ΣΤΕΚΕΤΑΙ ΚΑΙ ΚΑΠΝΙΖΕΙ ΤΟ ΜΕΛΙΣΣΙ ΜΕ ΣΒΟΥΝΙΕΣ ΣΤΟ ΚΑΤΑΜΕΣΗΜΕΡΟ

Χνούδι λεύκας χιονίζει ακατάπαυστα
διαβαίνει κυματιστά μια αχεροντία, ποιος άδης;
εδώ είναι κακουργιοδικείο τόπος όπου συνθλίβουν.
Σίφουνας κουρελιάζει ένα νέφαλο που ξασπρίζει
λιώνουν τα ρούχα σαν χιόνι
σκοτεινιάζουν τα μαλλιά
κρύα φύλλα σαπίζουν χωνεύονται
λαίμαργα ζωντανά σκορπούν στην θαμνοπλαγιά
ο κάμπος είναι γεμισμένος καφετιά νερά
Ξεφουρνίζει η μαυρομαντηλούσσα ψωμί
αχνίζουν τα ταψιά σαν αγιασμός
θα περάσει μια σιδερένια νύχτα
λέξεις σκληρές φέρνει ο άνεμος,
συμμετρικά του θανάτου λιθάρια
κανένα δεν γράφει όνομα.
Δοκιμασία των άγρυπνων νυχτών.

Ένα γλυμμένο από τα νερά στεγνό ξύλο
αντιστέκεται στο τρελό χειμαρρώδες νερό
ξένο πουλί τινάζει τα φτερά του
πάνω από την πύλη του κοιμητήριου
η νεκρόκασα κατεβαίνει στο στενό τάφο
σβέλτα φτυαρίζουν το χώμα
επίμονος αέρας θρηνεί στα κυπαρίσσια
ο ήλιος αγνίζει σαρώνοντας τις κορυφογραμμές
σκοτεινό αγρίμι χάνεται πέρα απ τους λόφους

ΑΠΟΜΗΧΑΝΗΣ ΕΙΚΟΝΑ ΣΩΖΕΙ ΠΡΟΣΧΗΜΑΤΑ

Νιώσε τα φύλλα φτερουγίζουν στο στήθος
Και θα πετάξεις

Ένας σκελετωμένος σκύλος διασχίζει τη μεγάλη πλατεία
Μετενσάρκωση Διογένη, Μένιππου

Αλυχτά στη γεναριάτικη νεροποντή

Ο χρόνος έχει τη δική του υστερία

Πνίξε μας θάλασσα στην πράσινη μεταφορά

Λέξεις ζωσμένες σκοτάδια πόλη θαμμένη
Όχι χωνεμένη

Σε αγκαλιάζουν σκοτεινά νερά

Νύχτα χτυπώ χείλη δεν ανοίγουν
Λευκές πικρές

Αηδονολάλειε έρμε κόσμε

Αποδείξεις για τη βαρύτητα

Ο μάγος ζωγραφίζοντας το θήραμα στη σπηλιά έδινε κατεύθυνση στο κυνήγι (τόνιζε καρδιά σπλάχνα σαν να ακτινογραφούσε το ζώο).
Πώς να μη γίνει πιστευτό ότι η σύλληψη ήταν αποτέλεσμα ,αιτιατό, με αίτιο εκείνον και το ζωγράφισμα;

Έτσι και με τη σύλληψη της ιδέας και τέτοια η σχέση της με την πραγματικότητα(άν και μ’ ένα τρόπο η ιδέα είναι πραγματικότητα επίσης).

Η εικόνα του θηράματος και το ίδο το θήραμα ποτέ δε συμπίπτουν ούτε η ιδέα άλλωστε εκπίπτει ποτέ σε πράγμα, «Σκιάν βλέπω και αλήθειαν αιτούμαι».

«Χαράζοντας με δαυλό περιγράμματα σκιών»

Κι έρχονται οι ποιητές του χρόνου όλα να τα υψώσουν.
Πέρασμα προς τον ήλιο, γιατί συμπέρασμα
δεν προβλέφτηκε.

ΔΩΡΙΣΜΕΝΑ ΟΝΕΙΡΑ:

Ναός από κρύσταλλο
στο όραμα Νικοπόλεως
Να ιχνογραφείται εν ουρανώ,
εκεί ανάκειται
η ουράνια εκκλησία των Δήμων.

Έκφραση ευχαρίστησης : Στη βάση του σταυρού ,εκεί έταξε τον εαυτό του, βάζει αγγέλους με σφουγγάρια να συλλέγουν το αίμα του θεού και να ρίχνουν βάλσαμο στο λογχισμένο πλευρό,

(Στην πίσω μεριά της εικόνας ο Γκρέκο λέει: Ναι, είμαστε τέτοιοι .Σταυρωτήδες του Θεού. Του ανθρώπινου θεού. Του ανθρωποθεού. Το είχε ζήσει, το είχε νιώσει.
Τι πλασίδι ο άνθρωπος.

Το ξύλο του Γαλαξία
και το άλλο το θυσιαστήριο του Κουνέλη
τα χρυσά πέδιλα επαγγελία.

Αυτό το ξύλο, σύμβολο θανάτου

ποτισμένο αίμα θεϊκό
πάνω του σταυρωμένος θεός κισσός
ποτίζει το ξύλο να ριζώσει στον Κρανίου Τόπο
Σταυρός κληματόβεργες

Εσύ η πηγή του πράσινου ,στιβαρά φυλλώματα
δροσιά και φλόγα

*
Σώμα νερού

Ο μέσα εαυτός λεπτό ταπεινό σπουργίτι
εμψύχωση σου ζητά άν κοιτάξεις καλά
μές στά πηγάδια στό βάθος θά δείς
νά φλέγονται Αχέρων Κωκυτός Πυριφλεγέθων

Άλμα στην καυτή άμμο


Η ρίζα της συμμετοχής στον κόσμο : ανάσα ύπνος όνειρο φως φύση νερό τροφή ομιλία σημαντικότητα της προσωπικής πραγματικότητας .

Μην συγχέουμε το σημείο με το σημειούμενο το μέτρο με το μετρούμενο το νόημα με το νοούμενο το γεωμετρικό κενό με το ψυχικό κενό.

