Πλημοχόη

πλημοχόη

A

στη μαθητεία της ύπαρξης ανοίγοντας το χάος
στη μαθητεία της μη ύπαρξης
-του αβυσσαλέου χάους.
1993.

Ανάβουν οι αντένες, καίγονται σα δάσος.
Δεν είναι τόσο γλυκό αυτή η πέτρα του «α» μπαίνοντας να σου θυμίζει το “arbeit macht frei” και να χτυπάει στην καρδιά το αίμα στις κοιλίες του κοίτους το arbeit που σε πετάει στην αγκαλιά, στους κόλπους, σαν ελευθερία;Δε βλέπεις στη γλυκιά μηχανή που μασάει το χρόνο με ηλεκτρονικά λόγια, φυσώντας σα μαύρη κόλαση στα έγκατα του θεριού με χιλιάδες κιλοβάτ κίτρινης φωτιάς στη μολυβένια θάλασσα. Δεν είναι ένα μαγείο γεμάτο αλήθεια κι ύπαρξη η πιο γλυκιά τραγωδία με ατελείωτα δράματα και ανακουφιστικές δραμαμίνες.
Τέχνη των ειδώλων, απεικάσματα στων φωτονίων τη μάσκα που εξαϋλώνουν το πιο άυλο. Οι δαιτημόνες δεν είναι μια χαρά όρθιοι πεθαμένοι από χαράς νιάτα. Το καλύτερο κοπάδι δίπλα στου Ρέντη τα σφαγεία.
Και δεν δένουν ωραία και μαγεμένα όλα τα βλέμματα σε τούτο το μάγο μαγνήτη;Και τι καλά που δεν είδες χρόνια τώρα το μέσα της πέτρας, το μέσα του “α” όπου φωλιάζουν χίλιες οχιές. Και τι όμορφα γυαλίζουν τα εμπνευσμένα μάτια τους κι αστράφτει το κούφιο δόντι δηλητήριο του θύτη, δηλητήριο που είναι θύμα του και θύτης.
Κι όλες αυτές οι οχιές να ζεσταίνονται στις σπείρες τους, και να μασάνε την ουρά τους, κρύες κι έρπουσες με έτοιμο το αντίδοτο για την ύπαρξή τους την έρπουσα που τους πληγώνει όπως κάθε ερπετό.
Δεν ξέρεις πως είναι μεγάλη τέχνη να γδύνεσαι μπροστά στο έρμαιο το μάτι το επίτηδες πλασμένο να καταλαμβάνεται από ιερό ρίγος μπροστά σ’ ένα γυμνό κώλο, κι ένα γυαλιστερό μπούτι. Μα αυτό το ξέρει και ο τελευταίος τσόγλανος της αλάνας. Τα βλογημένα καπούλια της γουρούνας τ’ αγάπησε μέχρι κι ο Άγιος Αντώνης για να πάρουν τον πειρασμό του στους πέρα γκρεμούς. Γιατί αλλιώς θα άνοιγε η γη να τον καταπιεί αν το κατάπινε σαν αμαρτία.Ά! είναι μεγάλη τέχνη να μονάζεις στα ιερά πάθη των σκοτεινιασμένων σπηλαίων.
Τι; Θα ήταν καλλίτερα να βόσκεις γίδια στα βουνά;
Α! Βλογημένο “α” τι ωραία μας ξυπνάς την όρεξη του φιδιού και μας θυμίζεις τη μεγάλη τέχνη του φαρμακωμένου γάλατος. Το πίναμε σαν τρομαγμένα μωρά. Μαθαίνουμε επιτέλους την τέχνη να τρώμε αδιαμαρτύρητα χωρίς νταντά. Στράτα – στρατούλα έρποντας σαν να βαδίζουν πάνω στο χιόνι δεν ακούω βήματα, αλλά τι λέω τα φίδια έχουν πόδια; Μα τώρα γιατί και τα σκυλιά μου κατουράνε τα παπούτσια;
Τι τους τραβάει τάχατες όλους αυτούς ζώα κι ανθρώπους, θηλαστικά και ερπετά να μου χαλάνε το σπίτι, τούτο το φθαρτό μου κουρέλι, τη μόνη μου περιουσία γεμάτη κόκαλα και ζουμί κόκκινο στις σωληνώσεις του;
Ο λίγκας των οξυλίθων, ο λόξυγγας του “α” της λήθης. Ένα πλεχτό από βυζιά και κώλους. Με δυό μάτια τα βυζιά, νόμισμα με δυο όψεις, κοιτάνε τον κώλο τους που είναι ο καημένος μονόφθαλμος.
Με διπλή αποτυχία βαθιά χωμένος στους γιακάδες της αυταπάτης ορθώνονται οι τρίχες του σαν του σκαντζόχερα, αλλά με γλυκιά χαρά οσφραινόμενος τη σβουνιά του ο μαυροσκάθαρος μετακυλά, μετακυλά τη μπαλίτσα του πάνω στη ράχη της γης, βοηθώντας τη να γυρίζει στο αγκομαχητό της, στο ταξίδι της, σ’ ένα δύσκολο χάλκινο ουρανό και καθώς την κοροϊδεύουν όλα τ’ αστέρια για το βάρος της σβούρας που της πίνει τον αέρα της και τον ξερνά μολυσμένο διπλά απ’ το ανεκδιήγητο πλεμόνι του.
Έχω κι άλλα βέλη στη φαρέτρα λές και δε θα σταματήσει ποτέ η γλώσσα να κλώθει στα δόντια γύρω τα δηλητήριά της. Λες και είναι λίγο το ταξίδι από το στόμα στον πρωκτό, περνώντας τόσα στομάχια και έντερα, η πορδή της ύπαρξης, αυτή η τελευταία κλανιά που σερβίρεται εδώ και αιώνα σαν συμπυκνωμένο γαλατάκι της Ούνρας.
Πιές κι εσύ το γαλατάκι σου μωρό να μας μοιάσεις, τραγούδα όπως χτυπάν τα όργανα, τα δόκανα δεν έχουν τελειωμό, η φυλακή είναι μεγάλη κι από αιώνες κι από απέραντο για να χωρέσει μύριους ζωντανούς τρισμύριους πεθαμένους. Μη μας ξεφύγει κανείς. Πιάστε τον αυτόν εκεί πάει να το σκάσει, πάει να κρεμαστεί μέσα του, που το βρήκε αυτό το μέσα, ποιος άνοιξε τρύπα στης φυλακής τον πάτο;
Σπάει το σταμνί το ξόανο εστάθη, μήπως τα μπερδεύω, μήπως αυτές οι κλωτσιές είναι φιλιά, και χάνω την αίσθηση του ότι με προσκυνούν σαν ένα ζωντανό Βούδα, που το σάλιο δεν είναι από φτύσιμο αλλά από φιλί ζουμερό; Μήπως τα μάγια είναι στα μάτια μου, όπως άλλωστε μπορεί να το παθαίνουν και οι θεοί έτσι που ζουν ξένοιαστοι και αφηρημένοι, κι όχι των θηλαστικών αποβρασμάτων, στο βραστήρα της ζωής κάτω από το κάρβουνο του ήλιου, στη χοχλαστή κοιλάδα του παραδείσου;
Γιατί τι σου αποδεικνύει ότι υπάρχεις στα μάτια σου περισσότερο από όσο υπάρχει ας πούμε το Τουμπουκτού; Γιατί μόλο που το τελευταίο πουθενά δεν το χουν ,ακόμα κι αν έχουν πάει εκεί, όμως το σημειώνουν οι χάρτες ,άρα κολαούζο δε χρειάζονται να πάνε με όλη την πίστη στον κόσμο που τους εμπιστεύεται και τους χαράζει γράμματα και φωνές στον εγκέφαλο και υπάρχουν.
Όμως εσύ που είσαι.
Γιατί μια πέτρα εύκολα τη χτίζουν σε βωμό και όλος ο θεός μπαίνει εκεί δια μιας και του προσφέρουν τ’ αποφάγια τους, όμως εσύ ούτε για βωμός δεν κάνεις. Μόνο, να, φέρνεις ένα λίγο του Βούδα, να βαλθούν να σε κατοικήσουν με βουδίσια αταραχία φωτισμένου ώσπου να γίνεις όλος ένας Γκοντάμα. Ή να σου φύγει το μυαλό σαν τόσους και τόσους κι ύστερα αφού διαδοθεί πως κάποιος που είχε μυαλό τρελάθηκε, θα έρθουν εκεί στο κενοτάφιο του μυαλού για αυτόγραφο ούτως ειπείν ή για ενσταντανέ του πήγα κι εγώ εκεί, είδα κι εγώ τον τρελό σοφό, μόλο που εσύ θα είσαι φευγάτος αυτοί θα έρχονται, όπως τώρα που κάπως είσαι εδώ σε αποφεύγουν σαν τον απόβλητο, όσο να καταστείς πραγματικός απόβλητος.
Τώρα όμως είμαι πεταμένος στον πάτο των ζωντανών, έχω υποθέσεις. Υπόθεση κάνω. Και βέβαια κάθε τροφή που έχω ταϊστεί, την ξερνάω ,μασημένη με δικά μου δόντια, κι ας είναι ξένα λόγια εγώ τα ξελογιάζω. Για να ταιριάξουν καλλίτερα σε τούτο το μαυροπίνακα που τον έχω γυαλίσει εκατό φορές για να μη σταθεί κάποιος και πει ότι είναι ξεπατικωμένα.
Α, στο μύλο του “α” οι μηχανές αλέθουν καλά. Αλεύρια και δηλητήριο μαζί, κι ο λόγος είναι ένσαρκος σαρκαστής, σχεδόν αναγέννηση τέφρας. Σχεδόν κάρβουνο που ξεχάστηκε να καεί στη στάχτη και φλογάει, φώσκει, ποιός να το κουβαλάει μέρες στα χέρια και να τον στείλουν αλυσσοδεμένο σε κανα Καύκασο παρέα με τα θεριά. Καλλίτερα εδώ με τις οχιές και μ’ ένα ξύλο.
Κολιός και κολιός από το ίδιο βαρέλι κι αν δεν είναι κολιός η μυρουδιά του βαρελιού σε πότισε σα κολλύριο, και τώρα θα κοιτάς σα κολιός. Οπότε δε φαίνεται καμιά διαφορά. Σε σφραγίζει η ίδια μυρωδιά άρα από μας, άρα όμοιος, άρα ίσος, άρα έλα να πατηθείς σαν τα σταφύλια.Το θέμα είναι να μείνεις εκεί και να πατηκωθείς, να είσαι απόδειξη της εικόνας του εαυτού τους που την επιστρέφει η μουτσούνα σου, είσαι ο αναγνωρισμός τους.
Γιατί δεν αποκοιμιέσαι όρθιος μήπως σ’ ενοχλούνε τα πατήματα, κι όμως με τόσο μούστο δε θα πρεπε να τα νιώθεις, είναι η μουσική για τα όνειρά σου υπνοβάτη μου.
