σαγήνης
(Ξέρετε ,Κυρία, η ευαισθησία είναι θάρρος.
«Δεν σπάζει με την πέτρα η καρδιά «)
αγάπη, λένε, τα μάτια σου

Για τα πουλιά είναι ελαφρύς ο ουρανός,
στα μεσημέρια μου γκρεμοτσακίζεται ο χρόνος,
σκοτάδι μέσα μου και πόνος, είμαι με γόνατα λυμένα
Ερημική βασίλισσα με γαλανό και άλικο είσαι εσύ το

ζεστό που ζω

Εκεί ήταν δέντρο μοναχό, κόκκινο η φύση φόρεσε χα-

μόγελο,
μετείκασμα ήλιο στόχευες, τι σόι θεοί σε πλαστουργούν;
Τα μεσημέρια της θλίψης τι θα γίνουν τα μεσάνυχτα στης

μνήμης τα σκαλιά;

Πήρα στα χέρια ένα πρωί το πρόσωπό σου

*

σιγή ισχύος

Της ποίησης η λύρα
έιναι κουρδισμένη
απο τον ίδιο το θάνατο

Ό,τι χάνω
με βρίσκει στην καρδιά

*

VI.

Σταυραδέρφια

ΌΛΟΙ οι ποιητές μου σταυρώθηκαν στα δάση της τρέλας,

τους κατέκλυσε το μαύρο τα άφατα ρήματα

Είχαν γοργόφτερο βηματισμό οι ποιητές μου

Ανεμισμένες οι χαίτες τους τα βράδια ξεχύνονται

με ποδοβολητό κι οργώνουν της νύχτας μου το μαύρο

Κατακρούουν τον κρανιακό θόλο με γοργές επελάσεις

Αυτοί οι ποιητές μου οι αδερφοποιητές μου

Από το μεσονύχτι τους ορμούν και καταλάμπουν

σα σε βαθύ μεσημέρι

Δεν έχω τι να πω στ αδέρφια μου της νύχτας

το μαύρο τους κρασί με κερνούν

από ασημόφεγγη κύλικα και καλπάζουν μες το γέλιο

Με περιχύνουν με τα χίλια αστέρια της γλώσσας τους,

οι τρελαμένοι αδερφοί μου – κι εγώ αντίδωρο δεν έχω:

Τους δείχνω τότε τη Σεβαστιανή αδερφή

για να σωπάσουν το γέλιο τους που με κρούει θανατερά

Τότε σωπαίνουν. Τους παίρνει η ησυχία της νύχτας

και τους ξημερώνει .Ίσως να ευτυχούν τότε

και να γυρνούν στο σήμα τους ,οι σηματωροί

Ίσως να πήδηξαν μες απ τα δάση της τρέλας τους

Σε γαλανή πατρίδα. Ίσως να τους πήρε το γαλανό

του ουρανού και να τους καταδεχτηκε

*

τώρα τα άστρα είναι δικά σου

Ένα πεύκο σάλευε στα λευκά του
στα γαλάζια του
Νανούριζε τις βελόνες του
την καφετιά κίσσα
Κι ο άνεμος
Κι ο άνεμος δεν ήταν μ εμάς

Έφυγες ένα πρωί σαν σε ταινία
Του Ταρκόφσκι
Στροβιλιζόμενο φύλλο φθινοπωρινό
στους εφτά ουρανούς.Και άνεμος
και άνεμος δεν είναι μ εμάς

Γιάννινα 22.6.08

*

φέτα ουρανός

Δε χάνει χρώμα ο ουρανός όσο αν ξυλευτεί

βρέχει μια γαλάζια βροχή

ποτίζει μπλούζ την ψυχή

πριν προλάβεις να κάνεις ευχή

γεμίζει αστέρια τη γλώσσα σου

Περιμένοντας τη λέξη σου

σκύβω στον καιρό

λωρίδες ουρανού μαζεύω

ένα αστέρι

ουρανό σκοπεύω

νάχουν τα τραγούδια το σκοπό τους

*

χαραμάδα

Όταν μπαίνω στην πόλη, στη μέσα πόλη, εκεί που νοιώ-
θεται
του πλήθους η βουή, εκεί που νοιώθεται η ένταση της αγο-
ράς,
εκεί που οι αρτηρίες της πόλης σφύζουν, εκεί που η πόλη
ένταση είναι.
Νοιώθω πρίγκηπας. Όλα λες γίνονται για μένα. Βιτρίνες,

πωλήτριες, αγοραστές,
εμπορεύματα, εκθέματα, κίνηση αγοραπωλησία, δρόμος,

πεζόδρομος, κουβαλητό,
ξεφωνητό, αμάχη, καφέδες, καφενέδες, μπαρ, οινο-

πνεύματα, πνεύματα, ξεθαρρέματα,
ερωτισμός κι επίδειξη, σε αγοράζω και σε πουλάω, κάθε