Αγκούσα ερειπωμένων σπιτιών ,τίναξαν τα στέρνα βγήκε η ψυχή τους .Η γη ξαναχωνεύει τα κεραμίδια ,υλικό από χώμα και φωτιά.

Αν δεν ήταν αυτό τα ερείπια ,σημάδια αλλοτινής ζωής ,πώς θα προσπελάζαμε την πρόσφατη αρχαιολογία μας, αυτό το απότομο πέρασμα από την προκολομβιανή μας εποχή στο μεταναπολεόντειο ,διαμιάς καταμεσής στο σήμερα;

Κι αυτός ο κενός χρόνος είναι που ρούφηξε το τοπίο αύτανδρο ενώ άφησε τις καρίνες να σαρκάζουν , άδεια ύφαλα σε πετρωμένη θάλασσα, έξω μύθου.

Βάζω ξώβεργες στη μνήμη, ξαναπιάνω τα νερά στα μποστάνια ,μα δάσος διψασμένες ψυχές ξεχύνονται και τρώνε αλάτι που περίσσεψε στις γρανιτένιες πλάκες, άφαντα τα ζωντανά.

Μάταια ψαχουλεύεις δε φύγανε εκείνοι ,είναι εμείς που φύγαμε…
Διψασμένα για αίμα ,φαίδιμε , ανακάλεσε τα τά έρμα.

Χιλιάδες μέλισσες πετούν προς τον ήλιο ,που ξανανθίζει για φέτος: Άνοιξη.
Συλλέγοντας τη γύρη του ήλιου Χτίζω ιγκλού με τ’ ουρανού το μπλε.

“Χάρις δ’ άπερ άπαντα τεύχει τα μείλιχα θνατοίς”(Ολ.1,30 Πίνδαρος)-Την ώρα που οι βωμοί στα κοινωνικά θυσιαστήρια καπνίζουν”

*καυτή άμμος ,η πραγματικότητα

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ

Τα χείλη της πληγής μάς ψιθυρίζουν τον πόνο μας ο κόσμος ξανάγινε πικρός
Στον ήλιο μόνη η αγάπη αυτόμολος στην ελπίδα Εκφράζεσαι :εαυτό ελευθερώνεις κι ο κόσμος γίνεται δώρο.

Να χορέψω, ένα ποίημα να χορέψω να χορέψω πάνω στις αστραπές, να χορέψω. Οι ποιητές σου ανοίγουν το στόμα(άδω) μπροστά στους φιλοσόφους βουβαίνεσαι(Αυτός έφα)

Χορός πάνω σε αστραπές(Αστραποκαμένος) Πύρινη γραφή πάνω στο μέτωπο της φωτιάς ποίηση, τέχνη της αστραπής, διαρκής ήλιος έσχατη απελπισία, μυστικό ξεφάντωμα καταφύγιο το σύμπαντος, κρύσταλλο του αέρα

Της φωτιάς λουλούδι. Του πιό φτωχού χώματος κρυφά λουλούδια στην τεφροδόχη Όταν τα χείλη της φωτιάς. Όταν η φωτιά.

Τότε ήμουν εγώ που πρόσταξα και ήρθε η καλημέρα, σ ένα χορό για καπετάνιους κι ανέβαινε ο αητός ,σ ένα χορό του καπετάνιου που κάρφωνε τη γη.

Μούσα λύσε τα μαλλιά να κατεβώ τον όροφο να γειάνει η φτερούγα και να ανεβώ τους σπόνδυλους, να ολοκληρώσω το Ναό να μπούνε κι οι μετώπες
Φέξε μου πορτοκάλι, φέξε. Στο κείμενο!

Να αξιολογήσουμε μέσα στο βάθος του εαυτού τη συνολική πραγματικότητα. Φύλλα καπνού στων χωραφιών τ αγνάντεμα.

Μασάγαμε ταμπάκο και κουβεντιάζαμε στους λόφους σταυροπόδι αγναντεύαμε τα καπνά. Μένα με πήραν τα βαμπάκια

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ Στα φέρνει η εφημερίδα μηνύματα μόνιμα μνήματα Τώρα μετράς της θλίψης σου λουλούδια τώρα μετράς της θλίψης σου τραγούδια λυπητερά. Κι η φύση χρώματα αλλάζει κα σκοπό.

Σπινθήρας από δείκτη σε δείκτη. έρχονται από το όνειρο της αγωνίας μπαίνουν στο νερό έχω ένα δάσος λεμονιές έχω μπαλκόνι στον καιρό χέρια αποίητα Ελευθερία μου χαιρετώ

Μάτια σε αποχρώσεις φωτιάς ,φύση φύλλο παράθυρο στο νερό Από το άγριο τοπίο μέσα μας βλασταίνει δάσος φυλλωδών δέντρων φωτοβόλων.
Μεταλαβιά ήλιος μές στο σταφύλι τρώς.

Γίνεσαι διάφανος σαν ήλιος και πηγή διαφάνειας στην έρημο της μελαγχολίας μας. Άκουσα της τσίχλας ερημίτη μέσα στον πίνακα ξεχωριστό μελωδικό κελάδημα κι αμέσως ξημέρωσε στο ποίημα.

Οι αντιστίξεις να υπακούουν :στο δεξιά αριστερά πάνω και κάτω επιφάνεια βάθος και κάθε προσδοκία είναι εφικτή.-

Την ερημιά τη θάλασσα με τίποτε δε θ άλλαζα. Άνθισαν στη μνήμη τα βαμπάκια αφρίζει ο κάμπος, θάλασσα

Πώς μας τραβάς θάλασσα λεμονιάς; πώς μας τραβάς δέντρο της χαράς; λιγότερο χειρότερος γίνομαι.

Μάτια σιωπές, φλόγες πάνε προς το πηγάδι να τις ξεδιψάσει, γύρνα μαγκάνι έλα νερό τούτος ο μπαξές νερό στη στάμνα σε πήρα στου ποδήλατου καπούλια σε πήρα από την αυγή κι από την πούλια σέλας. Βράχια και κύματα.

