στίχοι ημερολογίου

Henri Matisse (1869-1954)

Περνούν καραβάνια τσιγγάνικα
διασχίζουν την μικρή μας πόλη
παίρνουνε στα τραγούδια τους
τα μάτια σου

φωτίζονται οι δρόμοι της ανατολής
και σαν να στρώνονται χρυσάφι

Tώρα σαν άνοιξη με πάς

χελιδω

Ηριγόνη εαρινή συμφωνία
αργά τα βήματα με πάνε
άμμος ουρανός αστέρια ένα
δροσερά κορίτσια κλειστά μπουμπούκια
στο ανοιχτό
λίκνο γή αιθέριας αγκαλιάς
νυχτέρι
αργά τα βήματα με πάνε Ηριγόνη

-γράφω χωρίς τελείες , η τελεία ανήκει σε σένα-

 

 

αγγίζω τα φύλλα σου

 

Mαίανδροι επί υδρίας

πιθ

 

Με χτύπησε κατάκαρδα
πνοή ανυψώνουσα πελάγη
απο χείλη αγγείου χαρακιές στη μνήμη
γελαστός πυρετός ωραίος βηματισμός
μαίανδροι επί υδρίας άνυδρο ξεδίψασμα
καίει η άμμος τα πέλματα οδοιπορικό και
στίβει παλιό οπωρικό χυμώδες
«Γᾶ καρποὺς ἀνίει, διὸ κλῄζετε Ματέρα γαῖαν»

Κάστρα ανατέλλουν πίσω απ την ομίχλη
βολβοί ανοίγουν στο φως
πράσινες φλόγες πυρκαγιά πόνος ματιών
Τι κέρασμα θέ μου κατευθεία από την κερασιά ανθισμένο
γυάλιζε ουρανός στο ρακοπότηρο
-γράφω χωρίς τελείες ,η τελεία ανήκει σε σένα
και ο άνεμος στους αγρούς

 

 

 

 

 

 

«Σαν σκοτεινή βροχή»

 

http://fractalart.gr/san-skoteini-vroxi/

σαν σκοτεινή βροχή

ερωτική παραξενιά

 

Μέσα στη βύθιση πατά το μεσημέρι

σε πυρακτώδη ατμόσφαιρα το φως χορεύει

στο διάφανο στενεύει η ματιά

γύρω απ τα σώματα πάλλει φωτιά

έρχεσαι φλογισμένο σώμα και μας λύεις

κάτω απ των λόφων τα κράσπεδα

ελαίαγνος μυρίκη, στο σφυγμό μου μπαίνεις

η πόλη μας άδραξε καθώς πλαγιάσαμε

το ρόδο ανάσανε ήλιο. φως στη μέρα στερεό.

να συναντηθούν οι φίλοι μας στα χείλη μας.

 

 

ηλιακός πρωκτός

 

Μια στάμνα φως ακαριαίο

σε διαβατήρια τελετή

τα χείλη της κόλασης ασθμαίνουν

ο κοριτσίστικος πρωκτός κάνει

το εφηβικό τοπίο ν” ασφυκτιά

κάνει τους ποδηλατόδρομους τη δημοσιά

ν” ανάβουν τα λαμπιόνια τους στο ιλιγγιώδες

σύθαμπο άνοιξη αβρή των γλουτών

η επιστήμη σηκώνει τα χέρια

το άφοβο κορίτσι τ” ατίθασα οπίσθια

χαύνος κύκλος καταπίνει φως, και κόσμο,

 

μέσα στον κάδο το νερό πλένει τον νήπιο ήλιο

 

 

 

ανοιχτό μυστικό

 

Μια πινελιά καθένας μια φράση

καθώς παρακολουθείς το χρώμα του πίνακα να στεγνώνει

αλλιώς του κόσμου τρως τη σκόνη

απαράλλακτα νεωτερισμός είναι αυτό κάθε μέρα

ο τεχνίτης να ασκείται

μέσα στη δουλειά το έργο θα τον βρει

άλλο δεν έχει παρά να κινείται

προς την υπέρτατη συνάντησή του

βαθύς εαυτός είναι του έργου βάθος

διάσταση μόνη ο εγκάρσιος χρόνος η ανοδική λέξη

αόρατη λάμψη η ομορφιά των εραστών παραφορά

είναι στο βλέμμα πώς κοιτά, μηδέν που γεννά

κι είναι δίψα

ό,τι έχεις σου ανήκει όσο ο αέρας στο δέντρο

Του μεσονυκτίου ήλιος, το άλλο σου

-σε κβαντική θρασύτητα πετροπελεκητής

σάρκινος πλίνθος η καρδιά

στο ακαριαίο φώς σου που με ακύρωσε

 

 

 

αντίχτυπος

 

Στα μάτια σου ονειρεύτηκα που μεταφυσικά κοιτάζουν

τα μάτια σου που ορθάνοιχτα καλούν.