πτυχή σε τούτη τη μεγάλη
μέρα σε τούτη τη μεγάλη πόλη, σε οδούς του παζαριού α-

τελείωτους, ότι κι αν πεις,
ακόμη αν το ειρωνευτείς το γούστο είναι μεγάλο, απέραν-
το, τεράστιο.
Ναι, γίνονται για μένα. Όλοι τα προσπερνούν, όμως εγώ

τα ζω με προσοχή. Τα κάνω
πραγματικότητα κι έτσι υπάρχουν για πρώτη φορά, πρω-

ταγωνιστές των ματιών μου μοναδικοί.
Όλη η πραγματικότητα πρωταγωνιστεί για χάρη μου ! σε

μια δωρεάν ταινία από
καθαρή πραγματικότητα. Εγώ κι η πραγματικότητα,
κι ενδιαμέσως τίποτε λές και προβάλλει απ’ το κενό. Το
κενό
γίνεται μηχανή προβολής χωρίς να επαναλαμβάνει σκη-
νές, χωρίς μοντάζ…
Ακούς την Κατερίνα στην Έφταχάλκου ! Α, εκεί στα ωραία
μπαράκια,
η έκθεση ούτε που την ένοιαξε πάρεξ για το είδος Μπαρ
που λειτουργούσε
οι αγοραπωλησίες της τέχνης έχουν μια χροιά που δύσκολα
τη μαντεύει ο αμύητος .

*

η διττή αγορά

Χείλη που περπάτησαν το σώμα του έρωτα
χείλι που περπάτησε της πίκρας στόμα
χείλη που ήταν του έρωτα η τιμή
τιμή της πίκρας έγιναν, τα ζήλεψε ο πόνος.
Το σκούρο κόκκινο βαρύ επισκιάζει μπλάβο
εκεί βαθιά δοκιμάζεται η λεπτή διαφάνεια ;
έχουν την προτίμησή τους οι αντιθέσεις ;
η αντίφαση ζωή βαδίζει στην κόψη αυτών των χειλιών ;
χειλιών που ξέρουν ν’ αγαπούν και να πεθαίνουν
χειλιών που γνωρίζουν να προσδοκούν και να σωπαίνουν
χειλιών που θηλυκιά η μνήμη μέσα στα μέλλοντα γεννά

*

συμπτώσεις

Γύρνα φτερωτή σελίδα να περάσω το γκρεμό.

Ήπιαμε από την κούπα της καθαρής αιωνιότητας
Είδαμε το πρόσωπο της μέδουσας στο αντικρινό μπαλκόνι
Εν σπουδή ο θάνατος μας κατήχησε στη σκοτεινιά του
Από αόρατες επάλξεις εισορμώντας και διαρπάζοντας
Αινιγματικές φυγές σε θέατρο σκιών θηλιές εξ ουρανού
Της απόγνωσης το ποτήρι σε στραγγισμένο νου
Όμως όπως και να το πεις στον κόσμο είναι παράπονο
Και νύξη αδυναμίας να ζήσει να ελπίσει
επιλέξαμε τη σιωπή
Επιλέξαμε τη δοκιμή, φυγοδικήσαμε στον κόσμο της έκ-

φρασης
Όμως επιλέγοντας σιωπή ανεβαίνει μπροστά μας
με σημασία παγόβουνου.
Καμιά αισθητική δεν κάνει μέριμνα για κει… νιώθεται α-

μυδρά
Στην καταιγίδα του Τολέδο, σε πρασινοκίτρινο χολής στο

ωχρό
Του μπρούτζου και στο κάτι τρελό του χουρμά που εφορμά
Στον ουρανό παρέα με τον κεραυνό,

Γύρνα μέρα γύρνα ώρα γύρνα χρόνε.

*

της μιας φοράς που ανθίζει

Απαγορέψτε τον άνεμο
υλικό κρότο που δανείζει
στο διάφανο
ώρες που γέρνει το σκοτεινό
πάνω στα βλέφαρα

Μες τη λαχτάρα του αλλιώς
άοπλος βαδίζω
κι όλα τα σκοτεινά κύματα
υποχωρούνε
χάνονται
απλά φάσματα στερημένα
την πρότερη ισχύ
Του αλλιώς που λαχτάρισα είμαι φίλος

Η σκαλωσιά που με κρατά είναι ρυθμός
στα μήκη των απείρων
πέρα από τέχνασμα
Ύπαρξη γεμάτα
φλογερά μάτια αγγέλων επισκοπούσαν
Του αλλιώς που ανοίγει μυστικά
όταν το άπειρο συντελεί μέσα μου
όταν γίνω
ένα με την καρδιά της γης
πυρακτωμένο
δεν θα είμαι κι εγώ φως;