κυνόδοντας

Κύβοι αλατιού, τους παίξαμε στη θάλασσα
αρμύρισε ο πόντος με τα αττικά σου δάκρυα
τρέχουν μες στο σκοτάδι τα δελφίνια
σκάβουν ένα τάφο στο νερό
κοιμούνται στο εύρος του βυθού
αγνοώντας τα μαύρα ναυάγια
το σκυλόδοντο που είχε μπηχτεί στα πλευρά σου
τώρα στης ακτής τ’ αλάτια
αστράφτει στον ήλιο
κοιμήσου ακριβή κοπέλα
τα κοχύλια που σωρεύαμε το μεσημέρι
τα πήρε πίσω η θάλασσα το μεσονύχτι

είμαστε ένα διεκδικούμενο εμείς
οφείλουμε να γειωθούμε όπως τα αλεξικέραυνα

Η διττή αγορά

Χείλη που περπάτησαν το σώμα του έρωτα
χείλι που περπάτησε της πίκρας στόμα
χείλη που ήταν του έρωτα η τιμή
τιμή της πίκρας έγιναν, τα ζήλεψε ο πόνος.
Το σκούρο κόκκινο βαρύ επισκιάζει μπλάβο
εκεί βαθιά δοκιμάζεται η λεπτή διαφάνεια ;
έχουν την προτίμησή τους οι αντιθέσεις ;
η αντίφαση ζωή βαδίζει στην κόψη αυτών των χειλιών ;
χειλιών που ξέρουν ν’ αγαπούν και να πεθαίνουν
χειλιών που γνωρίζουν να προσδοκούν και να σωπαίνουν
χειλιών που θηλυκιά η μνήμη μέσα στα μέλλοντα γεννά

Αγριοστάφυλα σε πατητήρι,ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ ,2010

Στο Γυαλικαφενέ

(Από ασημένια καδένα σκορπώ άρωμα παλιάς αγαπημένης)

Δρυόφυλλο σελιδοδείκτης στου «Κουβαρά»
τους αξετύλιχτους τόμους.Τόμαρος,ο μόνος
πραγματικός πιστωτής σελίδων επί σελίδων
Δώρειον μέλος σε μελισσών κρινί
κερήθρα ευκρινή πηγάδια σε γκρεμό κοντά στον ουρανό
μέλος ,πεντατονικής κλίμακας
δρύς μέσα στου ήλιου τα χρυσάφια
ήλιος μολοσσικής σπορά
ταύρος στη Στυγός τα νερά
«Γά καρπούς ανύει δι ό κλύζεται ματέρα Γαία»
Στο Γυαλικαφενέ
παίρνει το κλαρίνο την πνοή πολύκλαδη μνήμη
βουητό νερών άνεμος στα κλωνάρια σείεται σύγκρορμη Φηγός
Από πέντε ποτάμια κ ά θ α ρ σ ι ς κι έβαψαν και τα πέντε Γιάννη μ’ !
πέντε κλωνιά νερό πολυφωνικό κι έγινε η μνήμη γιατρικό.

ΔΥΣΤΟΠΙΑ

Εισαγωγή στη δυστοπία

Με αποζημίωσε πλήρως σε αυτό το ξενύχτισμα
η σκοτεινή ποίηση με τα υγρά της μουσκεμένα
μουστάκια σαν του τράγου που έσκυψε στην πηγή
και στάζει το γένι του. Δεν είμαι τραγικός.
Πεθαίνω για ταραγμένα νερά.

Είναι το πνεύμα που εισέρχεται στα κενά
των στίχων παράξενες συμπλοκές λέξεων
που αιχμαλωτίζουν ακοή και βλέμμα
με το παράδοξα στα όρια του λόγου νόημα
Και είναι αυτό και μ’ αυτό που γεννιέται
στα βάθη το οικείο απόξενο που ενυπάρχει
αναδύει γεννά πνευματικό σύγκρυο
ανακαλεί θέρμη των αντιθέτων,
αναζήτηση που ήταν γεμάτη ανεύρεση

κίτρινες κραυγές
έσταξε το πινέλο του θεού. Με αυτόν τον
τρόπο ο θεός δήλωνε ό,τι δεν υπάρχει.

*
Σονάτα της ρόδινης αυγής

Ρόδινη βροχή έπεφτε από τα χαράματα
πικρά τριαντάφυλλα έπινε λαίμαργα η αυγή
Στα πλακόστρωτα νησίδες εγκατάλειψης
παράλια των λεωφόρων για άστεγους
άγονες είσοδοι εσοχές, χαρτόκουτα εφημερίδες
για πρόχειρα κρεβάτια και στρώματα
σωρεύεται οργή απελπισμός αδιέξοδο

Με έριξε στη λύπη το αλλοπρόσαλλο
στρίψιμο του λαρυγγιού τούτης της γης
Τούτης της γης που ευτελίζουν τη ζωή
υπόγεια νύχτα βρυχάται
τρέμετε ύαινες του σκότους
επικυρίαρχοι κι όλη η φράξια σας

Έβρεχε θάνατο ή νύχτα

Ρόδινη βροχή σαν αίμα πέφτει
λίγο πριν το χάραμα
το πίνει λαίμαργα η αυγή
μεθοκοπάει η χώρα ευτυχής

*
Επιμέλεια θρήνων

Τι δεν καταλαβαίνεις;
Η ηθική αναλγησία των καταχραστών
ανέδειξε εκ των πραγμάτων
κήρυκες δικαιοσύνης τους αδικημένους
Η εποικισμένη συνείδηση τρίβει τα μάτια της
κι αυτό είναι καθαρό σημάδι αφύπνισης
το να κρύβεται κανείς μέσα στα λόγια του
είναι σημάδι αδυναμίας
Κατεβαίνω τα μπαούλα βρίσκω τη θάλασσα άδεια

Χτυπιούνται αόρατοι στρατοί μέσα στη νύχτα

Ξένε μάθε το αυτό
λαμπυρίζει το χρυσάφι
με μια πατίνα ιδρώτα στη γυαλάδα του
τα κύματα της οργής γοργά εφορμούν κι απρόοπτα
-είμαι σε στάχτες που καίνε
ψάχνω να βρώ από πού έφυγε η φωτιά

ξένε μάθε το αυτό ,αγαπώ αλύπητα
καθώς η οργή εφορεύει των εξαθλιωμένων
από ένα πάθημα που δεν γίνεται μάθημα