Α ! ώστε σε ξαφνιάζει που ποδοπατιέσαι όρθιος, ε αυτό δα κι αν είναι τέχνη. Άντε βάλε τα δυνατά σου για ύπνο, αρκετά ξοδιαστήκαμε οι φωστήρες να σου ανάβουμε λαμπιόνια για να δεις πως ονειρεύεσαι, να! Κοίτα μπροστά σου τα είδωλα, μορφές ονείρου, πλούσια παιδαγωγία, σφήνα να σηκωθεί ο Μορφέας με τα χίλια αδέρφια του να σε βάλουν σε δρόμο, στο δρόμο της αφωνίας, της αλαλίας και της αλογίας. Να γίνεις άλογος και να σκύβεις στο παχνί.
Μα πόσο βλάκας θέλετε επιτέλους να γίνω, δε σας φτάνει τόσο βλάκας που έγινα, να μη κρύβω λίγη βλακεία για πάρτη μου;
“Πρέπει να τους κάνω να πιστέψουν πως έχω χαζέψει αφού καταπίνω όπως κύβους ζάχαρη το άλογο και μπαίνω στη δούλεψή τους με χαρά, στη δουλειά τους, ύπαρξη και μαγγανοπήγαδο που αντλεί νερό για τα μποστάνια του θεού τους”.
Μα για γιανάκι με περνάνε επιτέλους στη στράτα – στρατούλα κάνω και προσευχούλα; Άλλη τσίχλα ετούτη το στρώσιμο του δρόμου της προκοπής. Άλλο μαντρί για γιδοπρόβατα τις πλούσιες ανατολές από το Σούνιο και την πλούσια δύση εκεί που γελάνε οι πέτρες.
Δε θέλω, δεν είμαι δεν ξέρω.
Ας τους αφήσω να πιστέψουν ότι τρώω από το παχνί τους. Ώσπου να διασκελίσω πιθανά το απίθανο εκείνο των αδυνάτων το αδύνατο και νά μαι έξω από τη χαλασιά της μάντρας τους.Τυλιγμένος στη γάζα αυτού που νομίζουν ότι βλέπουν με χίλια μάτια Άργου;
Κι όμως τυφλοί να δουν ότι είναι μπροστά τους από έλλειψη προοπτικής. Γιατί δεν ξέρουν να τραβηχτούν σε μια κάποια απόσταση, να κάνουν ένα βήμα στο πλάι κι ενώ είναι καταμέσα στην παρέλαση της κουρελαρίας αναπήρων πολέμου, να δουν με πόσα δεκανίκια χτυπά το βήμα της αποτυχίας κάτω από δοξαστικό χτύπο χάλκινων οργάνων και κρουστών, και σε τι στήθια, σε πόσα τρύπια στήθια από το στοίχημα της ύπαρξης χτυπάν και χορεύουν τα παράσημα της νίκης.
Νίκης που άφτερη και φτερωτή βλέπει κάτω απ’ την πλώρη του καραβιού της να σπάνε τα κύματα της ιστορίας τη μούρη τους σε μια θάλασσα κόκαλα, σε μια θάλασσα κεφάλια με ανοιχτό στόμα περασμένα στο κορδόνι του νικητή χρόνου.
Το θηριώδες πάτωμα, το μόνο χαλί που έχει αμέτρητους κόμπους και η πλοκή του τελειωμό δεν έχει να το υμνείς, να το υμνείς.
Να παίζει το εμβατήριο για κουφά αυτιά του είναι, του υπάρχειν, στο χιλιαστικό βασίλειο που παρέρχεται, παρέρχεται κι όλο τελειώνεται. Η μόνη προίκα στην παροικιά, στο αγλαό κλινάρι.
Σπρώξτε λέξεις το πανί μου να αρμενίσω αμέριμνος στο “α” της λήθης.
Τέλειωσες το κήρυγμα; Όχι τίποτε άλλο, αλλά να για να τα συμμαζέψω να ξέρω που θα το βάλω να δουλέψει, ή μήπως έτσι το ξέχυσες από το λαρύγγι σου σαν εθισμένος, που ξέρει όμως ότι τα κηρύγματα είναι για τους άλλους. Να, για να τους πλησιάσουν στην ανάσα του θεού, που την περνάνε βέβαια από τη μυρωμένη δικιά τους ανάσα για φρεσκάρισμα, και πόσο γλυκό θα έφτανε στ’ αυτιά μου αν το φιλτράρανε στο τρίχινο ρούχο της ελπίδας και τη φλόγα της παρηγοριάς που μόνο το λιωμένο το αργασμένο στόμα του ασκητή το βάφτισε στο άδυτο της καρδιάς και την ξεραμένη γλώσσα της νηστείας του, από ύλη και σάρκα.
Πόσο πιο γλυκό γίνεται στου ανθρωποφοβικού τον κόρφο το δηλητήριο που φτιάχνει για να διατηρεί την απόσταση απαραμείωτη και έτσι οξύτερα τα λόγια του να μπαίνουν στ’ αλόγιστα αυτιά του περιδεούς.
Και πως ραγίζει το γυάλινο βάζο και άδειο από χολή. Άδειο; Ή γεμάτο τύφλα και οργή, μισερό πλάσμα πολτός καλλίτερα γεμάτος αγκαθερά κόκαλα, κάτι λιγότερο από ένα σβώλακα πεταμένο στ’ αγκάθια. Αγκάθια γεμάτος, με αγκάθια θα τον γιατρέψει ο τριχινοσκηνίτης.
Θα γύρει τότε αυτός να πει από το άλλο μου το αυτί. Στη σιγή του νού του, θα σταματήσουν όλοι οι άνεμοι, συμμαχώντας με το βουητό του μυαλού, ή αντιμαχώντας και το ένα κύμα σβήνει το άλλο; Σιωπή. Το κόκαλο, η κοκάλινη στέγη, ο θόλος των θόλων συσκέπτεται με τις θύελλες. Θα τις σπείρει για να θερίσει καταιγίδες.
Οι αφέτες λύνουν τ’ άλογα που στην τελευταία στροφή θα συντριβούν αύτανδρα. Τα λιανοπαίδια, οι αναβάτες, δεμένα στα τσαμαλίκια θα τιναχτούν στο κιγκλίδωμα και θα χυθούν τα μυαλά – μαλλιά στα κάγκελα. Οι κερκίδες θα ποδοκροτήσουν πιο πολύ από τα καλπάζοντα άλογα σε μια ιαχή που θα την πιεί ο ουρανός με κατεβασμένα σύννεφα που τρέχουν σαν άλογα αναχαιτισμένα, κι η αμαρτία του σταδίου θα ξεπλυθεί, κι οι κερκίδες θα ξεπλυθούν. Ο Όλυμπος θα περάσει στην ιστορία.
Αυλαία.
Καινούργια μυαλά πλέουν για την άσφαλτο μιας άλλης δόξας, αττικοί δρόμοι, κι ο ψαλιδοχέρης κόβει και ξανακόβει για να μας μπάσει στο νόημα των λεωφόρων. Βρυχώνται με χίλια άλογα οι μηχανές των πόλεων, γελάνε οι πέτρες, με τα χυμένα μυαλά της βραδυπορείας, παρδαλά κατσίκια στριμώχνονται στις κηδείες των καλλιμάρμαρων θεάτρων: η τραγωδία χτυπάει στις μαρμάρινες πλάκες το κουτσό πόδι της, τυφλή μοίρα προς το αλσύλιο της παλιάς κολώνας.
Επικολλητές χαλκομανίες, σκιοθέατρο, αχνός μπουχός, ακόμα ένα βηματάκι προς το κοίλο και να η κοιλιά του βαράθρου: χτυπά ο Πήγασος τις καψαλισμένες του φτερούγες προς τη σπηλιά του δράκου ξανά και ξανά το μάταιο της ορχήστρας.
Και όλοι εμείς στη μέση στριμωγμένοι λίγο πριν απ’ το τελευταίο βήμα και μετά από το προτελευταίο, πάντα στο ανοιχτό στόμα του όπλου που σημαδεύει αλάθευτα, ασκαρδαμυκτί, ασυχώρετα, με ακάψιστο μάτι, και ολέθρια ψυχρό.
Ξεκόλλα τη μούρη σου από τη γυάλινη οθόνη και θα δεις. Είσαι ένα συμπλήρωμα του πειράματος, σου ακτινογραφούν τα σπλάχνα ώσπου να γίνεις στο εκμαγείο αυτό μια γυάλινη μάζα, ανακλαστήρας και δέκτης, κοίλο γυαλί μόνο για ηλεκτρολυτικές γυαλόλαμπες: με μόνη ψυχή τις ηλεκτρονικές σκιές αλλά μαγεμένος, ματιασμένος.Τι ρούχο σε έντυσαν κορόϊδο, πως σε έχτισαν έτσι πατόκορφα με λόγια κι άλλα λόγια ώστε να μην μπορείς να ξεχωρίσεις μια φωνή που να έχει τον ήχο σου και τις δικές σου νότες, τόνους, φθόγγους. Σε καλαφατίσανε μα την αλήθεια για να σου φορτώνουν ξένο καπετάνιο, άλλον από σένα και με ξένο σκάφος.
Τώρα όμως πως να τα ξεντυθείς όλα αυτά. Πως να ξεγεννήσεις τη γλώσσα σου κάτω από τόσες γλώσσες ψεύτικες που πέρασαν σαν γάντι πάνω στη δική σου. Και ακόμα πως γλώσσα να τους βγάλεις;
Συ πετρωμένο άλογο και καβαλάρης στους τάφους του Ξενκιάν, στη θαμμένη πολιτεία του στρατού των νεκρών, ελπίδα του βασιλιά να πολεμήσει με τούτο το στρατό το επέκεινα; Τους οδήγησε στη μάχη θνητό σαρκίο πολεμώντας τον αθάνατο θάνατο, τους έστησε πολεμικά φαντάσματα να παίζουν πόλεμο ακίνητοι και μαρμαρωμένοι στην αιωνιότητα.
Ω Βασιλιά μάταια νικάς, μάταια ο στρατός. Στη μάχη του θανάτου πήγες έτσι κι αλλιώς πέρα από συντροφιές και μοναξιές, το κυπαρίσσι του θανάτου φυτρώνει διαμιάς κι από κρυφή μεριά, τσεκούρια δεν το πιάνουν, ξερό φυτρώνει κατάστεγνο, με της ζωής τα πράγματα καμιά τέχνη δε συγγενεύει, μήτε ποτέ κανείς θα βρει από ποιες κρυφές πόρτες γλιστρά η ζωή ή ο θάνατος, ξένος κι απόξενος μα φιλοξενητής μεγάλος σε τραβάει με αόρατα χέρια, από την καταδίκη σε ζωή.
Μόνο που σου ξέφυγε και δε στοχάστηκες, δεν την αφουγκράστηκες εκείνη την άλφα πέτρα που μέσα της έβραζε ο ασβέστης σα το δικό σου κεφάλι, κι όμως ήταν το κεφάλι σου το ίδιο που αντιλαλούσε στο ρυθμό της καρδιάς σα σφυρί που χτυπά arbeit – frei arbeit – frei με ένα κενό mact.
Ένα άλμα από το χλωρό λιβάδι καταμεσής στον ξερολαδιασμένο Κηφισό που οι φρυκτωρίες του στάζουν ιώδιο για φώς στους μεθυσμένους όπως τραβάνε για τα σφαγεία του Ρέντη.
Πίνει το τυρόγαλο.
-Πως σου φαίνεται.
-Κάπως καλλίτερο από τυρόγαλο.