*

τυφλό πανί

Το φως σε κόμπους
τυφλό  πανί

Βλέφαρα του Άδη σκοταδερά
άπιαστα μήκη λίμνης άφωτης
καίνε φωτιές στις όχθες και στα έγκατα
γεννούν σκοτάδι πικρό και κρύο
γρυλίσματα εκκωφαντικά

Στο σύνορο έλα
μέσα στο δάκρυ που κυλά ένα φως
κόσμο ανοίγουν και μας φωνάζει
-θεοθανάτοι

Στη μεγάλη ησυχία θα χαθώ
στο φίλημα του νερού η πέτρα
ήτανε μες στα θάματα
κι εγώ άντρας κατάγυμνος

Το φως σε κόμπους
τυφλό πανί.

                          Γαρδίκι 11.4.09 _Ε_

*

δυσμικός ήλιος

Σπούδασα μύθο, χώμα και φως

Ήπια κρασί και τσίπουρο
Το ζωντανό του κόσμου είδα.

Με άγκυρα και με πυξίδα
Και το πανί μου στέριωσα καλά

Πάτησα πόδι στ ’ανοιχτά

Μισόκλεισα το μάτι στον ήλιο που κορόιδευε.
Κύμα το κύμα πέρασα τις χίλιες δεκαoχτώ αυλακιές
Ξημέρωνε ένα κίτρινο χρυσάφι στις δυτικές ακτές.

Είδα τους ταύρους να οργώνουν

στ’ απόσκια και στα ξέφωτα.
Σ’ ένα μαντήλι χρυσό κυδώνι έκοψε μαχαίρι

Αόρατο το χέρι.
Ακόμα νοιώθω τη στυφή του γεύση

Και το χρυσάφι στο μυαλό μπηγμένο
Ποιος είπε μαραγκιάζει;

Και το μαντήλι το φτενό
Το κράτησα στην τσέπη

χιλιοκαμμένο από το δάκρυ για τον ξένο μας.
Ποιο δάσκαλο να φχαριστήσω

Σπούδασα μύθο, χώμα και φως.

Όσο και να λοξοδρομήσει το κύμα, στην ακτή
θα σπάσει τις ακτίνες του το ανήριθμο γέλιο του.

Η μήπως είμαστε εμείς το καύσιμο υλικό του χρόνου,
Κι ο κόσμος στάχτη κι αποκαΐδια

*

από γλώσσα είναι και οι άλλοι

Ήθελε χρόνο πολύ να ρίξει ρίζες η μνήμη την αλλαξιά της
να πιάσουν τόπο τα νερά τα παραλοϊσμένα
να φέξει καλλίτερος καιρός
να δούμε τα πραγματικά λαβώματα
να πλυθούνε οι πληγές
γιατί στερεωμένο δεν έχει ο κόσμος τίποτε
μήτε τη χάλκινη κουρτίνα
μήτε εκείνη στα σύνορα τη σιδερένια.
Ήθελε χρόνο πολύ να ρίξει η μνήμη αλλαξιά.

Τα κρυπτικά της τέχνης μονοπάτια φράζουν τις τρύπες,

ελεούν τις ξηλωμένες τσέπες , χτενίζουν ψέμα ,

σκορπούν αποχτενίδια του καιρού,

καήκανε οι γέφυρες μαζί με τη σκούφια του πειρατή.

Το βίωμα κρατιόνταν κάτω απ τη θεωρία
που είχε πλαστεί μακριά αλλού
κι είχαν πιαστεί στα δόκανά της οι ψυχές,
μανταλωμένα τα κιτάπια κι ο κόσμος έβραζε.
Όμως τα νήματα που έδεναν τον ένα με τον άλλο
μπλεγμένα κι αξεδιάλυτα,κουβάρι,δεν έβγαζες άκρη,
κι αγκίστρι το συναίσθημα στην ψυχή,
τώρα δεν είναι ώρα κοπής.
Τώρα η φωνή δεν πάσχει στα σύνορα του δόλου
Τώρα οι άνεμοι αλέθουν ξαμολυμένοι του Αιόλου

Προσπαθούμε να φάμε μα δεν μάς έχουν σερβίρει μαχαιροπήρουνα,

θα πεθάνουμε στην καρέκλα μας λόγω ετικέττας.