Όποιος έμαθε να σκάβει με νύχια
γρήγορα σκάβει τσιμέντα
*
θάλασσα των άκρων

Καμιά απώλεια δεν θρηνεί το σύμπαν
Μην μπερδεύεις την τιμή με την ονομαστική τιμή
Το έργο οφείλει να δράσει με το μυστικό του
που είναι τόσο διάφανο ώστε είναι απρόσιτο
Μην πετάς του ήλιου πέτρες
θα τον τσακίσεις σαν γυαλί

Μπερδέψαμε την τιμή με την ονομαστική τιμή
πιστωτές, πρώτης απατεώνες, το διαπιστώνω
γελώντας πικρά, για την ανοησία που καταπίνουμε,
όσο μπορούν θα απομυζούν. Είναι λογικό
η βασική πολιτική οικονομία δεν έχει αλλάξει
δανειστές επί ζημία μην ψάχνεις να βρεις
Το έργο οφείλει να δράσει με το μυστικό του
που είναι τόσο διάφανο ώστε είναι απρόσιτο

Στη θάλασσα των άκρων
ένα παράθυρο άνοιξε να βλέπω την ψυχή σου

*
ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΕΛΟΣ ΤΗΣ ΚΑΛΟΔΙΚΗΣ

Άλιμος Καισαριανή Ζωγράφου
όταν σε ζώνει από παντού η θλίψη
δεν κάθεσαι να αναζητάς τις πηγές της
έστω κι αν ξέρεις πώς οι θεοί
προτιμούν τα ζαχαροπλαστεία.
Αυτό το πέρασμα στη χώρα του Μπιγκ μπαν
που το κοιτάζω και επηρεάζω τα δεδομένα,
να ξεκινήσει!
Μια δικαιοσύνη αυταρχική και μεσοκομμένη
είδε το εκκρεμές της να τινάζεται στην άλλη μεριά
της άκρας ανεκτικότητας ,γέμισε τη χώρα
ευτέλεια και διαφθορά. Ποιος είπε πως
η ηθική κατάρρευση δεν μπορεί να λειτουργήσει
σε διαφορετικά καθεστώτα;
Ζωγράφου Καισαριανή Άλιμος
όταν σε ζώνει από παντού η θλίψη
δεν περιμένεις στην ακροθαλασσιά
μέχρι να ξεβραστεί το πτώμα της
*
Φραγμένα ακατοίκητα χωριά
βάτα και συρματοπλέγματα
πλένεται με λεκιασμένο νερό ένα λεπρό φεγγάρι

Ανεβαίνει κατά κύματα γαλάζιος καπνός
στην γκρίζα ομίχλη κανένα μήνυμα δεν στέλνει
Λασπωμένες ρόδες πιτσιλίζουν τους χωμάτινους όχτους
Μια χνουδωτή αράχνη στον ασημένιο της ιστό
βυζαίνει ένα χλωμό σαμιαμίδι
Τινάζεται στο σκοτεινό τοίχο πανσέληνο
φωτεινό κρύσταλλο και γίνεται θρύψαλα
Ο αποσπερίτης πενθεί την αποχώρηση του άντρα
Το παιδί στο λάκκο χαϊδεύει το νερό
Η πυγολαμπίδα ανάβει φλας και στρίβει
φωτίζονται τα κάθετα σκοτεινά πετρώματα
και μοιάζουν να κινούνται
Ένας μαύρος σαρωτικός άνεμος
ακρωτηριάζει τις κορφές των χρυσαφένιων δέντρων
Κρύα φύλλα από ψευδάργυρο σαπίζουν στο έλος
Σέρνεται στη λόχμη ο λαβωμένος κάπρος

Λάμπει ανάμεσα από δυο καρβουνιασμένους
ίταμους κόκκινη φωτιά
Ένας κλοσάρ σηκώνει το χέρι του κι αμέσως
το Μπιγκ μπαν παίρνει μια νέα εκκίνηση
Κατεβάζει το χέρι κι ο θεός φωτίζεται
από τις τρύπες του σακακιού του

Φραγμένα ακατοίκητα χωριά
βάτοι και συρματόπλεγμα παντού
πλένεται με λεκιασμένο νερό ένα λεπρό φεγγάρι

Αυτό το πέρασμα στη χώρα του Μπιγκ μπαν
που το κοιτάζω και επηρεάζω τα δεδομένα του
να ξεκινήσει!

Ακρωτήρι

Κριτής χρόνος ανοίγει το γρανίτη
το απολιθωμένο ψάρι που κολυμπούσε μέσα του
γίνεται ένα με το κενό.
Σκάβω στο μάρμαρο καταγράφω.
Κλαδιά φηγού σαν δρυάδας χέρια με τυλίγουν
δανείζομαι το ξύλο της
σκίζεται συμπληγάδα πέτρα
πελειάδα φτερακίζει παίρνω φτερό της
το βουτώ στο καλαμάρι
αφρίζει το μελάνι
η αργώ αδειάζει το φορτίο της.
Καρπίζουν τα κατάρτια μαυροστάφυλο
ξύλινα δελφίνια στο τέμπλο
βουτάνε στην κύλικα με το κώνειο
χορεύουν σε αγγειογραφία μελανόμορφη
χάνονται σε αρχαίες επαύλεις στο Ακρωτήρι
Κροκοσυλλέκτριες δρέπουν χρυσούς στήμονες.
Βουτάς στους κρόκους μελισσούλα σαν ήλιος σε βασίλεμα
Όλα ντύνονται αστρόστικτο νύχτας βελούδο
καρφιτσωμένο στην οροφή.
*