Β.
Τραχωδίες σε αταραχία

Εκμαγεία του μαγεριού τη σιδηροκουτάλα του κόσμου, αναδευτήρι του βραστήρα, καιρός να βγω από το διπλό καπάκι που βιδώνουν γύρω μου σαν κλειδό και να δραπετεύσω έξω από τα λόγια τους που με παραγγέλουν να με βάλλουν στο τηγάνι τους σα σαλιγκάρι να σκούξω…. δραπέτης στο κενό μου στο άδειο σ’ αυτό το πλήρες άδειο.
Ένα άλμα από το χλωρό λιβάδι καταμεσής στον ξερολαδιασμένο Κηφισό που οι φρυκτωρίες του στάζουν ιώδιο για φώς στους μεθυσμένους καθώς τραβάνε για τα σφαγεία του Ρέντη.Τους κάθομαι στο στομάχι δε θα με βάλλουν και στην καρδιά τους.
Οι γάντζοι και τ’ αγκίστρια που χωμένα ως τα σβάραχνα δίνει άχνα στο αγκομαχητό σ’ αυτό που είπαν ζωή.
Υπαγορευμένος χείμαρρος μαλακίας θεραπεύτηκα πια από τη γλυκιά ελπίδα να με βουτήξουν αύτανδρο στην κολυμπήθρα τους να με υπάρξουν, να με εργάσουν.Λειψομνήμων : Η άλλη όψη του εφιάλτη, σε κάνει να θυμάσαι, ξυπνά με τον τρόμο του την τρομάρα. Τρομάρα μας να χουμε τόσο θυμητικό.
Μα χρωστάς ν’ αντιλαλήσεις τη ζάχαρη που πέφτει απ’ το λιώσιμο των δοντιών τους στα γλυκά λόγια κι απ’ την πολλή δροσιά, δε θα γίνεις λοιπόν ένα γλυκό αντίφωνο να κρυφτείς στις φτερούγες της κλώσας τους;
Φάε ρε τη σούπα σου.
Από το στόμα ως τον πρωκτό μια ανάσα δρόμος, όσο κρατάει η πορδή της ύπαρξης. Το ξόανο εστάθη το βάζει ομπρός του ειδωλολατρία πιστή μνηστή μνήσθητί μου, κι ας δε σου πέφτει λόγος ,τέχνη της αφωνίας, της αλογιάς.
Και τα φώτα, που σβήνουν τσιρίζοντας; Σωστό. Τσιριφώτα.Η ακινησία της σβούρας που γοργοακινητεί στον άξονά της, από το πέρας ως το άπειρο μέσα σε μια τελεία χώρο. Μια τσίκα, μια στιγμή, και τα χρώματά της γυρνούν στο γκρι, έτσι για τη μεταστροφή από το πολύ γύρνα επί τόπου.
ΑΟΡΝΟΣ
υποχθόνια λίμνη, και συ βάτραχος βγάζεις το κεφάλι απέξω και με γουρλωμένα μάτια, πρασινάνθρωπος που ξεθυμαίνει από την ανθρωπιά που τον μόλυνε το ανθρώπινο λεφούσι, ένα είδος καθαρτήριο είναι η λίμνη που σε πλένει έξω μέσα με βούρκο και λασπόνερα να σε λαμπικάρει. Κόπηκες;
Μυθιστοριογράφος ο κατασκευαστής των αναμνήσεων.Κι ο άνομος έχει το θεό του, της ανομίας, όπως όσοι έχουν το θεό για πάρτη τους.
ΚΕΡΑΤΑ ΑΠΟ ΚΕΡΙ
Αποτυχία κοινωνίας, αποτυχία των στοχαστών, αυτοκτονικά χέρια, λειψοκέρι λειψοκεριά.Αναβροχιά και χαλάζι, στο γούπατο με τα κουνούπια και τους στάβλους, κι οι σταβλίτες να παλεύουν να τα βγάλουν πέρα με την κοπριά και το σανό.
Στιγμές χαρισμένες στον Κέρβερο εκεί που οι έρωτες κούρμπα
Βάνω στη ράχη της λέξης διαλυτικά για αραίωση του χρώματος κι όχι του πολύτιμου χρόνου που πιάνει η λέξη πρωΐ ας πούμε. Σαν να είναι καβάλα ή κολλημένος με σάλιο στη ράχη της αρκούδας ας πούμε, ή και στη σκιά της αρκούδας καλλίτερα προσανατολισμένος από πυξάρια μέχρι που να πήξει ο ουρανός σα γιαούρτι κι όλοι θα τρώνε τσάμπα από το γαλαξία έτσι πηγμένο, όπως οι ψυχές που μετακομίζουν εκεί πάνω χωρίς το φορτίο των κόκαλων.
Στο μνημείο των 49 πεσόντων -αν και δεν έπεσαν τους θέρισαν σφαίρες-, μαρμάρινος τάφος, ώστε δεν μπορούσες να πεις αν το μάρμαρο ήταν ακίνητο ή τα κόκαλα των πεθαμένων που ήταν σωριασμένα στο λαγούμι, αυτό είναι που λένε αθανασία; Αν είναι αυτό, τότε συμφωνεί το μάρμαρο με τον τάφο της ακινησίας του.( Όμως οι νεκροί με τον καιρό συνηθίζουν να βγαίνουν στην επιφάνεια όπως οι πνιγμένοι).
Και μπαίνει ευθύς μες στο θολό θόλο κι ανακατώνει το βούρκο και τις πηχτές λάσπες όπου είχε δει να χάνονται οι νεράιδες μαζί με το νερό, έψαχνε λες την υπόγεια λίμνη, την υποχθόνια υπόσχεση; Ας το σπρώξουμε μαζί με τον ακροβάτη την ώρα που εκτελεί το καλλίτερό του νούμερο, ένα βήμα παρά πέρα όσο απέχει άλλωστε κι ο γκρεμός που είναι ακριβώς γι’ αυτό το λόγο εκεί βαλμένος.
Στο να είναι αρχάριος ήταν μανούλα, τα ξεπέταγε όλα όσα είχαν να κάνουν με αρχάριο. Μα ρε παιδιά, αφού είναι η πρώτη μου φορά που ζω και ίσως κι η τελευταία, αν και δεν είμαι τόσο σίγουρος αν είναι καν η πρώτη μου… αν αυτό που μου έχει αρχίσει έτσι ξαφνικά είναι αυτό που θα μπορούσε να λέω δηλ. ζώ. Ζώ;
Κι αν ζω και δεν είναι η τελευταία μου φορά πολύ δύσκολα θα τη βγάλω σε μια παρόμοια επανάληψη.
Καλλίτερα να ξεπατώσεις και ένα και δύο και τρία και τέσσερα αμπέλια παρά να κάθεσαι και να περιμένεις, πότε θα γίνουνε οι αγουρίδες τους μέλι, γιατί αφού καλά το ξέρεις ο αγουροφάης κερδίζει, και δεν υπάρχει ζωντανό για ζωντανό που να μην το ξέρει αυτό. Περσινά ξινά σταφύλια, ας είναι κι έτσι από αλότερα. Ποιος δε σε θέλει; Ποιος σε θέλει. Ανακατώσου με τα πίτουρα και θα δεις, όλες οι κότες ευθύς θα πέσουν επάνω σου και τα κοκόρια, κότες κι αυτά κατά βάθος, από πίσω. Το όμοιο τραβά το όμοιο όπως οι μαγνήτες αν και καμιά φορά, μπορεί και τις περισσότερες, διώχνονται τα όμοια από αλληλεγγύη βέβαια.
Ανάσκελα είναι σαν να μουτζώνει το θεό, καλλίτερα μπρούμυτα,.. με γυρισμένη πλάτη, σαν να του θυμώνεις που σε θυμάται; Σε ξεχνά; Αδιαφορεί; Μπορεί έτσι να του κεντρίσεις καμιά περιέργεια.Καθώς το σώμα δεν είναι και η καλλίτερη πλάστιγγα που έχει εφευρεθεί άλλος γέρνει αριστερά άλλος δεξιά, άλλος μπροστά άλλος πίσω και ούτω καθεξής εις τον αιώνα τον άπαντα μέχρι να κουράσει τ’ αστέρια με τα καμώματά του κι ακόμα περαιτέρω να τα ξεκάνει με τις τρέλες του.
Υπάρχει μια πηγή μέσα ή εδώ κάτω από σκοτάδια και φως: ένα στο δεξί, ένα στ’ αριστερό και αναβοσβήνουν τα λαμπιόνια…
ΑΡΒΥΛΑ
Που ρίχνει την πετονιά; Στον 7ο αιώνα για να τσιμπήσει από κει κάτι «ωφέλιμο», κάτι σα σαργό κι έτσι όπως ο χρόνος έχει μια τέτοια κατωφέρεια να το βγάλει εδώ στο ψημένο ταψί και να το δώσει να το φάνε έτοιμο οι προοδεύοντες, οι άνθρωποι των δρόμων, οι αλανιάρες αγριόκοτες που σκαλίζουν ενστικτωδώς το χώμα…
Όπως λέγω εγώ, για το δικό μου εγώ, γιατί τίνος άλλου μπορεί να είναι; Στους αιώνες των αιώνων θα πρόκειται πάντα για ένα κατάδικό μου εγώ, αλλιώς γιατί να μου μπουκώνει το στόμα με περηφάνια κάθε φορά που πάω να το ξεστομίσω και ταυτόχρονα εκείνο αντί να εκστομιστεί μπαίνει και γεμίζει όλο το στόμα σα τα βαμπάκια τον πεθαμένο;
Φέρτε μου την ταγή. Ταΐστε με μπουκώστε με ζωή… εγώ που είμαι ένα κουλουριασμένο φίδι, ένας πύθωνας. Μέχρι να μιλήσει το όν στο λαρύγγι ή το λαρύγγι του όντος μέσα στη δίψα του για αθανασία μέσα στη δίψα του για θάνατο. Γαμωγιάννηδες.
Εκεί που οι σημαίες δεν κυματίζουν, στα φλάμπουρα τ’ ακύμαντα. Λές και πληρώνουμε τη γή, της δίνουμε πίσω τα κόκαλα για τη χάρη που μας κάνει…, και καύσιμό της στο αγκομαχητό της με το χρόνο.
ο ΑΘΡΟΙΣΤΗΣ:Τι είναι έγκατα αν όχι ένα λαγούμι, μια εγκοπή στη ράχη της γης, λίγο χαμηλότερα λίγο ψηλότερα είναι ζήτημα προσωπικής εκτίμησης. Στα θυμαράκια ή στα ραδικάκια θέλεις διάλεξε, θέλεις μη διαλέξεις. Είτε με τα πόδια πας είτε με διαστημόπλοιο την ίδια τιμή θα εκτιμηθείς, ποτέ δε θα ακριβύνεις, ούτε είναι λόγος να φτηνύνει ένα τσουβάλι κόκαλα, είναι δα τόσο φτηνό ήδη σαν πραμμάτεια: Από τα πιο αρχαία χρόνια μια δεκάρα με ίδιες τις δύο όψεις. Για του Πλούτωνα τ’ αμπάρια.
Έβρισκε τρελό που δεν τον εννοούσαν όταν διατείνονταν, ότι κάτω από τα ραδίκια δεν είχε διαφορά κι ήταν το ίδιο με έναν που ρεμβάζει κοιτώντας τον έναστρο ουρανό. Τι ρίζες από ραδίκια τι αστέρια το ίδιο δεν κάνει στο τελικό άθροισμα; Έχω χαμόγελο κατευθείαν από το χέρι του θεού, μεσολαβημένο βέβαια από τις απεσταλμένες του τις μοίρες.
ΣΚΟΡΠΟΝΕΡΑ
(πάλι για έρωτες θα γράφω;
Μολονότι οι αντικειμενικές συνθήκες είναι για όλους ίδιες, όπως βλέπεις δεν έχουν όλοι την ίδια γνώμη με σένα γι’ αυτές τις συνθήκες, οπότε το συμπέρασμα βγαίνει μόνο του πως πράγματι είναι και ίδιες και αντικειμενικές όπως με βλέπεις και σε βλέπω. Γιατί αν η αντικειμενική συνθήκη έχει βροχή, βρέχει για παράδειγμα, κι εσύ είσαι στην αντικειμενική βροχή, ενώ εγώ σ’ ένα αντικειμενικό υπόστεγο, πως να μη διαφωνήσουμε για τις επιπτώσεις της βροχής; Εσύ θα λες πως η βροχή είναι αντικειμενικά μουσκευτική, ενώ εγώ; Γιατί βέβαια εσύ θα έχεις δίκιο ως προς τα αντικειμενικά αίτια ενώ εγώ για τα αντικειμενικά αποτελέσματα. Με λίγα λόγια μια συλλογιστική μούσκεμα.
Τίποτε δεν μας εμποδίζει να είμαστε καλοί ηθοποιοί. Κι εξάλλου αυτή η τέχνη γεννήθηκε μαζί με τον άνθρωπο και την τραγωδία του.Σχεδόν έχουν τις ίδιες πιθανότητες για το ποιο γεννήθηκε πρώτο.
….αν έχετε την ευχαρίστηση
μου περνάτε το αλατοπίπερο,
Γιατί κύριε Μαλόν παρότι θα δεχτούμε την εμμονή σου να είσαι “εσύ μόνος σου” κι όχι ένα πεπόνι που πονάει σαν κεφάλι που το σφάζουν. Και τούτο επειδή από όλες του κόσμου τις μεταφορές δεν θα διαλέξουμε τα ερωτηματικά τις κουτσουλιές που πέφτουνε στο κεφάλι μας από λογής πετούμενα, πτηνά και έντομα, και που και που κανένας αερόλιθος, κι ας είναι που μας χαρίζουν κάποιο χασάπικο γέλιο όταν λερώσουν κανένα κουστούμι. Ή να τις πω κοτσιλιές όπως κάπου θυμάμαι να γράφτηκε; Όπως κι αν έχει καλό πράγμα οι μεταφορές όταν μάλιστα βγαίνουν όπως το αβγό απ’ τον κώλο του πουλιού.
Και βέβαια δε θα δίνουμε την αιώνια συγκατάνευσή μας σ’ εκείνους που ζυγίζουν τα βουνά με το ραβδί τους και μετράνε το βάρος τους στα τελάρα, και που έχουν κάνει ότι μπόρεσαν για να τρελαθούνε μια ώρα αρχύτερα. Έχουμε προ πολλού χάσει την περιέργειά μας για την τελευταία τους πινελιά. Εξάλλου τους έχει καταπιεί ο χρόνος και δεν έχουμε άλλα κεφάλαια να δαπανήσουμε στη συντήρησή τους κτλ.
Γιατί επιτέλους ένα βήμα στο πλάι, ένα βήμα πίσω, κάνει καλλίτερη τη θέα, παρά με τη μούρη χωμένη στον ασβέστη του τελάρου. Μια φύση αραιότερη κι αν δεν τη φτάνει το χέρι, τότε το μάτι, κι αν όχι κι αυτό τότε το παρά μάτι.
Γιατί επιτέλους που λέει ο λόγος, ξαναβγάζει από το ορθολογικό κουτί του το «σύγχρονο» άνθρωπο και τον επανατοποθετεί μισό μέσα στο βούρκο εκεί που είναι και η καθολική του συνθήκη, για να είναι σωσμένος ες αεί, ζωσμένος την πανοπλία της απώλειας. Και επειδή κάθε μέρα μας σώζει πότε η τεχνολογία, πότε οι εφευρέσεις, πότε οι τέχνες και τα γράμματα, ώστε δεν έχουμε δα να παραπονιόμαστε μέσα σ’ ένα τέτοιο φαντασμαγορικό πανηγύρι. Άλλωστε το γαλατάκι αυτό αποπνέει κάθε πόρος, οπότε προς τι οι απορίες. Δε σε χωράει ο τόπος, ο κόσμος; μη βιάζεσαι..Αλλά τούτο το τελευταίο γαλατάκι δε θα το πιώ. Απλά το βάζω στο ράφι, αφού είδα την οσμή του και την προέλευσή του.
Ας πω κάτι τελευταίο. Θυμίζει ο Bacon με τις σφαγμένες του μορφές, καταβολές από δω.
Όχι.Εμείς,εγώ, είμαι δοξαστικός της ύπαρξης. Δε θα εγκαταλείψω εκείνο το πράγμα που λέγεται τραγωδία και ηδυσμένος λόγος. Έρωτας, ομορφιά σε μια αποτίμηση μέσα στον καιρό, πέρα από τον καιρό. Σίγουρα ζητώ να βγω σε πιο σίγουρη δομή, με τα συμφραζόμενα της εποχής μου, σ’ εκείνο που επιμένει να ονομάζεται σύνθεση. Θεώρηση των σκεπτικιστικών θέσεων του Αινεσίδημου, ο εφεκτισμός από αισιοδοξία. Μέσα στο φως κορυφογραμμών και ακτογραμμών, από μιά κοιλάδα που κρατά και φώς και νύχτα και φεγγαρομέρες που δε θα σβήσουν ποτέ. Αυτό θα το συνεχίσω ώσπου το ένα ξημέρωμα να συναντήσει το άλλο.
Αυτό το Μπεκετικό διάλειμμα ήταν για να συμπληρωθεί η φράση: “καλά μπερεκέτια κε Μπέκετ”. Έτσι για να τον χώσω ανάμεσα σ’ εκείνες τις αισιοδοξίες κι εμένα. Για να πάρω μια απόσταση, ώστε να τα ξαναδώ, και να αποτιμήσω με φρέσκο μάτι τις ατοπίες. Γνωρίζω τον τόνο, γνωρίζω τι χρειάζεται, μόνο που εκεί δε βοηθάει η γνώση.
Οι παράμεσοι
Κι όμως, σ’ ένα παρόμοιο Σανατόριο (θανατόριο;) βρέθηκε ο Βασίλης Τ., κι εκεί ίσως οι φεγγαρομέρες δεν θα ήταν του κακού του χαρακτήρα μνήμες. Σπαρτάραε από χαρά, στην καρδιά του Βερολίνου ανάμεσα στην απόλυτη τιμή που τον περιόριζαν οι πατερίτσες του,.. μπροστά στο νεοαποκτημένο του πλυντήριο που δεν ήξερε πως σταματάει. Μια παιδικότητα γεμάτη βάσανο.
Το ίδιο ο Χαρίσης Λ. Επιστροφή στις “ρίζες” τους για να φύγουν στον αγύριστο… Χάνοντας και τις τελευταίες τους αυταπάτες, μονήρεις, σ’ ένα κόσμο που τόσο ριζικά έχει μεταβληθεί κι όντας οι ίδιοι πολύ μακριά από τον εαυτό που είχαν αφήσει στο μικροχώρι τους.
Λέω τη μοίρα των δυό τους, επειδή πολύ νέοι μονήρεις άφησαν τούτο τον κόσμο, απ’ τον οποίο ήταν πολύ πολύ μακριά χρόνια πριν την οριστική τους αποδημία. Όμως το χούι τους το πήραν μαζί τους. Ήταν ότι καμιά πουτάνα αυταπάτη δεν μπόρεσε να τους το μαλακώσει. Ήταν πέρα για πέρα τζιόρες για να δεχτούνε προσαρμογή. Μονόλυκοι που το χνώτο τους δεν ταίριαζε ποτέ πουθενά και με κανέναν. Έμειναν έξω από το παχνί. Γι’ αυτό και κάηκαν προώρας. Δεν έκαψαν κερί ελπίδας, ούτε φανερά, ούτε κρυφά. Αλλά και δεν ενηλικιώθηκαν ποτέ τους. Να τους πω ανθρωποσκιαγμένους δεν πέφτω έξω. Κάτι σκοτεινό τους κυνηγούσε μέσα τους. Μάλλον θα μπορούσε να ειπωθεί ότι τη ζωή την είδαν σαν θρύλο παρά τη ζούσαν.
Που είναι το κατακάθι; Παντού. Όπως το σαράκι. Άμα μπει στο στεγνό ξύλο δε θα κάτσει, δε θα βολευτεί στο λίγο, θα το φάει πατόκορφα. Γι’ αυτό μη ψάχνεις να βρεις σε ποιο σημείο μπήκε, τρώει και θα τρώει ως το πέρας των καιρών, από τα στραβόξυλο, όπως συμβαίνει απ’ την ώρα που κοίταξε η επιθυμία στον καθρέφτη της.
Και όσο θα τελειώνουν το έργο, τόσο πιο ατελείωτο θα γίνεται.
Αν ήθελε κανείς να ξαναδοκιμάσει ένα επίγραμμα, ένα σύμβολο επιτύμβιο τι θα είχε να προτείνει;

“Δώθε του τάφου δε βρήκα τίποτε,
δεν ξέρω σε ποιο ταξίδι με στέλνετε,
αλλά χούι δε θ αλλάξω, αυτό είναι σίγουρο”.

Αν κάρφωνες δε στη θέση ένα άγαρμπο παλούκι από κέδρο με δυό τρία άγρια κλαδιά σα φούρκα, ίσως συμβόλιζε τη φτιαξιά από ληστή των παλαιών ημερών, που πήραν μαζί τους…..ανήμποροι με το χούι τους.
Πέθαναν από άγνοια, μέσα στην άγνοια, έχει κανείς τίποτε καλλίτερο να συμβουλέψει; Ξέρει κανείς; Ξέρει κανείς ποια είναι η καλλίτερη αποτυχία στο σχολείο της ύπαρξης;

Γ

-Πώς το κάνει αυτό;
-Νομίζω ,σα μάγος που είναι.