*

omnia vincit amor

Και στα πιό σκοτεινά του κόσμου γυρίσματα

από μιάς αρχής,από τα πιό αρχαία βήματα

κυβερνά ιδιοσυγκρασία

βάζω στα λόγια υγρασία

Τώρα είναι πιό δεινή η θέση,τώρα στο λιόγερμα

που ο πανικός της δύσης εικονικά τα δείχνει μα την αλήθεια

και χάνουμε την ουσία -το χέρι ψάχνει για μεδούλι-

βάζω στα λόγια υγρασία

Που πέφτει το όνειρο με ίδιες λέξεις

κάνει να μοιάζουν και οι εικόνες;

Ή έχει ο χρόνος μιά χροιά που όμοια βάφει

καταπραΰνουμε των πόνων τα βάθη

κι αντλούμε από την ίδια εστία φωτιάς

και ηδονές που ανεβάζει καυτός νοτιάς

Κι όπως διαβάζουμε τον κόσμο δια του ανθρώπου

ψάχνοντας στο τραύλισμα τι θα πεί τ ονειρό του

αρχαία φωτιά και νέα φωτιά ξανακοιτάμε

το αίνιγμα συχνορωτάμε

Δε θα πεί μ αυτό το συχνοανέβασμα πως βατός ο δρόμος

Τρέχει από τα νύχια μας ο χρόνος

Μη ζητάς ό,τι δεν πέτυχαν οι αιώνες να το πετύχεις μόνος

Τρέχει από τα νύχια μας ο χρόνος.

Ακόνι θανάτου τροχίζει νού και νού

 Τί είναι η ποίηση για εσάς;

Να πώ τι είναι ποίηση;Προτιμώ να πω τι δεν είναι.Αλλά δεν θα μας φτάσει το χαρτί,ακόμα κι αν κοπούν όλα τα δάση της Ιάβας ,και θα είναι πολύ κρίμα.

Τώρα που το παρατηρώ,η απάντηση αυτή,μπορεί να έρχεται από κάποιο χώρο εντός, μή συνειδητό,μου θυμίζει τους αποφατικούς,αιφνιδιάζει ευχάριστα.

Να πώς όριζε την τέχνη,ο μόνος που το τόλμησε,ο Πλάτων: “ουκ όντως όν όντως εστίν όντος εικών”.Ορίζει δηλαδή την τέχνη ως ένα ειδωλικό όν,κάτι που είναι ταυτόχρονα όν και μη ον,υπάρχει και δεν υπάρχει όπως το είδωλο του καθρέφτη,γιατί μέσα στη συνειδησιακή μας περιοχή μπορούμε να συλλάβουμε ένα αντικείμενο χωρίς να είναι υπαρκτό ή ανύπαρκτο.Όμως η τέχνη αυτό ακριβώς το ειδωλικό αντικείμενο, το καθιστά πραγματικό ,του δίνει τη μορφή της τέχνης.

Μέσα από ένα δάσος σύμβολα αναδύεται μια ιδιότυπη μουσική, αυτήν ακούει ο ποιητής και μεταπλάθει με λέξεις.

Πιστεύετε πως το ποίημα γράφεται στο παρόν αλλοιθωρίζοντας στο παρελθόν; Πόσο μπορεί να μάς εκφράσει ένας μύθος ή η ιστορία σήμερα;

Το ποιητικό δοξάρι παίζει ταυτόχρονα στη γλώσσα και στον κόσμο .Η ποίηση είναι σιωπή, σιωπή που ακροάται την ανάσα του παντός.Βάθος της είναι το θαύμα του μύθου επιφάνεια η λέξη.Ο Έλληνας ποιητής έχει μια μακρά ιστορία πίσω του ,είναι διπλά χρεωμένος στο μύθο.Στη γλώσσα μας έλαβαν υπόσταση έργα,μεγάλα και πολύ μεγάλα.Πώς να τα ξεχάσει ο σύγχρονος ποιητής χωρίς να τον καταδιώξουν οι Ελικόνειες;

Δεν σε καθιστά έγκυρο να κρίνεις τι ακριβώς πλούτο μεταφέρουν οι κοινωνίες της ενδοχώρας που αποσύρονται,γιατί είναι πλούτος υπόγειος όπως εκείνα τα νερά που δίνονται σε πολλές κρήνες από κινστέρνα,και πολλά είναι κρυμένα οπώς σχέδια σε ένδυμα φτωχικό.

Η αυθεντική ποίηση είναι ανέκπτωτη,έρχεται με το βήμα της θύελλας, ξεσπά σαν νυχτερινός κεραυνός, με αλλεπάλληλα εξαίφνης γράφεται σαν από μόνη της.Μας φωτίζει για μιά στιγμή που διαρκεί αιώνια.Τέτοιο είναι το θαύμα της.

Τα πράγματα είναι βουβά όσο ο κόσμος.Της ποίησης όλες οι πηγές είναι κρυστάλλινες.

Πώς δει ποίησιν συγγράφειν παραφράζοντας τον Λουκιανό

Το ταλέντο είναι φυσικό ,αλλά και μια γόνιμη γη δεν παράγει τίποτε αν την αφήσεις στην τύχη της και επιστρέφει στην άγρια φύση,ευφυΐα είναι το καλλιεργημένο θράσος,κατά το φιλόσοφο.