Το τοπίο έχασε το χρώμα του

άδειασε το μελάνι το χώνεψαν οι ίσκιοι

απότομα μας άρπαξε το μαύρο

άναψαν άστρα σύριξαν οι γκαζόλαμπες

στα μουλιασμένα κράσπεδα του δρόμου συρθήκαμε

δεν ήταν μυστήριο

μας έζωνε η νύχτα έναστρο κύμα

βελόνιαζαν την ψυχή θλίψεις ανάμικτες φιλιά

στο αίσθημα δώρισες το σχήμα σου

 

 

 

ρίζα

 

Να τρέφεται το ρυθμό όπως ανασαίνει τρυφερό στήθος

να” ναι σκληρό όταν μαλακώνει η γη

πρασινίζει το χόρτο οι αποχρώσεις κυματίζουν

πνοή ουρανού σταλμένη μεσημέρι

σε κατηφόρα φαραγγιού-

κάτω βοές μικροί χείμαρροι

αντιβοούν ξέφωτα

χειμώνας φέγγει με το χιόνι τις κορφές

ο δρόμος φίδι χάνεται ανάμεσα στα δέντρα-

ένα με το σύννεφο η ψυχή περνά τη ράχη

 

 

λοξά στη βροχή

 

Έσταζαν τα δέντρα μετά τη βροχή

πάνω στα φθινοπωρινά φύλλα πέφταν οι στάλλες

γλίστραγε γυάλιζε στα σύγκλαδα στους κορμούς

έβρεχε στις ψυχές πότιζε ώς το κόκαλο η μνήμη

δεν ήθελες να θυμηθείς μήτε να κλάψεις

λούφαζαν τα αδέσποτα απ” το νερό δαρμένα

τίναζαν τα νερά έπιαναν το απάνεμο

κοίταζες το νερόλακκο που φέγγιζε στο απόβραδο

στα τζάμια είχε κρεμαστεί η πόλη

με το δικό σου βλέμμα μαζί την ψυχή

μάτια χείλη ακονισμένα της αστραπής στη βιτρίνα

του κόσμου αποσπερίτης φθινοπωριάς

άφηνες στη βροχή τη θλίψη να μας ενώνει.

 

 

έλξη

 

Η θάλασσα άφαντη να σε ομορφαίνει

αργό πάφλασμα ανακλάσεις στην οροφή

απάνω σου αιφνίδιες λάμψεις

σάρωνε το ανεμοβρόχι τα κιτρινισμένα φύλλα,

σαν καιρικά φαινόμενα σμίγουμε

…………………………………

όπως βροντή τη λάμψη σε αποζητώ

πίνω τη μορφή σου ξεροσφύρι

αδιάβροχος μέσα στη λάσπη, λάμνω

 

 

 

αίσθημα μέτρου

 

Γιατί είναι ο στίχος που θα σηκώσει φωνή

διαθέσεως

να γίνει η απήχηση του αισθήματος συντελεσμένο θαύμα

έτσι η φωνή θα ενωθεί με ό,τι έχει ειπωθεί

κι απάνω της θα το πάρει γινόμενο έκφραση

 

Εκφραστική

που θα” χει τις καμπύλες και τα εγγράψιμα σχήματα

παρμένα με χάδι

υμνητικά της ύπαρξης σημάδια

και να σημαίνουν

το αίσθημα αγκυροβολεί εντός με σταθερότητα

στο διάφανο βυθό σημασία

στο αέναο κύμα σημαδούρα

 

Γιατί μ” αυτό συναίσθημα μου παίρνει

η πόλη τα μυαλά

σκιρτούν εντός πολύκλαυστοι θρύλοι, σκιρτούν

καταβολές ανοίξεων παράδοξων

παρέλαση σκιών ζητούν το αίμα

η λέξη σε φλόγωση στη φλέβα

αμάραθος

στη βροχή σε μεθά.

 

 

 

ερωτική σπορά

 

Τα τζιέρια φλέγονται

καίγονται βλέφαρα στην ομορφιά

τα νόστιμα τα μελανά σβουριχτά μελτέμια

μέλαν ύδωρ του φιλιού

με τη μισή ζωή στου εραστή το αίμα

την άλλη μισή

μαύρο απ” το χρώμα του στη φλέβα

έτσι διέσχισε το στίχο του

άρπαγμα ζωής που διαιρεί

 

Με τέτοιο σπέρμα η πένα του κυλά στο γράμμα

βαρύ το αίμα στης κομμένης του ζωής το δράμα

ασπρόμαυρη φωτογραφία η μνήμη που πονά, σύρμα στη φλέβα

τραγούδι ματζόρε της επαρχίας παιάνας

ένα ξεκόκισμα ένα ξεκοκάλισμα ψυχών είναι,

απέραντη παράδοση, διάσωση.

(ελεύθερα το ποίημα να βλαστήσει

ψυχή να αναδώσει-ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ).

 

 

 

* Ο Έκτορας Πανταζής κατάγεται από την Ήπειρο. Σπούδασε στη Θεσσαλονίκη και στο Παρίσι. Βιοπορίστηκε στον χώρο των Εκδόσεων αρχικά και στη συνέχεια Σε: Κινηματογράφο, Διαφήμιση, Θέατρο, Τηλεόραση. Σήμερα ιδιωτεύει.