Οι παπάδες είναι κάτι πράματα που, έτσι νομίζω εγώ,σου τάζουν την αιωνιότητα όπως σε βλέπω και με βλέπεις ενώ στην πραγματικότητα σου ρίχνουν τόσο χώμα ώστε να μη μπορέσεις να ξαναβγείς ποτέ.Τόσο αιώνια σε θάβουν.
Μετά από όλα αυτά ένοιωσα τόσο επιτυχημένος και τόσο δοξασμένος όσο μάς το έχουν περιγράψει οι παντός είδους δάσκαλοι και καθηγητές της ζωής με τόσα στολίδια στο λόγο τους όσα τα στολίσματα που τους ντύνουν,και φορτωμένος με τη γαϊδούρα τούβλα όλη μέρα ανεβοκατέβαινα το γιαπί προς το ένδοξο μέλλον μου που μιά το συναντούσα στην ταράτσα μιά στο υπόγειο….τουλάχιστον δεν είχα απέναντι όχθη γιά να την επιθυμώ,την άλλη όχθη που λένε.
-Τί ξύνεις;
Ή το κεφάλι μου γύρισε ή η γή γύριζε ,όπως και νάχει κάτι γύριζε.
Σα μαγικό κύκλο άς πούμε ακόμη και φλεγόμενο γιά να μένουν οι διαβόλοι απέξω,πράγμα που έκανε κι ο ούτις στο φως της μέρας αλλά στα σκοτάδια της μέρας κύκλο αιμάτινο που γύρω μαζεύτηκαν οι ψυχές οι κάτω κόσμου,και τους έδωσε αίμα γιά να μαντέψουν,να δούμε σε τούτη τη νύχτα ποιός διάολος θα μαντέψει και τί.
Ο νόστος είναι νηστικός από εστία,η νοστιμιά του είναι δεμένη με τη νηστεία των οικείων γεύσεων,και έρχεται με υγρασία νοτιά.Την ξυπνά βαθύτερα η βάρκα που χωράει,η Ναυσικά,η χλωρή φοινικιά με το φοινικόλαδό της.
-Τί ξύνεις;
Εμείς ξύνουμε τα μολίβια κι εκείνα με τη σειρά τους -ή από ευγνωμοσύνη άραγε;- ξύνουν τη λευκή σελίδα ώστε να μαυρίζουν σα προβατάκια στο λιβάδι τους λογιώ-λογιώ σχήματα και σημάδια… κατά το «ο λόγος μπαίνει από τις αυλακιές του αυτιού,από άλλα αυλάκια το σπέρμα. -σπερματικός λόγος.
Δεν χτυπάει Μεσάνυχτα.Όχι ακόμα.Δε βρέχει.
Γυμνός από έπαρση ανθρωπιάς.
Ανθρωπιά: το λασπώδες ,γλίσχρο ψέμα γιά τα θρανία,αλογοτριβή.
Αλλαγή γλώσσας.Δε σου έμαθε το απέναντι μπαλκόνι το νέο ήχο;
Αντίδρομα: θα θέλαμε πολύ να είναι αυτός ο ήχος του τραγουδιού μα πίσω από εκείνα τα λόγια, του ξελογιάσματος, Αρχίζει να φέγγει μιά άλλου είδους «μυθολογία».Ένα απόγευμα γυμνό,ένας τεφρός ήλιος,καρφωμένο το δόντι του στις καμπύλες της Λίπας,αυτής της εφτάΨΥΧΗς με τα πολλά καπούλια σκοτεινομαβιάς με τις φιδόπετρες.Οι μικρές θείες ταξιδεύτρες είναι σκόνη από άστρα,αστερόσκονη που κυλάει στην σκοτεινή μαύρη άβυσσο,στα πιό μαύρα νερά του Χωνευτού Νερού της Στυγός.
-Τί ξύνεις;
Μόλο που μόλις κανείς ακούσει να εκφέρεται η λέξη ίχνη πάει το μυαλό του στα χνάρια πάνω στο χιόνι,την άμμο,η το χώμα,ενώ είναι κάτι ακόμα πιό αόρατο από αυτό τα ίχνη ,κι άς είναι φωνές και κίνηση και ίχνη τραγουδιών,πέτρα πάνω στην πέτρα δρόμοι ιχνών,αυλαίες,τελάρα,ίχνη ψυχής,σωμάτων,αποκαΐδια κι ότι έχει το αρχαιολογείο της ύπαρξης στην καμπούρα της φάλαινας στους ωκεανούς του ταξιδιού.
Όλος ο ωκεανός δρόμοι που χαράζονται και ξαναχαράζονται έτσι όπως παίρνει ορμή η καθε διάνοια από το μύθο και γεμίζει το μυαλό όνειρο γιά να περνά το σκοτεινό βυθό του ύπνου του ξύπνου…

Άστην αυτή τη δουλειά,με τα όντα κτλ. την έχουν αναλάβει άλλοι του είπα.Πιό επιτήδειοι και πιό μπαγαπόντηδες…

Μην καλοπιάνεσαι,μην τους καλοπιάνεις,καλοπιάνεται το κολοβό φίδι;

I. ‘ 94

Advertisements

ΟΙ ΚΤΙΣΤΕΣ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ

Άν καταφέρεις να γράψεις ένα στίχο ισάξιο με τους στίχους ενός ποιητή που θαυμάζεις,τότε θα μπορέσεις να ολοκληρώσεις και ένα ποίημα,μόνο που θα απαιτηθεί περισσότερος κόπος.Και δε χρειάζεται να πούμε πως το επόμενο στάδιο είναι να συμπληρώσεις με όσα άλλα ποιήματα για μια συλλογή ή και σύνθεση.Η άλλη απαντοχή είναι να φτάσεις στην πλήρη επιτυχία να μοιάσει το έργο σου στο δικό του.

Η αγάπη για την ποίηση ενός ποιητή είναι έμπρακτη.Αγάπησα την ποίηση του Ίξ μόνο όταν κατέγινα σε ανάγνωση εις βάθος. Κι όταν περπάτησα και το γαλλικό κείμενο.
Ήταν μια ποίηση που μου είχε αρέσει εξαρχής,αλλά τώρα βαθαίνει και μου γίνεται οικεία αρεστή βαθιά μεγάλη.Μεγάλη με έναν τρόπο μετρημένο.Και όχι ολοκληρωμένο.
Και ταυτόχρονα βιάζομαι να την αποχωριστώ.

Το λογοτεχνικό το ποιητικό τα ζητήματα στοχασμού τέχνης και ζωής,είναι μια σύμπλεξη που δεν καταλήγει ποτέ.Κάποιες φορές οι φωνές γίνονται πιο ευδιάκριτες,το ζήτημα είναι αν ακούς τη μουσική τους.

“Οταν πέφτει σκοτάδι στην ελληνική γη πρέπει να αποφασίσουμε με ποιό όνομα θα μας φωνάζουν”
—-Γιατί γράφω θα πει εικονογραφώ μιαν αγάπη. (Γκ. Μπ.)

Ο κορυφαίος πεζογραφος μας, αν και δεν έγραψε στη δημοτική ,εντούτοις δεν αγνόησε τη γλώσσα την απλή την ιδιωματική,που την εισάγει στη διήγηση ατόφια όπως τα σπασμένα κεραμίδια στους φτωχικούς ναούς της υπαίθρου στο χτίσιμο μαζί με νεοκλασικά στοιχεία και εν γένει θραύσματα.

Το πρώτο πράγμα που πρέπει να έχουμε κατά νου σε κάθε διερεύνηση είναι ό,τι ως παιδιά της γης ,φέρουμε πάνω μας κάθε στοιχείο της πρώτα σωματικά ύστερα ψυχικά.Στο δεύτερο είναι μια βασική μας διάθεση που είναι αυτή της γης.Πρώτα τον ημερήσιο κύκλο της κι έπειτα τον ετήσιο.Όλα αυτά αποτυπώνονται στους κύκλους του βίου μας σε στενή σχέση με αυτόν της γης.Και ακολουθούν οι συσχετισμοί.

Κατεβαίνω εκ νέου να μπω στην ομίχλη του.Να βαδίσω στο γυαλιστερό κατάστρωμα απ’ όπου ξετυλίχτηκαν οι στίχοι του μέχρι να τον φέρουν από στο Παρίσι.

Οι κτίστες της γλώσσας,είναι ταγμένοι της είναι προωρισμένοι της. Αναγνωρίζονται από το υλικό με το οποίο χτίζουν.Αγαπάνε τη γλώσσα παράφορα, τους έχει παιδιά της.Είναι οι κεκλημένοι της στο ιερό των Μουσών κάλεσμα ,και έχουν αναλάβει αυτό το έργο.
Είναι πουλιά που οι φτερούγες τους τα περιορίζουν στο νησί τους σαν μεγάλο κλουβί φωλιάζουν σε όλες τις πέτρες του που γυαλίζουν στις πρώτες ακτίνες του ήλιου καθώς διαλύουν την πάχνη.
Σκύλα και χάρυβδη,αγελάδα με ράχη φάλαινας ,η θάλασσα.

Με τις γλώσσες σου θάλασσα μας δοκιμάζεις
μας γλείφεις ολόγυρα σαν μεγάλη αγελάδα
περνώντας μας για παιδιά σου ,εμάς
τα πλοία μας τα ξύλα τα βράχια
ύστερα σαστίζεις,μας αποδιώχνεις γυρνάς πίσω στους βυθούς σου
με της φάλαινας τη ράχη ανεβοκατεβάινοντας.

Σκοτεινό βιολετί

Η εργασία τους δεν σταματάει στιγμή.
Η ποίηση η λογοτεχνία η σκέψη και η επιστήμη έρχονται τόσο πλήρεις,που το μυστικό της υποδοχής τους είναι να πεις “πιο πλήρεις δε γίνεται”,κι ωστόσο γνωρίζεις πολύ καλά πως το εκκρεμές τινάζεται στην απέναντι μεριά.Με αφομοιωμένο το υλικό δε θ’αργήσει να μιλήσει η βαθιά στιγμή καθόσο προετοιμάστηκε.Δεν μπορεί παρά να υποστασιωθεί.

Μονόφθαλμος κάβουρας πειρατής το τυφλό του μάτι είναι μόνο δάκρυ.

Σου δίνουμε πλοία και μας επιστρέφεις σανίδες.
Σου δίνουμε κορμιά ,επιστρέφεις καύκαλα,κρησφύγετα κάβουρα πειρατή

γιατί θάρθουν τα κύματα του δάσους με τα μυτερά έλατα
να συγκριθούν, το πράσινο σμαράγδι τους
πότε να γίνεται σκοτεινό μέχρι το μαύρο
πότε να ασημίζει μέχρι το λευκό χιονιού
και πάνω εκεί στην οξύτερη κορυφή σ’ ένα ελάτι
ένα πουλί αφήνει την κραυγή του άγριο θαλασσινό.

Οι άγκυρες δαγκώνουν τα ύφαλα της Μουνιχίας.Σμιλεμένο κύμα που ,ήρθε απο μακριά περιπέτεια στον ωκεανό, ναυάγησε στην αμμουδιά.Ξύλο της νύχτας και ξύλο που το υιοθέτησε η θάλασσα χρόνια τώρα, το ξαναδίνει στο δάσος,να το θρηνήσουν οι χειμώνες οι σκοτεινές εστίες.
Στο Φάληρο τα σκάφη τα στριμώχνει ο νοτιάς σαν θαλασσοπούλια,στον όρμο τρίζουν οι αντένες οι σκαρμοί. Από τα αναμοδαρμένα ύψη της ορεογραμμής και τ’αχτένιστα κέδρα στο θαλάσσιο όρμο τα χτενίζει το μαϊστράλι ανάμεσα σε αντένες και ξάρτια,ένα δάσος από κατάρτια και συριγμούς.

Τα πράγματα είναι.Υπάρχουν όμως στου ποιητή το κάλεσμα.Ποιός άλλος θα μπορούσε να δώσει τον γκάουτσο στ’ όνειρό του;Ποιός αν όχι ο ποιητής θα δώσει την εσωτερική διάθεση του κόσμου; Πώς αλλιώς να λάβει υπόσταση ,να υπάρξει,μετουσιώνοντας τον πόνο ματιών σε εικόνα; Η πάμπα ξετυλίγεται σαν μια κουβέρτα με ποικίλα σχέδια από μαλλί προβατοκάμηλου.
Του ήλιου τα άγρια σκυλιά χάνονται στη δύση.

Τα κοπάδια των νομάδων έχουν χαράξει τη διαδρομή πριν αναλάβει να τα ποιμάνει ο άνθρωπος,που θα είχε μια στάνη και για τα αποδημητικά πουλιά άν μπορούσε να πετάξει.Τώρα πετάει στη ράχη του αλόγου με τις φοράδες του ανέμου.Η κάπα του από μαλλί προβατοκάμηλου τον κάνει φάντασμα της ορεογραμμής κατά μήκος των Άνδεων.

****
Δίνεις το χέρι σου στο χάδι ηλεκτρίζεται η νύχτα τα σύννεφα, η ράχη του σκοτεινού ανέμου.
Στη φωνή του ποιητή όλα παίρνουν την όψη της ψυχής του.Οι θερμοκρασίες σε σημείο ανάτηξης, η κράση αναμορφώνεται ,ψυχικά τοπία που δίνουν τόνους ψίθυρου στο μυστήριο.Το μύθευμα και η κλήτευση έρχονται με λέξεις παλιές και νέο ήχο.Βγάζουν ένα κρυμένο εαυτό συνομιλούν με της διάθεσης το πέρα.
-Γιατί μας βυθίζει ο τρόπος σου στην πυκνή νύχτα και στην αγάπη.
Τα χείλη σου μου λένε την αλήθεια,με το φιλί τους.

Απο καλάμια και χώμα οι καλύβες
στη χόβολη ψήνεται το καλαμποκίσιο ψωμί,αραμποσίτι
θα τον κρατήσει μέχρι το βράδυ
θα κάνει το οφτό στα αναμμένα κούτσουρα από πευκιά.
Το πραγματικό υλικό για το ποίημα
είναι η κάθε φορά διαφορετική ουσία του δάσους.

Τα άλμπατρος αυτά τα πουλιά ποιητές διάλεξαν τον ωκεανό για σπίτι.
Πίσω σου είναι το θαύμα,όπως στο πεφταστέρι
η φωτεινή τροχιά που αφήνει καθώς σβήνει.
Ποίηση μες στη διαφάνεια.Που και μ’αυτό σκοτεινιάζει.
Καίγεται κι απ’το φως το νόημα.Η σημασία σκοτίζεται.
Όσο λευκή και διάφανη κι αν είναι η Ευριδίκη,ο Άδης
δεν αφήνει παρά στη μαύρη λάμψη να τη δεις,
χωρίς να κοιτάξεις, μα με τα μάτια της ψυχής.Κι αλλιώς τη χάνεις.

Βάρκα που σαλπάρει στις πέρα αμμουδιές
το σπάνει η Γκόλφω το παχνί
Όλη μες στην παραφορά,ο κόσμος δεν την αφορά.

Θα παγώσεις μια νύχτα με τις εικόνες όλες.