Το καλλίτερο παράδειγμα το έχουμε από το Δάντη,ο οποίος συνέθετε προφορικά βαδίζοντας και καθόσον ήταν εξόριστος πηγαίνοντας από αυλή σε αυλή Εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν γραφεία,αυτή η αγαπητή στον Κάφκα μεταφυσική είκόνα από σειρές γραφείων,ειδικά τη Δίκη του τη διαπερνά μια αύρα γραφείου.Τώρα το πώς πρέπει να γράφει κανείς πάλι δεν έχει πώς.Γράφει.Το ζήτημα είναι να έχει την κριτική αίσθηση να σβήνει. Όπως συχνά λέγεται με το σβηστήρι γίνεσαι συγγραφέας.Τα καλλίτερα ποιήματα,και τέτοια είναι τα ποιήματα ωριμότητας συνθέτονται από μέσα.Με εσωτερικό ρυθμό και πνοή.Ένα καλό ποίημα έχει σύλληψη πνοή αίσθηση γλώσσας ρυθμό,εσωτερικό ρυθμό,που τον δίνει η συγκίνηση.Τρία πράγματα ξεχωρίζουν τον ποιητή.Η ιδέα για τον κόσμο.Η εικόνα για τον κόσμο.Η αίσθηση για τον κόσμο.Όλη η ποίησή του μοιάζει με αστερισμό που τα σκοτεινά του σημεία έχουν αρκετό ευρος ώστε να αναπνέουν οι εικόνες .

Η τέχνη της γραφής είναι ένα πράγμα,η τεχνική ένα άλλο,σαν την καμπύλη στα μονότοξα γεφύρια που γίνεται με διαβήτη αλλά και με νου ,με έμπνευση ,αλλά και μαστοριά,άλλος πελεκάει την πέτρα άλλος έχει την ευθύνη της.Το χέρι πρέπει να μάθει να φτιάχνει.Το μάτι να εξασκείται να βλέπει.

Η πένα να χορεύει ανάμεσα στα δάχτυλα όπως ο άνάπηρος ανάμεσα στα δεκανίκια .Πάρε τη λέξη κι έλα.

«Πρέπει ο νους πρώτα να συλλάβει και έπειτα η καρδιά θερμά  να αισθανθεί» έλεγε ο Σολωμός. Εσείς τί πιστεύετε;

Πρέπει να σκύψει κανείς κατω από τις επιφάνειες των πραγμάτων ,να βουτήξει στη γλώσσα ,αν όχι να την αφήσει να τον συνεπάρει ολόκληρον,κι όταν επιστρέψει έστω με ένα φύκι να δει τι θα κάνει μ αυτό.

Υπάρχουν πένες που δεν μπορείς να τους υπαγορεύσεις πώς θα ξυθούν,πολύ περισσότερο πώς θα ξηγηθούν.Πρέπει η πένα να αναμετριέται διαρκώς με το τί χαράσσει.Το στοίχημα της γραφής ξαναμπαίνει διαρκώς.

Τί πρέπει να περιέχει η φαρέτρα του ποιητή ώστε να μπορέσει να επικοινωνήσει με τον σύγχρονο άνθρωπο;

Ο ποιητής φέρει κάτι αφ εαυτού,κι αυτό έχει να καταθέσει.Την ατομικότητά του και μια νέα αντίληψη για το εν τω κόσμω υπάρχειν.Αν δεν υπάρχει αυτό τίποτε δεν θα μπορέσει να τον κάνει ποιητή.

Σχεδόν καταγίνεται με το άπιαστο, σε σκέψεις ιδέες εικόνες.Κοσμοεικόνες.Μες στην πηγή και η δίψα να μην τον αφήνει ,να τρομάζει τα νερά και να υποχωρούν ,τα δέντρα να σηκώνουν ψηλά τα κλαδιά κι εκείνος αιώνια να χάνεται λες σε όνειρο.Δεν είναι καλόδεχτα τα ποιητικά αστεία.Το στοίχημα του γράφειν δεν έχει κανένα κέρδος πέραν της γραφής.

Το ποίημα είναι ένα θαλασσινό γεφύρι στεριωμένο πάνω απ το χρόνο όπου συναντιούνται οι ποιητές ,ο ποιητής δεν κάνει ότι γουστάρει ,αλλά δεν ακούει και προσταγές.Οπωσδήποτε μια βαθιά και πλατιά επικοινωνία με τους ομότεχνους είναι εκ των ων ουκ άνευ.Ύστερα μια ενημέρωση με σύνολο το επιστητό αν όχι εμπεριστατωμένη μελέτη.Η ανάπτυξη και καλλιέργεια της κριτκής αίσθησης Και όλα αυτά επί τω έργω.Ταυτόχρονα πρέπει να μάθει την τέχνη του.Να καλλιεργήσει το γραπτό λόγο,να μορφωθεί να καταγίνει με τα σύνεργα της τέχνης του.Να κάνει οικείο το αίσθημα του κόσμου και του καιρού .Να μάθει τον κόσμο με τον καιρό και το χώμα.Τίποτε δεν πρέπει να του είναι ξένο.

