Ο ΔΙΑΡΚΗΣ ΙΣΚΙΟΣ ΤΩΝ ΣΠΛΑΧΝΩΝ

βράχος

Χριστούγεννα γεγονότων μιας άλλης φυλής.Βρισκόμαστε στο δυο χιλιάδες τόσο από την ψυχή μας ,γεννήματα του κανενός.

Πείνα πέφτει σιθρού, ο ρούς των διψασμένων αισθημάτων δεν μπορεί να τη στεγάσει.

Νέου τύπου σπίτια στα αδιέξοδα πεζοδρόμια έχουν ανοιχτές τις στέγες.Δεν έχουν τοίχους μόνο κλειδαριές.

Μια διαρκής γραμμή, διακόπτεται ενίοτε, συντονισμένη με τα φανάρια. Πότε ρίχνουν πράσινα σαν ελπίδα για χόρτο, πότε το κόκκινο το απαγορευτικό,ενδιάμεσα πορτοκαλί ,απότοκο μοίρας.Και αμάξια και άνθρωποι και σκιές νύχτας ανήμερα.

Κόχλαζε μίσος κόλαζε ένα χολερικό ασταμάτητο κοκορόχιονο, κορόιδευε τα στολισμένα δέντρα .

Καμάρωναν οι μαντήλες.Έζωναν σφιχτά πρόσωπα, φερμένα από εσχατιές ερήμων που προφύλασσαν από ανελέητο σιμούν και σκόνη βλεμμάτων.Καμάρωναν φρύδια γιαταγάνια μαύρο φτερό στην άσφαλτη εξοχή κάθετων χωριών.

Μέχρι το κόκαλο τσουρούφλιζε η νύχτα περαστικούς μαγεμένους μουδιασμένους ως την ψυχή.Περόνιαζε ασταμάτητα .

Τετράγωνα παρεκεί το χρονικό παραλλάσσει.Ονόματα αισθήματα μαραίνονται ξεραίνονται αποκόπτονται όπως η γλώσσα.Μόνο ένα γέλιο έχει καθίσει στους τοίχους σαν πατίνα.

Μάτια άγρια , άγρια για φόνο. Κουρέλια παίρνουν πάνω τους τη ντροπή.Τρύπια πανωφόρια κατοπτεύουν περισκοπικά.Το τραγούδι του βορριά γίνεται ουρλιαχτό.Όπως φωτιά σε ξερά κούτσουρα ανάβουν μυαλά ανάβουν αίματα .

Μαύρος ισχνός σκύλος σαν σκιά ,σηκώνει το πόδι του ,καταβρέχει ένα θάμνο.Άχνα ανεβαίνει ,λιβάνι στη νύχτα των ζώντων ίσκιων.

Στην πλατεία οι μάγοι με τις καμήλες χορτασμένοι οδοιπορία όδηγούνται από ουράνια άσματα και από άστρο. Όπως και τα άστρα κινούνται ακίνητοι σαν οπτασίες χρόνο το χρόνο γράφοντας το ίδιο σημειωτόν.

Σαν να νυχτώνει μες στον κόσμο πήρες τον ήλιο κι έφυγες.Μόνο κάπου ένα γύρω σαν από το κενό χαράζει ένα κάτι ένα αλλιώς στων νεράιδων το τάνυσμα ,μουσκεύει η νύχτα, το σκοτάδι γίνεται υγρό.Χαράζει το νεραϊδένιο ραβδί ριγωτά σπινθηρίσματα.Δεκεμβριάτικος αυγερινός κλονίζει το γέρμα.

Σπάσε τη ρίζα μου εσύ που είσαι βράχος.