Νόμισε πως τα είδε και τα εξήγησε όλα με το νόμο της επιθυμίας.Πως τάχα φτιάχνω όνειρο νύχτα και μέρα.Για να είναι νεύρωση το παν.
Μα και πάλι οι Πολιτείες εξαντλούνται στο νόημα κι επειδή δεν αντέχουν να δυστυχούν,πολεμούν .Η Αμάχη δεν έχει τέλος.
Σηκώνοντας το χέρι σου στο χάδι φωτίζονται οι δρόμοι οι νυχτερινοί.

Γιατί στρεφόμαστε σε μακρινούς ποιητές; Μα γιατί μας φέρνουν μακρινούς απόηχους απο τη χώρα της ποίησης,απρόσιτους αλλιώς.Στο δικό μας ήχο κάτι βράχνιασε.
Ο ποιητής του ωκεανού,δεν μπορεί να τον στερείται για πολύ.Στη μέση της συλλογής θα βρει τρόπο μ’ ένα ποίημα να βουτήξει καταμεσής του,έστω κι αν μεταμφιεστεί σε νερό,βρόχινο, ποταμίσιο, αδιάφορο.Να νιώσει μόνο την υγρή απεραντοσύνη το άγριο κυμάτισμα.Αιχμάλωτος του ιλίγγου.
Ένα ποίημα,πολύ περισσότερο όταν αφορά τον θηλυκό ορίζοντα της γυναίκας,πρέπει απ’όλες τι μεριές να το κοιτάξεις να το πλησιάσεις σαν εραστής,να το κολακέψεις, και γητεμένο να σου δείξει όλες τις απόκρυφες γωνιές, να σου ανοίξει την αγκαλιά του,και τα μυστικά του.Όσο χρόνο θα του δώσεις τόσο νόημα θα πάρεις.
Όπου κι αν έστρεψα τα μάτια ήσουν εσύ
δεν θ’ αντέξει η Γη χωρίς τη θηλυκιά συντροφιά σου ,Γυναίκα,
γιατί μας βυθίζει ο τρόπος σου στην πυκνή νύχτα και στην αγάπη
Της μορφής του η κατατομή ξαναγυρνά σε σένα.

Μιά χούφτα φύλλωμα

Μια χούφτα από δροσερά λόγια στο πράσινο πυκνό φύλλωμα της νύχτας της φτάνουν της αγάπης.

Το νερό ,λέει ,είναι ένα δέρμα που δεν μπορείς να πληγώσεις,δεν ξέρω, εσύ βουτάς κι η θάλασσα κλείνει ,
μετά έρχεσαι όλη
ρευστή
και ξαναγεννημένη. Γιατί στα χρόνια τα παλιά κοιμόσουν πάνω στη θάλασσα
τώρα είσαι ασήμι
ασήμι και βιολέτα
θάλασσα και φεγγάρι
γιατί είσαι
ήχος καλοκαιριού είσαι νύχτα και νερό
αν θέλεις είσαι γέλιο χορός στο κύμα
δώσε μου το πρόσωπό σου να ολοκληρωθώ στην εικόνα σου

όμορφα όλα
σαγήνη
γυναίκα σαγήνη με δελεάζεις
τα μάτια σου ρίξτα
έρχομαι σε σένα
γίνομαι με τη μορφή σου ένα
έλα όλη
νιώθω λαχτάρα
με έχεις ρίξει μάτια μου, είσαι πολύ βυθίζομαι στο βλέμμα σου,στο ερωτικό σου πυρώδες βλέμμα .Και στις αποχρώσεις που διάλεξες ν’ ανθίζει το κόκκινο στόμα σου
απο καρμίνιο και γεράνι
έρχεσαι μ’ ένα βαλς; αυτό είναι ο έρωτας
μαίανδροι από βαλς;
κρύψε τον ήλιο σε θέλω νύχτα
μαθαίνω την ύλη,την ύλη σου
ύλη της ομορφιάς
οπτικό χάδι
Στα μάτια σου,μαύρα,κοιτάζω τη νύχτα.
Με ξελογιάζεις.
Πόσες εικόνες στα μάτια σου πόσες επιθυμίες στην καρδιά σου. Γεννιέσαι Γυναίκα.
Γυναίκα ,ανάβρυσμα πόθων,ρίξε μου τη σκιά σου.
Αίμα ερωτικό,μορφή μου.Ονειρεύομαι ό,τι είσαι. Ελευσίνια. θερμό αγκάλιασμα φιλί
εσύ κόρφος
εισχωρώ στον κόρφο των κυμάτων σου
Ξύπνα το νερό.Είσαι η νύχτα.
Εξόρισέ με.
Πηδάω στο άγνωστο βουτάω στο νερό.
Βουτάω στο ποίημα βουτάω στην αγκαλιά σου,στο κονσέρτο των φιλιών σου μορφώνεται η γλώσσα μου
οι ήχοι της φωνής γίνονται στρογγυλοί σαν στο στόμα σου
το νερό ησυχάζει,το ακούς που κοιμάται
ξυπνά το θαλασσοπούλι και περνά σφυρίζοντας ένα σκοπό που του έμαθε η θύελλα.
Το κοίλωμα μιας αχιβάδας ο μυχός των κόλπων οι μυστικοί κόρφοι ,η ομορφιά γεννιέται από τον ψίθυρο των πραγμάτων που έρχονται απ’ τα χείλη σου.
Κυριακή και τα ανθάκια της ντάλιας σγουραίνουν τον λίαν πρασινωπό κόσμο το γέλιο σου γίνεται γάργαρο κατσαρό νερό που κελαρύζει ανθίζουν τα χειλάκια σου.
Η ομορφιά σου η γύμνια έρχεται πάντα με χείλια μαχαίρια
όλα γράφουν σαν μια αστραπή στο βλέμμα σου.
Τρυφεράκι του Ιούλη, ο χώρος κλείνει
γύρω απ την αγάπη μας μάθε μου το τραγούδι σου, τον ερωτικό μας χορό.
Ξύνεις με τα νύχια σου την ψυχή μου άγριο αιλουροειδές του χιονιού
σαν σ’ αγκαλιάζω ουρλιάζουν όλα τα φαράγγια στο στόμα σου
στροβιλίζεσαι σαν μαύρη καταιγίδα.

Νύχτα νάρχεσαι. Νύχτα που το φεγγάρι ντύνει όλα τα κορίτσια με ασημένιο φως.Να με μεθά η ημίγυμνη φωνή σου και τα ασημένια σου φιλιά.

ΣΤΡΑΤΗΣ ΠΙΣΣΑΣ

αναδίφηση ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΥΡΓΑΡΗ

Έδωσε νιάτα θάρρος νου στρατηγική ο Κυδωνιάτης πολεμιστής στου 21 το μεθύσι.Στρατάκη τον αποκάλεσε η κρητικιά που τον νοσοκόμησε. Οχτώ χρόνια με το όπλο στο χέρι με ακατάβλητο σθένος, πολέμησε σε όλα τα μέτωπα της επαναστατημένης χώρας,Κυδωνιές Πελοπόννησο Κρήτη Εύβοια Χαϊδάρι Χίο Ακρόπολη, με τους τακτικούς.Έδωσε δύο αδερφούς,τους κέρδισε η αθανασία.
Ακέραιος ρίχτηκε στο χορό του πολέμου αγνίστηκε μες στη φωτιά της μάχης.
Κι όταν ο πόλεμος είχε μεταφερθεί στα έντυπα των Αθηνών,βούτηξε τη γραφίδα στις μνήμες του πολέμου και της πατρίδας,φωτίζοντας με τη δική του μετοχή και φωνή τους δρόμους που άνοιξε η φωτιά.

Στρατής Πίσσας,η ενσάρκωση του κράτους,στυλοβάτης του στρατιωτικού βραχίωνα.Κάνει προσκλητήριο σε όλο του το σόι και τους συμπατριώτες που έδωσαν ολοκαύτωμα την πατρίδα τους Κυδωνιές,μάλιστα με αυτούς αρχίζει και τελειώνει.

Ο Γιώργος Πύργαρης μετά την υπαρξιακή μάχη που έδωσε, ανασταίνοντας την προγονική μορφή του Καπετάνιου Των Δερβενοχωρίων και Θήβας Θανάση Σκουρτανιώτη,ο οποίος μαζί με τους συντρόφους του πολεμιστές έγινε ολοκαύτωμα στο Μαυρομάτι ,εξελίσσεται σε ιστοριοδίφη,πλαταίνει τη ματιά μας ρίχνοντας φως στους αγωνιστές που χάρισαν στη Χώρα Ιστορία Ύπαρξη Ελευθερία.

Σημειώνω ,ενθύμηση ανάγνωσης 24.3.2017

Ανεβάζω αυτό το τραγούδι για το χαρακτηριστικό του ήθος.Αυτό που χρωστάμε να ειπράξουμε απο τη Μάχη.Αυτό και δίνει.Και τη μάχη τους να τη γιορτάσουμε προς τιμή και δόξα τους.https://www.youtube.com/watch?v=DEV7c2zYseg

Εικόνες από μελάνι

Βόλτα στο αττικό φως
κι έγινε ένα με αυτό
συννεφιά πεύκο κι ελιά
γύρω γραμμές λόφων
έσμιγαν τη γραμμή του
-ορίζοντας
μες στο φουστάνι της Αθηνάς
το γυμνό σώμα της γραφής

ένας φτερωτός ήχος χάθηκε στο θάμνο
πήρε την όψη κοκκινολαίμη

απλώνω σαν φύλλα τις λέξεις
στο λευκό τοίχο της σελίδας
μέχρι το περιθώριο
Δεν ξέρω άν γίνεται αυτό ”κάτι για τα μάτια”
ή κάτι για να μάς στεγάσει κάτω απ’ το φως

μιά στήλη σκόνης
κάθε που ανατέλλει χορεύει στο φως

φωτεινή κηλίδα
στο χωματένιο πάτωμα

μαύρες χάντρες κισσού-διϋλισμένος διόνυσος
αντίδοτο στη μέθη

μιά φτερούγα στέγη
το σπίτι πετά
χάρις στα μελάνια
τέχνης ασιανής

γιατί είναι αλλαγή στο βλέμμα
ιδεογράμματα που μάς βλέπουν
όσο κοιτάζουμε

καθώς πατώ ξερά φύλλα
λίγο πριν τη βροχή
τα πρώτα σταλάματα
κροτούν το επερχόμενο εμβατήριο
ένα μαρς χειμερινό στου Ιούνη το καταμεσήμερο
-ο ιβίσκος σβήνει ο πόθος ανάβει-
το αφήνω να με πάει απόμακρα

ΣΑΝ ΓΥΑΛΙ

Παίρνω μονοπάτι
στου γκρεμού την άκρη
ασημένιο φύλλο
κόβω να σου στείλω
να δεις ποιον έχεις φίλο

στέγνωσε το δάκρυ
σαν γυαλί στο μάτι
*

ΑΓΑΠΗ ΑΠΟ ΓΥΑΛΙ.Αγωνιώδες ναυάγιο στην κρύπτη.Ξύπνα βλέμμα, ξεμούδιασε πνεύμα, τεντώσου κορμί, σπίθιζε αίμα,τούτοι θέλουν να μας κοιμίσουν όρθιους..Η ζωή δεν υπακούει σε βιβλία.Δυνάμεις από το κέντρο της γης κι από το ακραίο σύμπαν δρουν, ενεργούν ακατάπαυστα βάθος η αλήθεια,πλάτος η ομορφιά.ύψος η θέληση.Θεοί ,όχημα της θνητότητας, ποιος θα σήκωνε τόσο θάνατο;Κοχύλια της αβύσσου,ποιήματα. Όταν έρχεται κανείς σε ρήξη με τα πάντα και σπάει κάθε δεσμό είναι η στιγμή που αλυσοδένεται ολόκληρος πάνω στην έκπτωση του,άβυσσος μέσα του στενάζει.Από την τάξη της αγάπης σύμφυτη σύζευξη,ότι είναι αμετάβλητο μεταβάλλεται ,ότι μεταβάλλεται είναι σταθερό στην αλλαγή. Δίφυλο όν ο άνθρωπος ,έκαστος ήμισυ όντος ως έμφυλος,ακεραίωση η αγάπη. Σωρεύω στα πόδια του μηδενός μηδαμινότητες,μια κουταλιά μέλι σφαγμένος ήλιος στο ρακοπότηρο.Έξοδος από το ζυγό του χρόνου. Το σύμπαν μας κλείνει το μάτι. Στο σκισμένο ρόδο σου ο βωμός της δικιάς μου θρησκείας.Δίφυλλη πόρτα με την κλειδαριά της,το ζεύγος των εραστών.Χωρίς ηλικία τοπίο χρόνου η ψυχή τρεμόσβηστο.Τρεμόσβηνε στ ακροδάχτυλα Μόλις την άγγιζες Μόλις την έβλεπες Ανεπαίσθητη φλόγα κεριού. Ανεπαίσθητη πεταλούδα νυχτερινή. Να γυροφέρνει. Φλόγα πεταλούδα Κίνδυνος να καεί, Κίνδυνος να σβήσει. Τότε ένοιωσες την ανάγκη να τακτοποιήσεις τα ατακτοποίητα Να κάνεις τον κατάλογο των πραγμάτων του χρόνου.Σαφές περίγραμμα του σπιτιού των σκιών Πως ζουν εκεί το θάνατο στο σπίτι των σκιών;

Στου amore το ανηφόριΣυνάντησα της Καλυψώς τα χείλη
Τα μάτια της πάνω στο κύμα οι φοινικιές είχαν χορό
Κι οι εντυπώσεις ήταν πρίμα και των κυμάτων βουητό
Μέσα απ του ανέμου το κοχύλι στης άνοιξης το μεσοφόρι
Σε κύκλωνε το ξεροβόρι στο βούτημα του φεγγαριού

Οι φοινικιές τρελοχορεύαν το κύμα άλλαζε πουκάμισα
Κι εσύ ντυνόσουν το φεγγάρι σκίρτησε σκοτεινό λαγκάδι
Η ρεματιά φωτίστηκε ένας υμένας σκίστηκε
Τη χλόη πλημμύρισε φωτιά.Πέτα αϊτέ Πέτα γυναίκα του αϊτού
Πέτρα γιαλού πρόκληση για το κύμα ο ήλιος κύλησε στις ιτιές.

Να αξιολογήσουμε Μέσα στο βάθος του εαυτού μαςΤη συνολική πραγματικότητα.Της ζωής το ταξίδι είναι Χωρίς γυρισμό, όμως Κι ο πόνος με τον τρόπο του την υπερασπίζεται.Έλα στο φως και σκότωσε με.Ζήσαμε στα σκοτάδια μην πεθάνουμε στα σκοτάδια.Κάποτε το ξόδι το έδινε η κοινότητα με σαφή εκτύλιξη της τελετής στηρικτικής σημασίας.Σήμερα οφείλουμε να επωμιστούμε αύτανδροι τούτο το καθήκον,πέρα από αθανασία και θάνατο,κάνω τις στάχτες αλισίβα με φύλλα καρυάς.