Ποιούς θεωρείτε προγόνους σας ως προς την ποίηση;

Ο κατάλογος είναι μακρύς.Είναι οι αρχαίοι ,είναι οι ύμνοι των μέσων αιώνων είναι τοδημοτικο τραγούδι ,αυτο το κουρελάκι της τραγωδίας με την ανυπολόγιστη συναισθηματική αξία,είναι οι ποιητές της νέας Ελλάδας με την κατακόρυφη έμπνευσή τους.

Είναι οι Ευρωπαίοι ,είναι οι ποιητές του κόσμου.Και μέσα σε αυτούς οι ειδικές αγάπες.Κάλβος.Χαίλντερλιν Λωτρεαμόν .Αγαπώ τον Γ. Θέμελη,τον Δ.Παπαδίτσα,τονΑ.Τραϊανό.Πολλούς νεώτερους.Κριτήριό μου για το άξιο έργο είναι η σωματική μου αντίδραση.

Να μεταστοιχειώνεις.όπως το μαρμάρινο άνθος του Πωλ Σκλάβου στους Δελφούς να μεταπλάθεις το φως.Αυτό ήταν που είλκυε τον Δ.Παπαδίτσα κι ας τον είχε αδράξει το σπήλαιο της Πάτμου οι υγρές πέτρες του,εδώ το φως ξάστραφτε στις φωτερές πέτρες,Θυμίαζε το χάσμα ο λάλος αρμός έχεε χθόνια χρόνια πέρασμα.Καταβοές.

Αν δεν καταλάβεις πόσο παιδιά ήταν και είναι οι ποιητές ,αρχίζοντας από τον Όμηρο ,και σε αυτό το μήκος κύματος να συνομιλήσεις μαζί τους,η ποίηση δεν θα σε κατηχήσει ,δεν θα σε κατοικήσει,ώστε να καταστεί σύνοικος εσαεί,ενηχήσεων φίλη.”Αγαπατά δε καιρού μη πλανηθέντα προς έργον έκαστον των αρρειόνων ερώτων επικρατείν δύνασθαι”

Σε κάποιο ποίημά σας γράφετε» Μπαίνει στον στίχο ο,τι ήδη έχει μπει στις φλέβες». Θα θέλατε να μας εξηγήσετε την σχέση ποίησης και εμπειρίας;

Μπορέσαμε να βαδίσουμε στο μονοπάτι των σκεπτικιστών και των σοφιστών.Αναπνεύσαμε το σύγχρονο βίο με τα παιδιά της αττικής στους παλιούς δρόμους,νιώσαμε το φιλικό τους χνώτο,μας πήρε η αγκαλιά της πένας τους μες στι σελίδες που τυλίγονται όλοι οι άνθρωποι του βιβλίου από καταβολής.Πολύ και λίγο.(Το δαιμόνιο που σκέφτεται και ποιεί μέσα τους εσωτερικό μουσείο)

ένας νόμος .ελευθερία.

Ποτάμι που έχει τις πηγές του σε σκοτεινό κευθμώνα , όχθοι από γρανίτη και όνειρο,φαντασία και λόγο, και ξεπετάγεται μπροστά σου ξαφνικά ο τίγρης του Τσέσλαβ Μίλος κουνώντας τη ουρά του.

Γιατί ο ποιητής στην ελευθερία του είναι κόσμιος,νηστεύω τον κόσμο,κορεσμένος στα μετακόσμια.

Τη μόνη πίστωση που κάνει ο ποιητής είναι ελευθερία.

καθώς γίνεται ο ίδιος ένα φλογισμένο βέλος

που χτυπάει στο σκουτάρι του ήλιου-

Κάτι εμβρυώδες.Φύτρο.Είναι μια διάθεση,κάτι θυμικό,σε καταλαμβάνει ζητά να δώσεις λέξεις.Μερικές φορές γίνεται αυτόματα,πολλές φορές γίνεται δύσκολα.Με τα πολλά γεννιέται.Δεν είναι πια σε σένα,σε αποχωρίζεται.Γίνεται ένα με τη μορφή.Παίρνει τη μορφή ποιήματος,δίνοντας ότι έχει στον κόσμο.Είναι.

Ω θαυμαστή Αθήνα μου τα τείχη σου

με περιορίζουν,κι απ τα λιμάνια σου

τίποτε δεν αναχωρεί

Να χαίρεσαι το αττικό φως

και τους ξεκοιλιασμένους λόφους σου

Να χαίρεσαι τους χορτάτους σου,ματιά

δεν ρίχνουν πανω σου,δεν σε καταδέχονται.