Της δόξας σου ολίγα

«Της καρδιάς δρόμο ανοίγω κοιτάζω λίγο και σου μιλώ»
Η ώρα αφουγκράζεται νύχτια βουή της πόλης .
Αύρα σαλεύει το φύλλωμα’ αεράκι της καρδιάς.
Αναφυλλίζεται βιβλιαράκι λεπτής φύσης,
ανάλαφρος ύμνος στο σύγκλαδο μάρτιας λυγαριάς.
Έρημο εκκλησάκι.
Μετάξινο ολόχρυσο άμφιο αιέν νύν .Σα γάργαρο νεράκι σε χρυσό φως. Ιστίο σημαία αυστηρή ομορφιά. Πτυχώσεις σε αναλαμπές.
Μάθημα απουσίας.
Μαντεύεται ολάνθιστος κήπος απόντος σώματος φραγμένο αμπέλι τα κύματα κι ο αφρός της θάλασσας ,θαλάσσιες ατμίδες. Μυστικά αγιάσματα. Συμπλοκή από μέλαν χρυσό σταρίσιο δέρμα αναρπαγμένα ανελυμένα φώτα. Λευκό που έντυσε δυο άσπρα γόνατα ,χρώμα που κύλισε στον αιώνα λησμονημένη ησυχία, συγκράτηση λεπτούργημα . Υλουργώ. Ανατριχιάζουν πινέλα .Σκιές συνώνυμες σιωπών στο λ. Άηχο γυμνόποδο βάδισμα στο χρυσό χαλί γύμνια κοιλώνει το αέρινο περιστοίχημα, χειρονομίες δέξιο χέρι.
Αρπάζω το χυμένο άμφιο και σε ντύνω καθώς σπαράσσουν ηβαία. Είσαι της Βιέννας εμορφιά. Είσαι ένα άσπρο που τεντώνει, άσπρο μαζί και γλιστερή μπογιά, έσταξε χρώμα στην ψυχή .
Με ποιο μυστικό το ανάερο σεντόνι της φύσης σήκωσες να πας για που όνειρο μεταξωτό;
Και τι χαϊδεύεις τ’ ουρανού τις κόγχες;
Με σεντονάκι ιστίο εν κύματι θαλάσσης ηβηδόν κατασφάξεις, και τέρπεις. Ο χορός της Ευτέρπης.

γράπωμα

Γράφει στον ήσκιο κάτι απειλητικού,
εδώ εκεί τρεμοφέγγει βυθίζονται λοξά
κοχύλια που παίζουν με την άνωση
το δέρμα του γκογκ γίνεται ήχος ήλιου
ένα με το ηχηρό του φως
καθώς ραντίζει τη μέρα ραγδαίο χείμαρρο ακτίνες
χρυσές νεροσυρμές. Μεγάλο φως ν’ αντέχεται το μαύρο
που βάφει με πίσσα τα πράγματα ,και φθορά
είπαμε, ο ήχος δεν θα σε αφήσει
έχει μαγκώσει μέσα σου
η ραγισμένη του υφή
στο αντηχείο σου ψυχή

Μιχαλιός

Ο Μιχαλιός εφόρεσε σαρίκι
στραβά κοιτάει
βήχει ξεβήχει
ένα για εκείνον μετράει

βλέπει στο πιλοτήριο τον Καρυωτάκη
ανάβει το μηχανισμό
Γειά σου πατριωτάκι;

στραβά κοιτάει
βήχει ξεβήχει
κι ολα τα στέλνει στο χαμό

στη μνήμη του Μιχαλιού

*
Milenium

Ο Μιχαλιός ν εφόρεσε σαρίκι
Στο μπόινγκ μπαίνοντας βήχει ξεβήχει
Βλέπει στο πιλοτήριο τον Καρυωτάκη
Τα twin του δείχνει
Και πάρτα κάτω/στο φτερό
Ντεγκρέ ζερό
Μηδενισμός κοντέρ/και να
Μυριάδες τα μηδενικά.
15.1.04 της Ναταλίας.

Κοντός ψαλμός

Έτρεξε αιώνας στη φράση του: Ενεδύθη χιτώνα Αιώνος.(1851-1911)

Άν μιλούσα γιά Π’διαμάντη θα έλεγα τούτο. Πως ανοίγει τηςεκκλησιαστικής μούσας τα χείλη με τη χαρακτηριστική ομορφιά της χαρμολύπης, μιάηδονική χαρά και κάλλος φύσης, πένθους που νιώθονταν στα χρόνια, τροπάρια ύψουςΚασσιανής σε πεζά ρυθμισμένη τονικότητα. Όχι πως δεν ψάλλονται τα διηγήματάτου. Ψαλμωδίες εν σιγή υπαίθρου είναι, έτσι όπως βαδίζει σε παγανιστικάμονοπάτια ανάμεσα ταπεινών θάμνων και νιώθει τα πουλάκια του θεού γύρω του,στιχομυθεί από μέσα του μνήμες ταπεινές, ανάκατα που αναβλύζουν στο ναό τουγραπτού του. Αντί να ανάψει κεράκια, ανάβει διηγηματάκια, ψέλλισμα ψυχής γιατον πόνο της τη χαρά της, που είναι δικά του μέσα στο ιερό της ψυχής του ταβρίσκει.
Άς μη μάς πλανέψει που μπήκε στο διήγημα από την πόρτα τηςδημοτικής μούσας με το Χρήστο Μηλιώνη. Ακριβώς αυτή η δοκιμή τον έριξε ευθύςστον αυλόγυρο της εκκλησιαστικής βυζαντινότροπης μούσας που ήταν στοιχειώδηςμέσα του.
Άρδεψε από τα ρυάκια αυτά ,αρδεύτηκε, ουράνιος κήπος που ξέπεφτεπότε πότε κατά κεί και όφις ο δολερός της μικρής του πατρίδας φαρμακόγλωσσεςκαι νοστίμιζαν την ακινησία του παραδείσου καθώς τη νανούριζε το κύμα πουσυνάμα ξέβραζε θαλασσόξυλα συμφορές δίπλα σε θαλασσόκηπων λαχτάρες .

Ο σπόρος του θανάτου συγκάτοικος της πολίχνης ,και η πρόσοψητης ζωής αναδίνει και πάλι και πάλι. Οι εστίες καπνίζουν το χιόνι στρώνειγεροντοέρωντα.

Άν τύχαινε να μιλήσω γιά Π’διαμάντη.Ευχαριστούμεν Σε Σκιαθίτη πλαστουργέ θερμής φράσης ανάλαφρης,ζεσταίνει τα χέρια μας στη βαρυχειμωνιά η ανάσα της.
Άν τύχαινε να μιλήσω.. ναι έχει εκείνη τη λεπτή αύρακοντάκιου.
Άν τύχαινε ..θαρρώ πως έγραψε πάνω σε σέπαλα κρίνου.
Άν τύχαινε θα πώ υποψίαν είχε. Πως και γλώσσα και τρόπο καιρυθμό στάση και άποψη ,άμυνα στους λογοτεχνικούς προεστούς ναι τα είχε.