σπασμένο γυαλί

Ιστορυ

Είδα καρέκλες ανάποδα,πέταξα και μια ράβδο στη γωνία,συνεπώς θα ρίχνει καρεκλοπόδαρα.Μολυβώνει η θάλασσα κι εμένα η ομορφιά σου με λιγώνει.Τριγωνίζεται ο κόσμος,τον ωραιώνει το τρίγωνο της αμαρτίας.

Χρειαζόμαστε τη λέξη να λέει, ο Σολωμός,δεν δεχόταν αμετάλλακτα τη δημοτική έκφραση, τη διέπλαθε ακούγοντας.
Τίποτε του δημιουργού δεν είναι ετοιμοπαράδοτο. Παραδίδει πλούτο γλωσσικό ποιητικό νεοφανή όπως τα ζητάει το γιαταγάνι που κόβει λαιμούς στεριάς και του πελάγου.Κλείνεις τα μάτια σ’ αυτά δεν αντέχεις το τραγικό; Μα η αττική είναι όλη τραγωδία,δέχομαι την παράδοση και γίνομαι δόσις από τα ψίχουλα του Ομήρου.

Στου Ομήρου τα πισωπατήματα δονούνται σήμαντρα.

Η Κλυταιμνήστρα στρώνει του Αγαμέμνονα χαλί κόκκινο να εισέλθει στο Μέγαρο,και αμέσως στο λουτρό, μόλις τον τυλίξει με το μανδύα χωρίς μανίκια μπήγοντάς του μαχαίρι αμάνικο ,γίνονται τα πάντα πορφυρά.
Σο Εν ταύροις,το ξεσταύρι του,είναι όλο ταυρομαχίες και ντουέντε,με μαύρο ήχο σαν του λαγού το αίμα : «κι ευρέθηκα σε σκοτεινό τόπο και βροντερό, που εσκιρτούσε σαν κλωνί στάρι … μεγάλη γυναίκα με φόρεμα μαύρο σαν του λαγού το αίμα, οπού η σπίθα έγγιζε..» .Της Ζάκυθος Γυναίκα, Φόνισσα κι αυτή.
Έτσι έμαθε ελληνικά και έγραψε ο γενάρχης ποιητής, απ’ την αρχή.

Άν δεν κοιτάξεις την Ελλάδα σου,ποίηση δεν έχει,μήτε λογοτεχνία και να την κοιτάξεις με το αλλόκοτο της πάτημα σαν λοξίας απ’ τα παλιά.Δεν φτάνουν οι χρησμοί,έργο θέλει αγάπης, που με σταμάτησε με το αδιόρατο χέρι της μια μέρα στα Π. δείχνοντάς μου το αόρατο μονοπάτι.Μια αυλακιά φως άστραψε στο άβατο.
Ιερό και βέβηλο ,δίνουν τον τόπο του χαμού, και το σωτήριο μύθευμα είναι αυτό.Καρυκεύματα στης Κυριακής τ’ απογέματα, αλατάκι στις ουλές των ψυχών μια ψίχα σταρίσιο σαν όστια.
Όποιος κολακεύει κάτι έχει στο νου του,είπε,η απολυταρχία του έρωτα είναι αρχετυπική.

***
Κοιτώντας τη βροχή κοιτώνες στην ομίχλη.

Όταν τα φιλιά έρχονται με σταφύλια στα μαλλιά
πίνοντας κρασί στ αμπέλια κι όλα μέλια
και των χειλιών η αμέλεια καμέλια
σβήσε το κερί έλα γι αγάπη.
Συνουσία ουσία συνοδεύει την ύπαρξη
σαν σκιά της.Έλα να σου ανάψω τις καμέλιες
της σκοτεινής σου ψυής, σε κυπριακό ιδίωμα,
μια στάλα ψυχή τη χρειάζεται η ζωή να μας βγάλει πέρα.
Η νύχτα που έστρωσε το μαύρο της χαλί,
μαζί σου έφυγε σαν τη λόγχισε η μέρα.
Της μέρας λόγε,ώ λόγε ,οδοιπόρε για τα Σούσα.
Θλίψη έμπαινε στα κατώφλια κι εγώ χαρμάνης για βουνά
σαν μ’ έκοβε η αγάπη σπασμένο γυαλί.
Και ήμουν, μου έδινε προοπτική η ηθική της μέριμνας.

Βγαίνοντας από την κρύα πηγή, μετά το γρήγορο βούτηγμα,
σε λίγο δεν μένει τίποτε πάνω σου παρά η κάθαρση,έτσι βγαίνει κι ο αναγνώστης απ το βούτημα σ’ ένα δύσκολο βιβλίο καθαρμένος κι απαλλαγμένος από τα λέπια της αμάθειας.

Μ’ έκοβε η αγάπη σπασμένο γυαλί
θλίψη έμπαινε στα κατώφλια
έκανε λίμνες στις αυλές
κύκλους κάτω απ τα μάτια
κι εκεί στο σύδεντρο
είχαμε εναποθέσει κάθε μας ελπίδα,
η μαλακή σκιά του καθώς μας δρόσιζε
έκανε μέσα μας γλυκό να κυλάει το σάλιο,
καθώς μας σκάλιζε η επιθυμία τα σπλάχνα.

Μάντευες πως κάτι που ορεγόμασταν…. Ώ γυαλί και ω νάρκη.

ΑΓΩΓΗ ΨΥΧΗΣ

Ν-αυτού ψηλά που περπατείς, τρυγόνα, μωρή τρυγόνα,
και χαμηλά λογιάζεις, τρυγόνα μου γραμμένη
Mην είδες τον ασίκη μου, τρυγόνα, μωρή τρυγόνα,
τον αγαπητικό μου, τον άντρα το δικό μου;
Ν-εψές προψές τον είδαμε στον κάμπο ξαπλωμένο
μαύρα πουλιά τον τρώγανε κι άσπρα τον τριγυρνούσαν.

Τον πυκνό τον συμπαγή χρόνο που καθρεφτίζει αυτό το τραγουδάκι, γιατί εκφράζει κοντά μιας χιλιετίας αίσθημα, εγχρονίζει η Νατάσσα Μάρε Μουμτζίδου βάζοντας ερμηνευτικό βίωμα πάνω στις υφές του, έτσι όπως το απαιτούν οι χρόνοι της σημερινής ζωής. Γιατί ήταν χρόνοι κοινότητας με τραχιά ζωή που εξέφραζε μια ηχορρυθμική μορφή, που το σημερινό αίσθημα δεν αντέχει.

Λεπτότητα, αβρότητα, που στοιχεί στο τώρα, τα παρέχει φωνητικά μουσικά στυλιστικά, ψυχοφελές για μας, τη μουσική μας αγωγή και για το τραγούδι.

Κι αυτή η κραυγή που σου σχίζει την ψυχή είναι η απόδοση της ουσίας, ο ποιητικός χώρος, διάταση, τέντωμα των χορδών, ένταση ακοής, ακρόασης, βάθεμα, επίρρευμα, ηλεκτρική μετάγγιση, τραγικό αίσθημα.
Η Νατάσσα έχει αντιληφτεί πως αυτό που έκανε η όπερα το είχε κάνει ήδη το δημοτικό μας τραγούδι. Πήρε από την τραγωδία το εργώδες. Η δύση το έκανε όπερα, ο λαός μας τραγούδι.

Στην Υψίτονη κραυγή της η Νατάσσα «διαβάζει» τη δύναμη των εικόνων του τραγουδιού, που σε πρώτη ματιά δεν φαίνεται, σαν την κορυφαία του χορού στο αρχαίο δράμα, μετέχει διεκτραγωδεί, τραγουδά, ερμηνεύει.
Ξαναβάζει στη μουσική σκηνή με βιωματικό τρόπο, με δύναμη ερμηνείας το βάθος της παράδοσης με πλήρη επίγνωση ότι το παραδίδειν εστί παραλαμβάνειν.
Κοινωνεί οικουμενικά
και κοινωνεί οικουμενικά με ιδιόχρωμα φωνής.
Η Υψίτονη κραυγή, διαγράφει τροχιά όπως τα πιο ψηλά τόξα στις Βασιλικές μας μετά τρούλου, ηχητική εικόνα που δίνει στο βάθος του πραγματικού δράματος σ’αυτό που ιστορεί ο στίχος, στοιχείο τραγικό, διαχρονικό του λαού μας που δεν το έχασε ποτέ.
Ρίχνω μια ακόμη ματιά στο «γραμμένη». Θέλει να πει ζωγραφισμένη. Γιατί αν είναι γραμμένη όπως οι εικόνες, η Τρυγόνα, γίνεται εικόνα γυναίκας, παίρνει θέση δίπλα στις αρχαίες ηρωίδες του δράματος. Ελένη τε Εκάβη, Ηλέκτρα και Α ν τ ι γ ό ν η! Ναι ,το είπα.Τρυγόνα Αντιγόνη. Αδερφώθηκαν.

Οπότε για μια στιγμή η Νατάσσα γίνεται Τρυγόνα, και το αντίστροφο.

Αναμνήσεις από τις Άλπεις

έσιερ

Μόνο για όσους δεν παθαίνουν ίλιγγο -Nur für Schwindelfreie .Έτσι βάπτιζε ένα από τα κεφάλαια του δύστροπου έργου του.
—————————————————————————————–
Ένας δακτύλιος έχει μέσα έξω,όχι όμως ένας διπλός δακτύλιος όπως εκείνος του Μέμπιους,που είναι ένα δίπλωμα του μηδενός,απειροστικός λογισμός της ταινίας moebius.
—-
Στον αφοριστικό λόγο,γελάει πρώτος αυτός που τον διατύπωσε,γιατί στην πραγματικότητα είναι το μειδίαμα της σκέψης.
—-
Νομίζεις πως η Ιθάκη είναι πηγαιμός,και δεν είναι το ίδιο σου το σπίτι,για μένα που κατάγομαι από τις κρύες κορφές εδώ είναι το σπίτι μου εδώ επιστρέφω,έλεγε το σοφό παιδί του 19ου αι. ο αψύς του φιλοσοφικού λόγου Φρίντριχ Νίτσε.
—-
Αφορισμός.Η ακονόπετρα του πνεύματος.Πώς αλλιώς να σπινθιρίσει ο λόγος;

Η εξέλιξη του ανθρώπου είχε το μοναδικό αποτέλεσμα να γεννιόμαστε με ξυρισμένο δέρμα και την ατυχία να μην αποκτάμε φτερά όπως τα πουλιά.
—-
Το βιβλίο είναι το κουκούλι ,ο αναγνώστης η χρυσαλίδα που ετοιμάζεται για μυστικιστής.

Οι μεγάλοι αρνητές έγραφαν με το κεφάλι στη λαιμητόμο,και κατέληγαν με ένα κεφάλι λιγότερο.

Στη χώρα της αγοράς,του δημόσιου βήματος,δεν είναι και το πιο εύκολο πράγμα να το βουλώσεις.

Αν η ηθική του Κάντ ήταν εφαρμοσμένο δίκαιο,κανένα κεφάλι δεν θα έστεκε όρθιο κάτω απ’ τη λεπίδα της.Ο Φιλόσοφος της Κενιξβέργης άλλα θα νομοθετούσε αν τύχαινε να βρεθεί στη θέση του δικαστή.

Εσύ είσαι χάροντα; Δε μοιάζεις με ό,τι ήξερα για σένα.
—-
Η απουσία είναι το πιο πειστικό φόντο για την αιωνιότητα του απόντος θεού.

Αν δεν τάχεις καλά με τη μοναξιά,σημαίνει ότι δεν θα τα πας καλά με τη σκέψη,γιατί αν η πιο έντονη διανοητική εργασία συντελείται στην απόλυτη μοναξιά όπως λένε ,εσύ που θα τη βρεις;

Στους ανθρώπους ,στις γυναίκες ιδιαίτερα ,πρέπει να προσφέρουμε κάτι θετικό,ώστε κάποια απ’ αυτές να επιθυμήσει να κουλουριαστεί δίπλα σου.

Ο πεθαμένος δε μεγαλώνει,μεγαλώνουν λίγο μόνον τα νύχια του,όχι όμως τόσο ώστε να σκάψει και να βγεί από τον τάφο του.

Στις προσβολές πρέπει να απαντάμε δείχνοντας περιφρόνηση.

Διαβάζουμε φωτεινά τη ζωγραφική των μεγάλων χωρίς να διακρίνουμε το δράμα σε κάθε πινελιά που έβαζαν στον καμβά π.χ στη «Μελαγχολία» του Ντύρερ.

Βασίζομαι στην υπόθεση πώς κάτι που αρνούμαι υπάρχει, συνυπολογίζοντας την άρνηση ειδικά των αθεϊστών.

Τον δοκιμιογράφο τον ωριμάζει η σπουδή της κακής πλευράς των πραγμάτων,και συνεπώς ωριμάζεις ηθικά, μελετώντας τους δύστροπους του πνεύματος σε όλη τους τη γκάμα,πιάνουν το κακό απ’ την ουρά.Το ηθικό κακό.
————-
Τριήρεις, οι μηχανές της ελευθερίας, της αρχαίας μας Δημοκρατίας.

# M.C.Escher Study for swans

Το λυρικό πάθος αυτές οι λέξεις της ψυχής

Oskar Kokoschka, Woman with Hands Raised.jpg

Νερένιο καλάμι στην όχθη γύρω του ο άνεμος, ψιθυρίζουν, κάθε γύρισμα του αέρα κι άλλη οπτασία, ήχος από τραγούδι σαν η φωνή σου.
Πότε μπορεί κανείς να πεί ότι διάβασε ένα ποίημα.Έναν ποιητή .Ένα έργο.Πότε πρέπει να σταματήσει άν ακόμα δεν έχει αρχίσει.Πότε τελειώνεις με ένα τέτοιο ποίημα; Ίσως ποτέ.Είναι σαν να μελετάς τη θάλασσα,βολιδοσκοπείς,και βάζεις σημάδια στο χάρτη.Πίσω σου η θάλασσα βρυχάται με την αώνια τη γαλάζια θαλασσοταραχή,πάνω από την σιωπημένη κραυγή των πνιγμένων,και στο βάθος του ορίζοντα το σκαρί του Οδυσσέα διηγείται μια περιπλάνηση.

Στης ύπαρξης τους θαμνότοπους: σε μια τούφα μέσα αναδεύτηκε το ιερογλυφικό σύμπλεγμα ζωής και θανάτου.Φίδι και ορτύκι σε θανάσιμη πάλη.

Η φυλή μας η πλασμένη με θάλασσα και του πειρατή την τόλμη, όποτε στάθηκε για λίγο στη στεριά, ξέχασε τί μας έδενε μέ τήν αρμύρα.Και έγινε η Ιστορία καρφί στην καρδιά.