Τις πολυκατοικίες σου να χαίρεσαι,

θαυμαστά κάθετα χωριά.

Σε κάποιο άλλο  ποίημά σας χρησιμοποιείται την παρομοίωση με τον διαβήτη την οποία πρώτος τόλμησε ο μεταφυσικός ποιητής Τζον Ντον. Πιστεύετε πως η ποίηση εμπεριέχει στοιχεία μεταφυσικά;

Το θεϊκό κι το αντίθεο δόθηκαν μαζί στον άνθρωπο.Πρέπει να παραδεχτούμε ότι δίπλα στη δημιουργικότητα είναι η καταστροφικότητα ,όπου είναι το καλό εκεί δρα και το κακό.Τίποτε δεν είναι φυσικό στον άνθρωπο.Ο άνθρωπος είναι εξ ορισμού υπέρβαση της φύσης.

Η ποίηση στις πρώτες της φανερώσεις ήταν προσευχή ξόρκι ξεμάτιασμα ευχή κατάρα.Την συνήγειρε ένα ρίγος καταγωγικό,είχε μια συναισθησία με τα πράγματα που τους γύριζε τον αντίλαλο Στο ρόχθο της θάλασσας του μιλούσαν σειρήνες.

Στη φύση του ρόδου είναι να γίνεται στάχτη,η τέχνη όμως έστω κι αν η ύλη που την στηρίζει παραπαίει, έχει ισχύ πέραν του φυσικού.

Το ενέργημα του δάσους: Η συγκίνηση του τοπίου αυτό καθεαυτό είναι ανέφικτη χωρίς ανθρωπομορφισμό.Μου αρέσει το ρυάκι,το βρίσκω χαριτωμένο γιατί πληροί τις προϋποθέσεις που του ζητώ:σιγομουρμουρίζει,είναι δροσερό,έχει αστραφτερή χροιά,είναι ανάβαθο,κατάλληλο εν ολίγοις να με τέρψει και να με ξεδιψάσει.

Όταν αίφνης ένα λευκό πόδι γλιστρά στα χαλίκια όλα τ’ αλλάζει.Τότε η φωνή του δάσους ακούγεται σαν αλλαλαγμός,σαν αντίχτυπος στο δικό σου χτυποκάρδι.Το δάσος υποδέχεται την Άρτεμη με αλλεπάλληλα ρίγη κι αλλαλητό.

Όλα ριγούν σαν ξέφωτο:Αυτό είναι το φωτοστέφανο του Είναι.

Αυτόν που τάραζε φωτιά ,ένα κομμάτι φωτιάς η καρδιά του και ο νους του φλόγα”

Η λέξη και το πράγμα δεν κόπτονται, υπερβατό το Είναι επιστρέφει,κάτω από τα ανοίγματα απόκρυφων στίχων, λαμπει στο κενό.Αυτή τη φορά το ποίημα έκανε διάνα.

Το είναι των όντων είναι στα όντα.Δεν ξεχωρίζει ο χρόνος τους παρά γραφικά μόνο.

Το άγνωστο.Νά.Άνθισε.άγνωστο άνθος.ανθίζει.

Με την καρδιά του.Δεν ζήτησε κανείς να το δεί.

Τί γνώμη έχετε για την ποίηση στο Διαδίκτυο;

urbi et orbi

Σε κάθε πράξη , η πρωταρχική πρόθεση του προσώπου που δρα είναι ν’ ανακαλύπτει την ίδια του την εικόνα”(Δάντης).

Μασώντας πληροφοριακό χόρτο φλούδες και τσόφλια, γίνομαι ένα με το πάτωμα.

Φωτεινές συσκευές κλωσάνε ονειροφαντασιές, ψυχών κοιμητήρια ,η πληροφορία έμπασε το μηδέν στο σπίτι του. Όλο και λιγότερα για όλο και περισσότερα, μόρφωση. Όλο και περισσότερα για όλο και λιγότερα ,ειδίκευση.Μέχρι να μάθεις τα πάντα για το ,τίποτε.

Το πληροφοριακό παραπέτασμα είναι αόρατο, ο αφρός του δε χρησιμεύει παρά για να σκεπάζει .Η πληροφορία είναι σε αφθονία όπως το χορτάρι σε κάθε σημείο του πλανήτη,που έπαψε πια να είναι γη.Η τεχνολογία ελέγχου των συνειδήσεων δεν είχε ελπίσει ποτέ να είναι τόσο αποτελεσματική. Έλέγχει ακόμα και τους τεχνολόγους της και τους προφήτες της.Όγκοι αφρού κατακλύζουν το βλέμμα.Δεν είναι πια το θεαματικό που κυριαρχούσε τις σχέσεις και την κοινωνία.Είναι οι σαπουνάδες του.