Advertisements

Όποιος αγάπησε, καράβι

ρο

Ο ποιητής είναι μια νύχτα θάλασσα.
Φωτοοδοιπορικό , χαράζει και φωτίζονται καρδιάς οι δρόμοι.
Οπτικές σπίθες μνήμες στο κάδρο καρδιά ,ανθοφόρο πένθος ,γιατί κι ο πόνος ,η οδύνη αλλιώς δε νοιώθεται παρά με ερώτημα:
πού πήγαν εκείνα τα λουλούδια,ανοιξιάτικα;
Και σταματά το βλέμμα στο διπλό βράχωμα κατόπτριση και συνάμα σκληρή αντίσταση. Στο βάθος γνέφει κεραμοσκεπή που προβάλλει μέσα από τα πράσινα κόκκινη έκκληση σαν φωλιά σαν καρδιά οικείωση εστίαση.
Απόλυτη φωλιά.
Τρυφερά το βλέμμα ταξίδεψε τις επιφάνειες και κατέδυσαν στα βάθη ψυχής.
Σκιρτήματα .Άφατο κάλλος.
Ω η αιματώδης φωτοχυσία εν μέσω άλγους!
Ώ τα μυστήρια πέπλα Ίσιδος φύσεως πολυπτυχωμένες αποκαλύψεις ανοίξεις.
Ώ η γενναία θερινή πυρπόληση ρόδων φωτός!
Ώ εσύ φύση αγέρωχη.
Φέξη και σκοτοδίνη και γύρη σε έβενο σε αχάτη! Έλεος φως!
*
Στη γραφή αποκαλύπτεται ένα ποσοστό βιώματος που δεν είχε γίνει έκδηλο στη στιγμή που βιώθηκε.
Ίσως και γιατί το βίωμα δε σταματά ενώπιο ενός πράγματος ο χρόνος έχει ασυνέχειες αλλά ένα ξανά
σπεύδει στην άκρη της πένας από την άκρη της γλώσσας.
Είναι ένας διαλογισμός έτσι:
«Της φύσεως γραμματεύς ήν τον κάλαμον αποβρέχων εύνουν
*
ο ποιητής στα χιόνια:ποίημα ρόδο

ΝΑ ΣΤΑΖΕΙ ΧΡΩΜΑ Η ΘΑΛΑΣΣΑ ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ, ΑΛΑΤΙ ΣΤΟ ΚΟΡΜΪ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

και σε κρυφή μεριά τ ασήμι

ΚΑΘΟΛΟΥ ΔΕ Μ’ ΑΡΕΣΟΥΝ ΤΑ ΠΟΝΗΡΑ ΜΟΝΟΠΑΤΙΑ

γάτα

Δεν είναι ήλιος αυτό είναι του κάπρου δόντια
είναι μαύρη χίμαιρα σινάφι ασυμμάζευτο
κακούργο αίμα.
Eίχε ανάστημα νύχτας, ποιότητα σκοτάδι
ώρα που γίνονται εγκλήματα που η δίψα των αισθημάτων σβήνει τα χείλη της στην τρέλα
τρέλα που αρέσκεται λεπίδες να λάμπουν κάτω απ τις γκαζόλαμπες με το αρρωστημένο πράσινο σφυρίζοντας οχιές.
Σκοτεινιά οι ψυχές.
Το ασπράδι του ματιού ανοίγει σαν τρύπα,ψυχή πουθενά.
Οι δρόμοι γίνονται φίδια ,οι σκιές μεγαλώνουν στρίβουν στις γωνιές,παραμονεύουν ,κάθε ψίθυρος εχθρός.
Μόνο δηλητήριο στάζει απ’ τα κεραμίδια.
Ποτίζει τις ώρες πυκνό αναμονής.
Μια λεπίδα άστραψε ένα κεφάλι κύλησε στο πλακόστρωτο ,ακούστηκε ένα πλάφ, στόματα μέσα στο υγρό στοιχείο ανέμεναν να τραφούν .Νερόφιδα γλείφουν το αίμα.
Νουάρ.Η ψίχα της σκοτεινιάς.Ρουθουνίζει το έγκλημα.
Στάζει ικανοποίηση .
Οι κάμες χορτασμένες ξαναμπαίνουν στις θήκες τους.
Χθόνιες μορφές ρουφάνε τη νύχτα στα κοιμητήρια.
Τα κοκόρια φωνάζουν τον ήλιο να αφήσει το κρυφτούλι του, να μπει στο παιχνίδι της μέρας,με τις ευθύνες του όλες.
Τα τρένα ορθώνουν τη ραχοκοκαλιά τους ,ξεχύνονται στις ράγες, στο σιδερένιο πηγαινέλα τους.Σβήνουν οι γκαζόλαμπες την πράσινη μονοτονία τους στη νυχτερινή ομίχλη.
Η Λινόρα,μετά από μια αμαρτωλή νύχτα ρίχνει μια τελευταία ματιά στον καθρέφτη φτιάχνει το τσουλούφι με δυό χτενισιές ,μαλακώνει το ρίμελ με τον αντίχειρα,ισιώνει τη στενή της φούστα ,χύνεται στα παπούτσια της, χουφτώνει το πόμολο , γλιστρά στο πρωινό σαν κόκκινη υπόσχεση,και χάνεται μέσα στο βουερό κι αεικίνητο πλήθος της πόλης.