Πέρασε το χρόνο, νίκησε η γραφή του, ανιδιοτέλεια απηχεί, είναιτου κειμένου η αύρα.(Είναι ειπωμένο: Κάθε ιδιοτελής πρόθεση σκοτώνει το έργοτέχνης).

Άν τύχαινε γιά τη Φόνισσα θα πώ σύγχρονη Μήδεια, απόμηχανής, στην κατάντια της γυναίκας της Σκιάθου, λογοτεχνικός του πόλεμος στηζωή τους,τα βάσανα του κόσμου λεγόμενα- τον έγδαρε σαν Μαρσύα το οικείο σφαγείο.(Από μαμή και δήμιο).Ηγυναίκα της Ζάκυνθος δεν «υποφέρεται» επίσης; Αμάρτημα μητρός; Ιδιότυπη μητριαρχία της νεοελληνικής.
[Η δέσμευση είναι ηθικής αυστηρότητας]

ΑΝΑΣΕΣ

Η εποχή μας από μιαν απόσταση. Στάχτη στους πέντε ανέμους της Μεσογείου. Η diva σχεδιάζει τη σχεδίατης. Χάνει το άσμα, χάνει τις αγάπες , χάνεται: Έχω τόση πίκρα αβάσταχτη, δε βρίσκω πάτημα.

Εκείνο που η τραγική επίγνωση δομεί ως κατάρα των θεών, είναι κατάρα ψυχής, μια κατάρα που στις μέρες μας έχει ξεφύγει πάνω από τα κεφάλια μας
Και έχει ισχύ παντοκρατορίας. Ποιοι θεοί μάχονται στον κόσμο μας;
Η κορυφή, το ύψωμα 2111, δεν είναι κανενός και δεν έχει Άτλαντα και Ηράκλειες Στήλες για τον σύγχρονο ούτις, κάνε τη χάρτα του ουρανού κι ύστερα τσαλάκωσέ το το χαρτί να έχει τις ρυτίδες σου.

΄Η όταν τα χτυπήσουμε λοξή φάλαγγα τη ΝέαΤροία, γιατί από τον καιρό του Ομήρου ξέρουνε οι ποιητές πώς εκπορθείται μια Τροία με Δούρειο άλογο.

Υπάρχει αυτό που λέμε ελευθερώνω το φρόνημα σε μια δημοκρατία της γλώσσας όπου ο ρυθμός ανοίγει την αγκαλιά του ρυθμίζοντας τομέτρο, ανατάσσεται το βήμα του λόγου λεπταίνει η ανάσα πίνεις βροχή, ανάβει ο ουρανός τα ρακοπότηρα φλόγα η φλογέρα ηχεί κι οι σημειώσεις νοτίζουν το σκοπό ανατονίζονται τα λόγια μας: μεράκι.

Κι έχεις το δικαίωμα όλο, να επιμένεις λοξά κοιτώντας την καμάρα κι ας αναφλεγεί το μαδέρι της αισιόδοξης ροπής του κόσμου.Και κέρδος δέδεται αρετή κι αλήθεια. Στα άπαρτα κάστρα μέχρι τα κάστρα.
Μυριάδες Παναγιές των ακτών μας με νόημα

Δεν αναπνέει η αγάπη μου;

Εναντιοδρομία σωμάτων και κεραυνών ματιών. Σ έφεξαν δυο μάτια Γλίστρησαν αντίθετα τα σώματα Ο κόσμος τελειώνει κάθε μέρα και κάθε μέρα αρχίζει, όλες οι προφητείες έχουν συμβεί ξανά και ξανά Το νου γυμνάζω Τεφρός ήλιος καρφωμένος ο μισός στην τέφρα της Λύπας

Πάρε το πλευρό μου που σου ανήκει να πλαστείς Εύα στο ευοί, ευάν σου. Κι άσε μου την καρδιά σου.

Κουτσός και τυφλός θα πας στον Κολωνό.Καμπή των αιώνων. Παιχνίδια της καρδιάς Gioconda.Γιατί ο Θεός να μη σε πλάσει από την καρδιά μου παιχνιδιάρα; Θα κάνωτο ρυθμό να ρυθμίζει την καρδιά σου άστατη κι ανάστατη.

Πώς να τη δούμε την αρχαιότητα; Στο φως του σήμερα.Πώς να δούμε το Σήμερα; Με φως από την αρχαιότητα.

Πώς να δούμε την Ανασύνθεση;Στο φως του φωτεινού κύκλου, Κυκλώνες φωτός Αδέλφια της λάσπης και της σκόνης: Αλληλεγγύη των όντων

Το κέρμα των λέξεων χτυπά τα αυλάκια των αυτιών.Το φως της φωνής, δεμάτια άχερα να «ηχούν» χρυσά.. χρυσοφλουρί

ροδοπέταλο πέφτει στο χώμα, αθόρυβο, από τη στάχτη μας φεγγίζει αυτό το χάδι του συγκινεί τα κάρβουνα της στάχτης.

Γυρίζω το βάσανο της δουλειάς,σε βασανιστή λίθο και δοκιμαστή ποτών, ρυθμών, ερώτων. Ασημένιο στεφάνι ο καρπός της πληρωμής σχιστόπετρα στο μάτι του ήλιου φεγγάρι θα σε κάνει.
Παράβαλε τη συνομιλία του ποιητή με το νέο άρα παλαιό του εαυτό.
Γιατί για την απόλυτη ύπαρξη το μέλλον είναι μνήμη:Αγγελος στραμμένος πίσω.

Μ ένα οξύτερο μάτι να κεντήσει τα βέλη τα φαρμακερά στ’ αφτιά της:
Σαν δυο έρημα βουνά αντικρυστά στους καναπέδες. Κι ανάμεσά τους περνά χρόνος .Δεν έχουν νου για ταίριασμα .Τους συχνοαερίζει το γκελ της μικρής οθόνης. Έκαψαν τα σεντόνια τους.