Η ματιά θα πέσει επίμονη ερευνητική ασίγαστη, με τη μασιά της μνήμης τσιγκλάς τα καυτά της κάρβουνα, κάτω από τους μηχανισμούς της γλώσσας μαντεύοντας του μύθου το σφυγμό.
Έχεις να χειριστείς μια ήπειρο κι άλλη μιά που απλώνονται στις δύο πλευρές ενός ωκεανού έχεις την προοπτική όλης αυτής της κυματίζουσας επιφάνειας όπου παφλάζουν οι αιώνες αναδεύοντας τις φυλές και τα έγκατα.
Μιά ενορατική ματιά ανοιχτή στο χώρο και στο χρόνο.Εκτάσεις χέρσου και νερού,με σάρωμα του κάδρου μέσα στις χιλιετίες.Διαμιάς.Εξ απόπτου με το βλέμμα του κόνδορα καθώς η φτερούγα του κόβει τον άνεμο θερίζει τον κεραυνό.Κι όλο το νίτρο στα φτερά του κι η λεία στα γαμψόνυχα.

Η παλίρροια ερχόταν με το αλάτι της θάλασσας που μας άρπαζε πρώτο απ’ τα ρουθούνια.Το νερό έσβηνε λίγο μετά στην αμμουδιά και υποχωρούσε σαν να έκανε λάθος που ήρθε ώς εδώ. Σε λίγο ξαναδοκίμαζε της στεριάς τη γεύση λες και θα την είχε αλλάξει το ψήσιμο του ήλιου.
Τη νύχτα κοιμόμαστε αγκαλιά καλπάζοντας στην πάμπα των ονείρων μας.

Όλα θέλουν ένα κλικ να δροσίσει η ψυχή μας.Μόνο αν κάθε στίχος υποβάλλει νέο ποιητικό ξύπνημα γίνεται ανεκτό το μακρόστιχο ποίημα.Σε κάθε ποιητή το ξεκόκισμα της λέξης συμβαίνει αλλιώς.Η εικόνα έρχεται μαζί με την έντρομη λέξη να πει τον ύπνο του κόσμου.Να συμβεί το ποίημα σαν πρωινό ξύπνημα αιφνιδιάζοντας τα ζευγάρια στην ερωτική φωλιά τους.Σαν εκείνα τα πουλιά εμείς στο νησί κλουβί που με τα αδύναμα φτερά τους δεν μπορούν να του ξεφύγουν, οι ακτίνες του μεσημεριού γυάλινες κοφτερές κατεβαίνουν απειλητικές στα γυμνά κορμιά.

ΑΓΑΠΗ ΔΥΣΚΟΛΗ ΣΕ ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΓΥΑΛΙ

Η αγάπη είναι σαν τη θάλασσα που της πετάς ένα ξύλο και το κύμα σαν παιδί της το ξαναφέρνει πίσω, η αγάπη σκοτεινό βιολετί πηγή του πόθου. Δυό τέτοια μάτια μαύρα δεν τα ξανάβρα,όσο κι άν πέσω μέσα τους δεν με πνίγουν στο βυθό τους με ξαναφέρουν πίσω για να ξαναβυθιστώ σε πιο μεγάλη τους τρικυμία.Λούζομαι στην επιθυμία τους. Τα μάτια σου μου δίνονται κάτω από τη σκοτεινή τους πάχνη. Καλπάζουμε αγκαλιά πάνω από τις ξωτικές πάμπες του ονείρου.Τα μαλλιά σου με τυλίγουν σαν νύχτα τα μάτια σου με αφανίζουν τα χείλη σου με αφιονίζουν η αγκαλιά σου με σώζει το φιλί σου με κόβει.Σπάζεις τις ντροπές σαν κρυστάλλινο βάζο ριχνόμαστε στα φιλιά, ξέρω ούτε μ’ ένα κανίσκι σύκα δεν ξεπληρώνω τη γλύκα τους, μ έναν κόμπο μέλι στης σχισμής το σώμα.

# Oskar Kokoschka, Woman with Hands Raised

πυθμένας θανάτων

κορίτσια όλα

Απέραντα ξερό τοπίο με άλογο θάνατο από δίψα
η λίμνη πέτρωσε σχίστηκε ο πυθμένας διψασμένο
το χώμα σβώλιασε φρικτά.Θάνατου στρώσεις

——————————————–

Καί μέ τόν καιρό το ξεραμένο,τό
κατάξερο τοπίο και τα παραδομένα στη σήψη,
τα κουφάρια,
συμμαρτυρούν τί έιναι η διάθεσή μας
η φυγή μέσα στο δικό μας χρόνο
και το έργο μας που θα χωνέψει κάποτε
μέσα στον αναγνώστη
θα είναι αυτό που καταφέραμε
όταν συνθήκες επιτρέψουν τη μεταφύτεψη.

με τη μικρή λεπίδα γύρω απ την πληγή ,

τη γή μας ,το ερημονήσι μας

ένα κοχύλι αστράφτει στην άμμο’ η θύμησή σου
*
Μπαίνεις στο ναό του έρωτα ακούς μαζί τα
βήματά σου και το καρδιοχτύπι,από το
τέμπλο όλα τα μάτια που αγάπησες γίνονται
εικόνα που σε στρέφει εντός και πρόσσω.

-εγώ είμαι,εγώ το επιπλέον πλέον
*
κορίτσι στάμνα ρόδο στη σκιά δροσιά στη δροσιά

Το αστέρι με το υγρό φως
σταλάζει λάμψεις
από τα μάτια σου

μάτια μου απ την ομίχλη σας
————————-
Μην ξεχνάμε ότι ο ποιητής είναι τυφλός καθώς αντικρίζει το θάμβος ,την εκτυφλωτική καρδιά του αυτό το κάτοπτρο διαφάνειας που κατ εικόνα του πλάθεται.ΕΝ ΕΣΟΠΤΡΩ.

Ο άνθρωπος δεν απορεί,είναι απορία.

Poeme de poche

Χαϊδεύω κάτι τσιπουράκια
φιάλες με τις καμπύλες σου φτιαγμένες.
Μεθώ και σαγκαλιάζω σαν ψευδαίσθηση
τυλιγμένη στις νεφέλες της μέθης.Σαγκαλιάζω
και μεθώ.

Τα χείλη σου με το δροσερό πορφυροκόκκινο
σαν φέτα καρπουζιού, αστράφτουν στο καταχείμωνο
σαν καλοκαίρι .Η νύχτα γύρω απ τα πόδια σου
νιαουρίζει σαν μαύρη γάτα.

Η επιθυμία δομείται,γνωστή λεξιλάγνα
των μεσαγρών.

Τα χείλη των ασεβών τα έραψε μνησίκακη
ζηλοτυπία.

ΑΣΗΜΟΦΕΓΓΗ ΚΥΛΙΚΑ

Γιατί με έναν υψηλό στίχο θέλει
να βαπτίζει τα χείλη του καθώς η κύλικα
γεμάτη άπειρο, ξεχειλίζει τον αφρό του.

Μούσα τερψίδωρη και πικροδάφνη μου κρασί
ρίξε το χάδι σου με λάδι στα νυστέρια
σαν τρυφερότητα στων καθεστώτων τα λαγαρά,
μη σπαταλάς άδικα τα νυχτέρια.

Βάλε τον έρωτα μες στις πολιτικές ραδιουργίες
να γίνεται εργολάβος σου.
Κι ακόμα ο στίχος έτσι να υμνεί,
αν στριμωχτείς να σώσει και το τομάρι σου.
Προσποιήσου σαν καλός τριπλαδόρος
από τη μέση και κάτω του γηπέδου
η μπάλα να επιτίθεται ν’αλλάζει στροφές,
αν αρκετά αμύνθηκες τώρα όρμα.

Μια περίτεχνη για κάθε περίσταση
στοίχιση μύθων και στίχων
μπορεί να σε σώζει στ’ αλήθεια
καθώς το ψέμα αν έχει διπλή την όψη,
δίβουλη γνώμη,δίκοπη φτιάξη απο ξαρχής.
Να τρέψει η τέρψη τα άτρεπτα κι όχι σε φυγή ή σφαγή.

Με την Κλειώ σπάω τον κλοιό της ιστορίας
μια δέσμη ωρών στου συλλογισμού το δόρυ.
Ίτυς ,ίτυς,ίτυς ευπροσήγορος
δίπλα στις Μούσες βοά το αναποσιώπητο
άφωνες πράξεις τί να σάς κάνουν οι στίχοι μου;

Πίνω το κρασί μου από ασημόφεγγη κύλικα
μαζί με το ασήμι της και το όνομά της-
Μεθώ με το τραγούδι και τον ύμνο της προσφοράς.

Poeme de poche

νένα

Σιωπή:Το άβατο μέσα μας μυστήριο. Στερνή μου γνώση ,ξέρεις ότι είσαι ενοχλητική;

Μόνο οι απαραίτητες γραμμές,ο αισθησιασμός σκιρτά, ίσως γιατί κρύβεται στο χάδι της πένας.Χάδι που σχεδίασε σγουρό ηβαίο.Το βουνό,της Αφροδίτης, που δεν υπάρχει σε κανέναν χάρτη παρά σε κείνο των παθών.

Το αληθινό έργο έχει τη δύναμη να αλλάζει κάτω από το φώς του βλέμματα πράγματα καταστάσεις. Έχει τη δύναμη να παρασύρει μές στη ζωή. Είναι ρεύμα ζωής.Απαλά έρχεσαι όπως σύρεται η σαγήνη στο ήρεμο κύμα.

Είναι οι άνεμοι,σηκώνουν κύματα,σηκώνουν φουστάνια,ξεσηκώνουν τα μυαλά.Όλος ο θρίαμβος δικός τους.Για μας έμεινε μόνο ο μιμίαμβος. Μετά την καταιγίδα όλα είναι καθαρά σαν κατάμαυρο μάτι φωτεινό.

Ασήμωσα την εικόνα σου πολυφίλητη.Με τα πολλά καράβια ,καραβίτισσα Κυρά, ασπάζομαι των χειλιών σου το μύθο ,το μύθο σου τ’ αχείλι σου,να δω το γιασεμί του κορμιού σου να τραγουδείς ρόδο και ίριδα και αυλή και κανελόριζα .

Στάζει το κόκκινο της ακουαρέλας στο λευκό κύμα.

Άηχο φως, προσγειώθηκε το φεγγάρι, μπαίνει κρυφά στο σπίτι τη νύχτα ,στρώνει τα όνειρα ασήμι
δέντρο φεγγάρι λίγο νερό ξεπλένει το βαθύ του ύπνου τινάζει νύχτα απ τα μαλλιά αποχτενίδια φεγγαριού δώ όνειρο κεί μέρα ένα βλέμμα δρόμος πόρτα γιόμα δρόμοι σαν ουρά παγονιού, χιμούν στον αέρα,κι εγώ σακατεμένος σου.

Το φεγγάρι που δεν χρειάστηκε να σπάσει το τζάμι για να μπει στο κρεβάτι σου σπάει όμως τόσο σκοτάδι και χύνει το ασήμι στο σώμα σου και παντού στο πάτωμα στα σεντόνια

μέσα απ το νερό σου περνώ στ’ ονειρό σου σκιρτώ αναδεύω τα φύλλα σου ξεδιψώ ο πόθος σου με αλλάζει.

Τις λέξεις θα τις βάλει στη σειρά το πάθος,και θα σε βρούν,σμιλεμένες απ την υπέρβαση,πέρα από μένα πέρα από σένα.

στάλαχμον

The birth of a Goddess. Vasilios Goumas
|Στα τωρινά τα χιόνια, εκεί κι εκείνες θα βρεις Βιγιόνη,πιάσε αγκαζέ τον Κώστα Καρυωτάκη, χιμήξτε στη Φτερόλακκα, και στο φτερό όλες θα σκιρτήσουν για σας.

Πρώτα θα σκιρτήσουν, μετά ας αποσκιρτήσουν.|

Ο ουρανός πέφτει βαρύς,βαριά τα βήματά μου.Οι στέγες τρέμουν κάτω από το βάρος της νύχτας.
Πάλι η αγάπη μου γυρνά με χείλη αγνά με αγαπά. Δείξε μου αγάπη δείξε με στην αγκαλιά σου ρίξε με.Σφίξε με.Σφίξε με και πόνεσέ με σφίξε με και πόνεσέ με στου έρωτά σου το ποτάμι πνίξε με κι ανάστησέ με .Φιλί στο φιλί να σε φουμάρω όλη νύχτα να γουστάρω να σε οδηγήσω στην τέρψη,τερψίδωρα φιλιά να λύσω τη ζώνη σου ν’ απογειωθούμε.Εσύ στο πιλοτήριο τραβάς τους λεβγέδες οργάς με ηδονικό στόμα, ανατριχιάζουν οι θάλαμοι πτήσεως ραγίζουν οι πορσελάνες της έκστασης χορεύουν τα δάχτυλα σαν προσφορά η μαγεία γδύνει.Οι λέξεις που σε λένε είναι πιο γυμνές από σένα τρέμουν τα κυπαρίσσια που τα γυμνώνει ερωτικός χιονιάς ο αέρας σφαδάζει σαν γδαρμένος σάτυρος που η ραχοκοκαλιά του δονείται σε κάθε σπόνδυλο στον τρόμο κάτω απ το μαχαίρι του θεού.

Καταλαβαίνεις οτι ο υπαινιγμός είναι που νικά την ωμότητα εσαεί.Ερωτικός είναι ο Αλέξανδρος με τη υποβλητική μαγεία του ,η φράση του θέλγει γιατί πρώτα πείθει τα αντικείμενα που ριγούν στη μουσική του αυτό είναι η ανταπόκριση που έλεγε ο Μπωντλαίρ.Αλληλουχίες.

Μια φούντωση μια ρωγμή,σαν εφηβαίο νεάνιδας που κρυβόταν στη λόχμη,το γρανιτώδες πέτρωμα σκιρτούσε σαν το ρούφαγαν οι ρίζες και το σκίζαν.

Η λογοτεχνία έρχεται με αυτά.Είναι περήφανη,δεν χαριεντίζεται.Αυτό θέλει να νιώσει και η αρρενωπή καρδιά του αναγνώστη. Όταν τα γρανιτώδη βράχια είναι σκισμένα,ταιριάζει.Μόνο εσένα δεν ταιριάζει,που είσαι σχιστόλιθος.