Τo Θαύμα της ΚΑΝΑ

https://cantfus.blogspot.gr/2017/11/blog-post_17.html

Ει 1

Δες, παρατήρησε στους πίνακες του φόντου πίσω της τα κύματα, θα διαπιστώσεις ότι υπάρχουν, είναι έντονα, πραγματικά, πάνε από τον ένα πίνακα στον άλλο όπως διασχίζουν τους ωκεανούς, σε αντίστιξη με το φως, τα κίτρινα τις ροδόχροες ανατολές, το πράσινο και το γαλάζιο. Εκεί ο γρανίτης του νερού. Και δένουν με το γέλιο της.
Γιατί οι κυματισμοί τί είναι. Γέλιο είναι. Κι οι ανατολές τί είναι. Γέλιο κι αυτές.
Έχει μια γάτα παρακάτω, που είναι η ουσία της γάτας.
Ει2

Κι έχει και τα κορμιά που γοητεύονται μέσα στα όρια του κάδρου. Γυμνά κορμιά. Μόνο το κάδρο φορούν.
Ει3.jpg

Ξεκινάμε με το γυμνό που ξετυλίγει την ομορφιά του πάνω στο σκακιστικό αίνιγμα της κουβέρτας. Με έντονο βλέμμα, βαθύ περίγραμμα, γυναίκα σημερινή υποψιασμένη. Χαίρεται που είναι γυμνή, προσφέρει τις καμπύλες σε κοινή τέρψη. Αναπνέει τον αέρα της ελευθερίας, χειραφετημένη σχεδόν δια βίου όπως δείχνει η πνευματώδης ματιά της, η έκτακτη λεπτότητα, με μόνο ένα ελαφρύ σύννεφο να τη θωπεύει.
Ει 4.jpg

‘Ομως τα γυμνά της θα χρειαστούν κάτι ακόμα, για να κερδίσουν όσα το τοπίο της και οι άλλες συνθέσεις, θα χρειαστούν απαιτητικό ζύμωμα της ύλης ώστε να το απογειώσουν. Βαραίνοντας τις λαγόνες των κοριτσιών καθώς τις μεστώνει ο έρωτας και βυθίζονται τα στρώματα. Και τότε βαθαίνουν και οι κοίτες της κλίνης, θυμίζοντας ώριμους καρπούς στα λυγισμένα σαν για να γειωθούν κλαδιά και σκύβουν κι άλλο για να κατορθώσουν ν’ ακούσουν τα μυστικά της γης, ώστε κατόπι να τα ψιθυρίσουν στα πρόθυμα αυτιά των εραστών τους.
Η γάτα, δίνει την ψυχή της. Μια ψυχή στην καθεμιά γυμνή παρουσία. Εφτάψυχη, καθώς δείχνει και το βαθύ της βλέμμα.
Ει5

Σε λίγο τους κυματισμούς τούς ξαναβρίσκουμε στο σταροχώραφο. Είναι το ίδιο κύμα, απο τον ίδιο άνεμο, αυτόν που σηκώνει τα φουστάνια και ρίχνει τα κορίτσια στα στρώματα.
Και τα στάχυα; Χρυσαφίζουν! Και τα διασχίζει μια στάλα νερό, κι ένα κόκκινο πανί σαν ο πόθος.Ταξίδι καημός.
Δυό γραμμούλες με το πινέλλο κι ο μίσχος των σταχυών αρχίζει να λικνίζεται.

Έκτωρ Πανταζής