Ο αποκρυφισμός ήταν το πρόσχημα, πάει στο πιο βαθύ φόντο, για να ανελκύσει τα υδατωμένα βότσαλα στον αέρα και το φως μέσα σε μια συμμετρία σμιλεμένη από πυκνό χρόνο. Συμβάλλει ωκεανούς εμπειρίας και μυστικών αποκαλύψεων δένοντας κόμπους ορυκτές σαφηνίσεις σε μια διαφάνεια ενωτική πρωτόχαρη πρωτόφαντη κι ένα έρωτα έντασης.

Σάρκινο κοχύλι, πίνει στων ουρανών τα χείλη.

Αισθητοποιεί αδρά τα ψήγματα χρυσού κι οακμαίος κρύσταλλος λαμπυρίζει κατευθύνσεις νοήματος. Συντέμνει, συγκόπτει και η αναπνοή του έρωτα ξεχύνεται από απότομες σχισμές ώστε ριγεί το σύμπαν. Θερμές αγκαλιές νοήματος ζεσταίνονται όταν τις απλώνει ανασύροντας απ’ τις σελήνιες νύχτες στο μάτι του ήλιου καρτερικά κι εκεί ξαναλάμπουν σημασίες. Η πρωτογενής μεταφορά της επιθυμίας γλιστρά το ψάρι απ’ το δίχτυ.

Αρκετός Δάντης. Είναι στη φύση του ποιητή να χάνει την Ευρυδίκη (Βεατρίκη BICE) και να την ξαναβρίσκει με το άσμα: Του Ορφέα το κεφάλι το παρασύρουν του Κωκυτού τα νερά κι αυτό άδει, καλεί την Ευρυδίκη μέχρι μέσα στον Άδη.

Δεν αναπνέει η αγάπη μου;

Καρπωμένο αίσθημα, φεγγίτες εγκάτων, μυστική ψυχή, αυλακιάζει το κατάλευκο των σελίδων, μηνύει στον καιρό και πλέκει.

Η τόλμη του είναι καλοζύγιστη, η αισθητική του γέρνει το ρεύμα του πνεύματος στο αληθινό, στο πράγμα κι η ποίησή του είναι η πράξη η ποιητή. Τεχνουργεί. Βαλσαμώνει το τραγούδι στο κεχριμπάρι.
Ανάβει το ρετσίνι της καρδιάς κι ο κόσμος φλέγεται στο κόκκινο, στο αιματωμένο της ύπαρξης, το κοκκινοπόρφυρο. Είναι αλήθεια αιματώδης, λεπτός ο φεγγίτης απότομο το φως.

Νικήτας-Βενσέν Βανγκόγκ, πηγαινοέρχεται με κόκκινο αυτί πάνω στου Γαλαξία τον καμβά για να ακούσει την ουράνια αρμονία των χρωμάτων από το « ζωνάρι του Θεού». Κόκκινο το αυτί της Άνοιξης – πρέπει να πάρω άλλη στράτα, νά ‘ρθει το αγρίμι κι όλα στα ερέβη να τα ρίξει.Όλα ένα χάος κι ένας τάραχος, τον κόσμο τον καλό να χύσει. Όλα το κέρατο της απώλειας να τα οργώσει ως την άβυσσο. Έχει δρόμο εδώ και λυτρωμό του έρωτα η μαγγανεία; Η πίκρα τούτη η αβυσσαλέα τι να λέει:
Κάψου ψεύτη ντουνιά μαζί μ’ εμένα; Αρμαγεδώνας; Στα χάη του ερέβους.
(Το εγγύς ανοίκειο. Ίσως οφείλω να καταγίνω αρκετάγια να διαγνώσω σε τι έγκειται τούτη η μυστικότατη συγγένεια. Ποιός άνεμος έριξε ακριβώς στην ώρα της τούτη τη συνάντηση. Η υποδοχή προϋποθέτει την ανάλογη προπαρασκευή; Εύχομαι στο εξής να μου συμβαίνουν τέτοιες κρούσεις. Χωρίς να χάνω τα λογικά μου, όπως τις προάλλες σαν αιφνίδια μου πέρασε από το μυαλό πως εκείνα τα κορίτσια, που μούσες ναι ήταν, αλλά για μια στιγμή τις ταύτισα με τις ελικώνιες και μου φυγε το μυαλό.
Λες και πάντα και μ’ όποιες περιστάσεις οι μούσες δεν είναι και Πιέριες και Ελικώνιες. Κράτα καημένη ψυχή στο μυστικό σου ψι και χι).

Πυρέσσουσα νύχτα. Φλόγα ανάβει τα φυσοκάλαμα στις μελικοκιές.
Δροσουλίτες με ανεμισμένες χαίτες ξεχύνονται από το τέμπλο του βουνού ανάραχα κι από κατάβαθα Κερέντσας άσπρα άτια συμβολών:Ταράζεται το φτωχό χωριό.
Είναι προπαντός εδώ μια ταύτιση εικόνων. Εδώ να σταθώ. Σ’ αυτή την εικόνα. Κι εδώ να πω πως όλες οι άβυσσοι είναι των ποιητών τριγύρισμα στη νύχτα κι όλα τα χρυσάφια κι οι ουρανοί, τα ρόδα, οι ανεμώνες. Προβάλλουνε από ψυχών ορυκτούς κρυψώνες.

Αρχέγονη μοίρα εικόνων της γλώσσας που μας προφέρει ανθρώπεια αρχή, κυκλώπεια τείχη και πύλη λεόντων. Ισχύς και φύλαξη των θολωτών μεγάρων, ταφή των αιώνων.

Ποιός έθαψε το χρόνο εδώ βαθιά και στα πυκνά τα στήθια γιατί με άχ, με στεναγμούς δένει ο χρόνος κόμπο λυγμούς.

Ο έρωτας της απέναντι όχθης. Σημειώνω: στο ίδιο ανάχωμα. Γεωγραφία σωμάτων. Κόσμος. Ανθρωπος. Πάντα και πάντα προς τις ουρανομήκεις όχθες: Ριβιέρες. Όχθος από θάνατο αιώνων. Η άλογη σκιά μας το αδιαπέραστο από τον ήλιο πυκνό ζωικό σώμα για να μας ξαναβάζει στο δρόμο.
Υπνος – Γη – Ελπίδα – Νερό – Ονειρο – Αέρας

Μέχρι να ακούσει της Νεράιδας την καρδιά στη Σκορπονέρα σφαγιάζονται οι Κορυδαλλοί της μοίρας κατά την του χρόνου τάξη.