Φρονώ ότι το διαδίκτυο είναι ένας διπλασιασμός σε εικονική μορφή του πραγματικού.Εκείνο που θα δεινοπαθήσει προσεχώς είναι το έντυπο.Αλλά στην προοπτική του το Βιβλίο θα επιστρέψει όπως βλέπουμε να επανέρχεται το βινύλιο.Είναι ο νόμος της αμεσότητας.

Το διαδίκτυο θα μπορούσαμε να πουμε παραλλάσσοντας διάσημη φράση του Σαρτρ προηγείται της ουσίας.Δεν προηγείται όμως της ύπαρξης.

Η ποίηση είναι κάτι που έχει πολύ σκληρό πυρήνα για να αντέξει δέκα διαδίκτυα.

Η ελληνική γλώσσα αποτελεί εμπόδιο στην μετάφραση και την γνωριμία με αναγνώστες άλλων χωρών;

Ναί,με τον καιρό γίνεται φανερό πως η γλώσσα μας η νεοελληνική,έχει περιορισμένο κοινό και δύσκολα περνάει στους ξένους,σχεδόν δεν μας εμπιστεύονται ούτε στα γράμματα.Και θα είναι μεγάλο δυστύχημα ,αν η μοναδική γλώσσα συγγραφέων στον κόσμο ,η αρχαιελληνική,σταματήσει να σπουδάζεται. Τότε θα κοπεί και η νεοελληνική παράρριζα.

Και δεν είναι ζήτημα ακαδημαϊσμού στη γλώσσα,αλλά ζήτημα λόγου,χρεία μιας χώρας για να διατηρήσει την ψυχή της,την πνευματική της φυσιογνωμία.Η λογοτεχνία είναι τα κατάστιχα του ψυχισμού της,χωρίς αυτή δεν υφίσται στο χάρτη των εθνών.

Σήμερα, θα μπορούσε ένας έλληνας να πάρει Νόμπελ Λογοτεχνίας;

Οπωσδήποτε θα έρθει το βραβείο σύντομα.Ο ποιητικός λόγος έχει υψηλά μεγέθη στην Ελλάδα.Λίγο μετά την αρχή της επόμενης δεκαετίας μέχρι τα μέσα ,μπορεί να πει κανείς ότι θα μας τιμήσουν.Ήδη έχω ένα όνομα κατά νου.Και το αξίζει.

Και θα είναι κρίσιμο για τη χώρα να συμβεί το χρειάζεται απολύτως. 

Ο Έκτορας Πανταζής .Κατάγεται από την Ήπειρο .Σπούδασε στη Θεσσαλονίκη και στο Παρίσι. Βιοπορίστηκε στον χώρο των Εκδόσεων αρχικά και στη συνέχεια Σε :Κινηματογράφο,Διαφήμηση,Θέατρο,Τηλεόραση. Σήμερα ιδιωτεύει.

Έργα του:

  1. Τα πρώτα όπλα του Συμβολισμού, Ζαν Μωρεάς.(ΓΝΩΣΗ-ΠΡΩΤΟΠΟΡΕΙΑ),Μετάφραση.

  2. Βέλος στο χώμα (ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ),ποίηση.

  3. Αγριοστάφυλα σε πατητήρι (ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ),ποίηση.

  4. Επί Στροφής (ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΩΝ ΦΙΛΩΝ),ποίηση.

  5. Κάλυκες (ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΩΝ ΦΙΛΩΝ),ποίηση.

http://www.gardiki.eu/index.php/ektoras-pantazis

http://www.osdelnet.gr/results?Author_bio=1&Author=1081022

 

 

Timeo

Από τον κόσμο
έξω δεν έχει,
νωθρό μυαλό.Ο Κοσμογράφος
ξέχασε να ζωγραφίσει
το ρόπαλο του θεού
που χτυπάει τη σφαίρα του
σύμπαντος απέξω
όπως μπάλα του κρίκετ.
χωρίς ήχο.

Το τρομερό βοά

Το τρομερό βοά στις ερήμους του Τίποτε

πάει με άλματα όπως γαζέλες στη σαβάνα
όχι όπως τα καγκουρώ

μπουρίνι έρωτας σηκώνει τα φουστάνια
γδύνει ολόφρεσκα μπουκέτα κορίτσια
ξαφνικός απρόσμενος πυκνοφρύδης

χνούδι στα εφηβαία
μιά σταλιά ιδρώς στ απανωχείλη

ορατή ψυχή το σώμα της
εκεί η λέξη εκεί ο κόσμος
βγαίνει
ρίχνω απάνω της το βλέμμα

εισέρχομαι στο άδυτο
καθώς αναδιπλώνεις τον νυχτερινό ουρανό τ αστέρια συντρίβονται στο μαξιλάρι σου

*

cez87