Από μια διαφορά Αισθητικού αντικρίσματος(άπλαστου) Και ποιητικού αναβλέμματος (ποιημένου)

Δεν αναπνέει η αγάπη μου;

Φωνή του κότσυφα είσαι που θρηνεί
σε στεγνό κρυσταλλιασμένο θάμνο
την ορφανεμένη φωλιά στο σούρουπο
που νύχτα πιο κρύα θα έρθει
έγνοια του η πείνα το κρύο η μοναξιά
κι ο θρήνος είναι πιο πυκνός, πιο οξύς,
πιο φλογερός πιο παραπονεμένος
Ω παρηγορήτρα κραυγή, που σε συνταιριάζει τόνος οξύτερος
σπαρακτικός στον πιο άγριο πόνο
Βαθύς ο πόνος πιο βαθύ έρχεται το τραγούδι
Ω κραυγή πόνου, ώ νότα πικρή, ώ σάλεμα
Ώ σφαίρα του πόνου που έδεσες έτσι κρυφά την αρμονία
το πιο γλυκό τραγούδισμα να πλέκει το φαρμάκι.

Δεν αναπνέει η αγάπη μου;

-Φύλαξε την καρδιά σου μη σου την κάψουν
-Τώρα είναι αργά πιά.

Να ξανακάνουμε το γέρο ήλιο νέο
Να τον γυαλίσουμε που είναι σταχτής και κρύος
Πόδι να θέσουμε γερό και χέρι ρωμαλέο
Κι έτσι να γίνει ο κόσμος μας ως άλλοτε ανδρείος

Κουράστηκε η καρδιά μου να χτυπάει κι όχι ίσως
χωρίς απαντοχή να την ακούσεις
σου έστελνα μηνύματα με το φεγγάρι
μα ένα βράδυ δεν τα έπαιρνε, είχες την πλάτη σου γυρίσει.

Μυστήρια των νυχτιών σαν ο έρωτας γυρνά πλευρό κι ευθύς ο κόσμος απομαγνητίζεται. Τότε τα πουλιά δεν κάθονται στα σύρματα η μουσική παύει. Ένα άφωνο ακίνητο τα ονόματα τον κόσμο ξεθωριάζουν Ανίκητο μαύρο ρίχνει πάχνη στα βλέφαρα και σκοτεινιάζει.
Το κουρντιστήρι σταματά. Οι καθρέφτες χωρίς είδωλα.Αγκαλιάζεις το άδειο είναι η θλίψη.(Έκανε τα στενοδρόμια λεωφόρους. Αλλά σαν πήρε το βλέμμα της πίσω οι λεωφόροι ξανάγιναν αδιάβατα αγριοδρόμια).

Που να βρεις Τροία για άλωση
και πυρανάλωμα;
Από την Ελένη της Τροίας
στην πάσα Ελένη δεν πιάνω πάσα.
Γυναίκα Εσύ! Ποθητή καμπύλη
Εικόνα μου ωραία πύλη
θυσιαστήριο των παθών μου.
Πιάνουν τα σύννεφα φωτιά
απ’ τους κρατήρες των βυζιών της
Κοιμάται με τα ηφαίστεια αγκαλιά
πάνω στους καταρράχτες των μαλλιώντης.
Κάτσε κοίτα του κόρφου της τα κίτρα.

Παλιές δόξες βυζαντινής φλόγας πυρωμένων μυστών διάπυρες καρδιές, καμμένες , ξύλο του Γαλαξία, από το γάλα της Ηρας.
Αρραβωνιάστηκε τον άνεμο Φτωχός γάμος που ένα κοψίδι ήταν Θεός.
Ξοδεύεται ο Αχέροντας;
Όλα τα σημάδια στο τέμπλο του βουνού Σε θερμοκρασία θανάτου. Τα σηκώνει η αγάπη. Στο μαύρο φτερό: λάμπει ουρανός. Φιλομήλες στις χελιδρονιές Δεν αναπνέει η αγάπη μου. Χειμώνας χιονισμένος με κηλίδες νυφιάτικου αίματος και μαύρο φτερό του κόρακα την πάει στα ουράνια.

Δεν αναπνέει η αγάπη μου; (Η Άλλη Κόκκινη)

΄Εκσταση

Πέρασα πίσω από τη βροχή σου Με τα ψιχαλιστά ματάκια σου
Στην επιφάνεια του κόσμου Οδηγός είναι τα λακκάκια σου
Βροχή το γέλιο από τα ζαχαρένια δόντια σου και φως μου
Ίσως να σε ονειρεύτηκα με υπνώτισε η υδρορροή σου.
Μαγείο νου, εκμαγείο καιρού και κεραυνού

Αυτό το κλάμπ ήταν και θα είναι πάντα για λίγους. Από μια ιδιοτροπία της μοίρας του νεωτερισμού:Διάλυση της κοινότητας και κατ’επέκταση της κοινής μουσικής γλώσσας. Είναι κι εδώ ένα επί μέρους από την παλαιά διαφορά. Η τέχνη δεν ήταν πάντα αριστοκρατική κι ακόμα δεν είναι όλη ητέχνη, η φιλοσοφία και η θεολογία ήταν πάντα, μαζί με την επιστήμη. Η θρησκεία της αγάπης τα ξαναένωσε όλα. Στην εποχή μας ανεστράφησαν. Εποχές και«εποχές».Τώρα οι κοινότητες γίνονται πλανητικές με αναγνώριση της διαφοράς και του πνεύματος
Διαφορά τις: Εντάσεις, διαφοροποιήσεις,εξατομικεύσεις.
Ο κόσμος ένα βάρος της φράσης Α! φωτόνια της νύχτας!
Κέδρος λαμπάδα φορτωμένος χιόνι Χρυσή φωτιά.

Δεν αναπνέει η αγάπη μου;

Πλακόστρωτη η αυλή της. Στο αλώνι της λιχνίζουμεμέρα νύχτα.