Τα μυθιστορήματα αυτά μας διδάσκουν.Η λογοτεχνία αυτό είναι.Διδαχή,σε μια ανώτερη σφαίρα του συνήθους.Μας μαθαίνουν να μαθαίνουμε τι λέει η φύση,η διδάχος μητέρα φύση. Γράφοντας τι είδαν εκεί. Εκεί που ο Εμπειρίκος δεν κατάφερε να βλέπει όταν έπρεπε,που όμως ο Παπαδιαμάντης δεν την έχασε ποτέ απ’ το βλέμμα του.Την είχε στην ψυχή του,την είχε σπουδάσει τρέχοντας μικρός όταν τα παιδιά της ηλικίας του τα παρατηρούσε από μακριά να τον κοροϊδεύουν,να μην τον παίζουν που δεν ήταν απ’ την ίδια πάστα εκείνοι οι φτωχοδιάβολοι αιπόλοι.Αλλά και υποχρεωμένος στου εφημέριου πατέρα τα τερτίπια και τις ακολουθίες και τα ήθη. Αυτό έγινε εσωτερικότητα όπως και στον Ντοστογιέφσκι,που τον σνομπάριζαν Τουργκένιεφ και οι συν αυτώ, και ζούσε τραυματική λογοτεχνική ενηλικίωση. Κι ύστερα ήρθε η λεκτική,δηλ λογοτεχνική νίκη.

Ιερατική αμφίεση και μεταλαβιά , θεία κοινωνία αλμύρα και πικρό κύμα, ράσο χιονιάς ,ρούχο γραίας σκιαθίτισσας μαυρομαντηλούσας πίκρα και νύχτα σε κατάνυξη.Νυχτέρι για πεθαμένους. Δυό κλωνιά σιτάρι σε μνημόσυνο στο δάχτυλο κάτω απ’ το πονεμένο του μάτι σαν τον Ιερομόναχο στο φιλιατρό του πηγαδιού που τον παίδευε ο πειρασμός.

Ο καημός δε γιατρεύεται ποτέ, πρώτα να γίνει πόνος,μην καραμελώσει μετά δεν τρώγεται ,οι πίκρες δεν ανακοινώνονται σαν ειδήσεις του καθεστώτος μιλάς μαζί τους,σε μιλούν.

Τί λέγαμε;

Όποιος πλατειάζει το χάνει αυτά θέλουν τρείς βαθιές λέξεις κι όξω, μάθε να ακούς τη βαθιά καρδιά του,ή πιάνεις το ήθος ή άστο.

Ίσως πριν από τα χείλη γεννήθηκε ο ψίθυρος,
Πριν από τα δέντρα στροβιλίζονταν τα φύλλα.- Όσιπ Μαντελστάμ.

Στο φιλί ένας κόσμος στα χείλη σου γραμμένος,πάτησες τις εντολές ανά μία κι όλες μαζί.Το δικό μας πεδίο μάχης έχει τα όρια κλίνης και άνοιγμα χειλέων ο χρόνος του στενός σαν στεναγμός από οίστρο,αίροντας τη συνθήκη του κόσμου.Στα εφτά μαχαίρια ριζώνει η πεθυμιά.

Κοιμάσαι πώς κοιμάσαι;

Ο ουρανός πέφτει βαρύς,οι στέγες γίνονται θρύψαλα από το βάρος της μέρας. Όλες οι λέξεις που περιγράφουν τη γύμνια σου νιώθουν γυμνές μπροστά σου.Πέταξαν και το τελευταίο ρούχο τους για πάρτη σου,σκλάβες σου και σ’ ακολουθούν στους μυστικούς θαλάμους με λυμένες όλες τις επιθυμίες που μέχρι πριν λίγο ήσαν αλυσοδεμένες .

«Η φωνή σου μισόγυμνη»(Έκτωρ Κακναβάτος) για αναζητήσεις στο γραμμένο χρόνο χαμένο στο δρόμο στη γλώσσα της μεγάλης πόρνης.Μόνο που δεν τα λέω στο αυτί τα ψιθυρίζω, λόγια λάγνα και αγνά.Ακούς μόνο χάδι νύχτα χεριού και της πνοής,φυσώ το χνούδι σου κι ανασταίνονται οι πεθαμένοι.

Το κύμα άλλαζε πουκάμισα κι εσύ ντυνόσουν το φεγγάρι.Σκίρτησε σκοτεινό λαγκάδι,ένας υμένας σκίστηκε. Βάψε την ψυχή μου φιλί.Το φιλί σου.Στάξε λάβα .Έκρηξη ψυχών.Το μέλαν ύδωρ του φιλιού.Αγάπης στάλαχμον.Ένα κομμάτι πάγος το μυαλό μου η γλώσσα μου μουδιάζει,το φεγγάρι πρόσωπο,δεν έχει άλλον παρέα μόνο αυτό.Και του μιλάει στην καρδιά ως μόνη προς μόνο.

Από τα μάτια σου κατέβαινε βράδυ, σείστηκαν τα μαλλιά σου μαύρο σκοτάδι χαρμόσυνο άσμα των κυμάτων σαν σπάνε στις ακτές του κορμιού σου οργασμοί .

Ξέσπαστο ρίξτο τίναξτο το κύμα σου πνίξε μας όσο είναι νύχτα και σκοτεινιά,να γίνουν τα φιλιά στην ακτή σαν τα κυματά σου κωνοφόρα αιχμηρά τσουχτερά νά’χουν στα χείλη αλάτια, του αχινού τ’ αγκάθι, κι όλο το οξύ του θυμού σου.

Όλη τη νύχτα το φεγγάρι σπάει την κοιλιά του στα κύματα ,η αυγή βρήκε μόνο θύματα.Γιατί από τον έρωτα δε γλυτώνει κανείς.

Μόνο μισό άστρο.

Μέσα στη θλίψη του.

Γυμνή η ακτή.Και μόνη.

Μητε ένας γλάρος να φωνάξει τη συντριβή. στάλαχμον.

Κλείστο,οι φτερούγες να ραφτούν στο κορμί. Αφήνεις ανοιχτά ενώ το πέλαγος είναι κλειστό σαν στρείδι,αυτό διδάσκει στο φιλί φλοίσβο.

Το σκοτάδι χύνεται στα μάτια σαν μελάνι.Τα χείλη γλύκα τα ξεσφράγισε και ράγισε έσπασε γίνηκε κομμάτια η καρδιά. Στένεψτο να πιάσει να δουλέψει η αφή η τριβή,δεν παίρνουν φωτιά αλλιώς.Όπως από κάρβουνο σε κάρβουνο ζωντανή φωτιά σωματική,θέρμη αφή επαφή άναμμα.

Ήλθες, έγω δέ ς’ εμαιόμαν, Ήρθες, για σένα ήμουν φουρτουνιασμένη / όν δ’ έψυξας έμαν φρένα καιομέναν πόθωι. αυτόν που με ξεδίψαε τι μ’ έκαιγε ο πόθος / Έρος δηύτε μ’ ο λυσιμέλης δόνει, Ο έρωτας ήρθε με παρέλυσε με συντάραξε/ γλυκύπικρον αμάχανον όρπετον. ακαταμάχητο γλυκόπικρο τέρας.

Στην ουσία λέει Εγώ για σένα μούγκριζα( έγω ς’ εμαιόμαν) πολλά ταιριάζουν,και λίγα, το πώς, είναι φώς εξ ού και γλωσσικός διαφωτισμός.

Θα πιάσω τη Σαπφώ απ την κοτσίδα και θα την ταρακουνήσω να μάθει να λέει: «κάτ εμον στάλαχμον…» // «σταγόνα τή σταγόνα ο πόνος μέσα μου…», στην αιολική είναι η οδύνη η Σαπφώ δεν δίνει δεκάρα για τους αττικούς,που τότε τους θεωρούσαν αγροίκους επαρχιώτες ο πόνος,η οδύνη στάλα στάλα στην ψυχή ο έρως είναι οδύνη σπάραγμα.

ποίηση σφυρίζει μέσα σ’ αυτή τη ραχοκοκαλιά * ως το μεδούλι έρωτας

Πόση θάλασσα που δεν έγινε φωτιά κρύβεις μέσα σου γυναίκα.Σπάσε τις ντροπές σαν κρυστάλλινο βάζο κι έλα να ριχτούμε στα φιλιά, ξέρω ούτε μ’ ένα κανίσκι σύκα δεν ξεπληρώνω τη γλύκα τους.

-Οι Σίβυλλες μας δίνουν το απόκοσμο,εμείς όμως έχουμε χρεωθεί τον κόσμο.

-Η φύση είναι σαν το όνειρο που στην αφήγησή του ολοκληρώνεται.Κι η φύση αλλιώς δεν έχει φωνή,ο νόμος της ακούει τις εξισώσεις μας να τον αφηγούνται.

-Λες και η βιολογία θα μπορούσε να αδράξει όλη την αλήθεια.Να μας τυλίξει στο νόμο της εξέλιξης μιά κι όξω,είπε, καθώς

κατέβαινε

τις σκάλες

του μετρό.

-Μια αναδάσωση στα αποψιλωμένα δάση του πνεύματος επιβάλλεται.Μάλιστα αφ’ ότου τα μεγάλα τσεκούρια των κατεδαφιστών τα πετσόκοψαν ανηλεώς.

-σμαράγδι από τα μάτια σου πλατύ ποτάμι εβάψανε τα πράγματα έβαψε ο κόσμος έβαψε η μέρα .

-Το να σκοτώνεις την παρηγοριά δεν είναι ότι καλλίτερο.Άπαξ και γίνεται πάγιο το CREDO ο σφυγμός πέφτει.Δεν υπάρχουν παρά μόνο θάλασσες μαύρες .

*The birth of a Goddess. Vasilios Goumas

Poème de poche

Το καφέ αστέρι του Άδη δε λάμπει,έχει υποτάξει
το μεσημέρι, χύνει σκοτάδι μέσα μας.

Χύνει μελάνι στα μάτια σκοτάδι κι ερημιά.

Χύνει σκοτάδι μέσα μας.Ο θάνατος.
Έχει υποτάξει το μεσημέρι.Ο θάνατος.

Το μειδίαμα του θανάτου στα αγάλματα των εφήβων μάς απευθύνεται σαν ανεμελιά για το άγνωστο ,η άκρα σοβαρότητα στα φαγιούμ ,όπου τα μάτια διανοίγονται σαν για να δούμε την ψυχή τους, δίνουν την αίσθηση ότι κάτι πολύ παγερό τους συνέβηκε.

Ο ΔΙΑΡΚΗΣ ΙΣΚΙΟΣ ΤΩΝ ΣΠΛΑΧΝΩΝ

βράχος

Χριστούγεννα γεγονότων μιας άλλης φυλής.Βρισκόμαστε στο δυο χιλιάδες τόσο από την ψυχή μας ,γεννήματα του κανενός.

Πείνα πέφτει σιθρού, ο ρούς των διψασμένων αισθημάτων δεν μπορεί να τη στεγάσει.

Νέου τύπου σπίτια στα αδιέξοδα πεζοδρόμια έχουν ανοιχτές τις στέγες.Δεν έχουν τοίχους μόνο κλειδαριές.

Μια διαρκής γραμμή, διακόπτεται ενίοτε, συντονισμένη με τα φανάρια. Πότε ρίχνουν πράσινα σαν ελπίδα για χόρτο, πότε το κόκκινο το απαγορευτικό,ενδιάμεσα πορτοκαλί ,απότοκο μοίρας.Και αμάξια και άνθρωποι και σκιές νύχτας ανήμερα.

Κόχλαζε μίσος κόλαζε ένα χολερικό ασταμάτητο κοκορόχιονο, κορόιδευε τα στολισμένα δέντρα .

Καμάρωναν οι μαντήλες.Έζωναν σφιχτά πρόσωπα, φερμένα από εσχατιές ερήμων που προφύλασσαν από ανελέητο σιμούν και σκόνη βλεμμάτων.Καμάρωναν φρύδια γιαταγάνια μαύρο φτερό στην άσφαλτη εξοχή κάθετων χωριών.

Μέχρι το κόκαλο τσουρούφλιζε η νύχτα περαστικούς μαγεμένους μουδιασμένους ως την ψυχή.Περόνιαζε ασταμάτητα .

Τετράγωνα παρεκεί το χρονικό παραλλάσσει.Ονόματα αισθήματα μαραίνονται ξεραίνονται αποκόπτονται όπως η γλώσσα.Μόνο ένα γέλιο έχει καθίσει στους τοίχους σαν πατίνα.

Μάτια άγρια , άγρια για φόνο. Κουρέλια παίρνουν πάνω τους τη ντροπή.Τρύπια πανωφόρια κατοπτεύουν περισκοπικά.Το τραγούδι του βορριά γίνεται ουρλιαχτό.Όπως φωτιά σε ξερά κούτσουρα ανάβουν μυαλά ανάβουν αίματα .

Μαύρος ισχνός σκύλος σαν σκιά ,σηκώνει το πόδι του ,καταβρέχει ένα θάμνο.Άχνα ανεβαίνει ,λιβάνι στη νύχτα των ζώντων ίσκιων.

Στην πλατεία οι μάγοι με τις καμήλες χορτασμένοι οδοιπορία όδηγούνται από ουράνια άσματα και από άστρο. Όπως και τα άστρα κινούνται ακίνητοι σαν οπτασίες χρόνο το χρόνο γράφοντας το ίδιο σημειωτόν.

Σαν να νυχτώνει μες στον κόσμο πήρες τον ήλιο κι έφυγες.Μόνο κάπου ένα γύρω σαν από το κενό χαράζει ένα κάτι ένα αλλιώς στων νεράιδων το τάνυσμα ,μουσκεύει η νύχτα, το σκοτάδι γίνεται υγρό.Χαράζει το νεραϊδένιο ραβδί ριγωτά σπινθηρίσματα.Δεκεμβριάτικος αυγερινός κλονίζει το γέρμα.

Σπάσε τη ρίζα μου εσύ που είσαι βράχος.

Όποιος αγάπησε, καράβι

ρο

Ο ποιητής είναι μια νύχτα θάλασσα.
Φωτοοδοιπορικό , χαράζει και φωτίζονται καρδιάς οι δρόμοι.
Οπτικές σπίθες μνήμες στο κάδρο καρδιά ,ανθοφόρο πένθος ,γιατί κι ο πόνος ,η οδύνη αλλιώς δε νοιώθεται παρά με ερώτημα:
πού πήγαν εκείνα τα λουλούδια,ανοιξιάτικα;
Και σταματά το βλέμμα στο διπλό βράχωμα κατόπτριση και συνάμα σκληρή αντίσταση. Στο βάθος γνέφει κεραμοσκεπή που προβάλλει μέσα από τα πράσινα κόκκινη έκκληση σαν φωλιά σαν καρδιά οικείωση εστίαση.
Απόλυτη φωλιά.
Τρυφερά το βλέμμα ταξίδεψε τις επιφάνειες και κατέδυσαν στα βάθη ψυχής.
Σκιρτήματα .Άφατο κάλλος.
Ω η αιματώδης φωτοχυσία εν μέσω άλγους!
Ώ τα μυστήρια πέπλα Ίσιδος φύσεως πολυπτυχωμένες αποκαλύψεις ανοίξεις.
Ώ η γενναία θερινή πυρπόληση ρόδων φωτός!
Ώ εσύ φύση αγέρωχη.
Φέξη και σκοτοδίνη και γύρη σε έβενο σε αχάτη! Έλεος φως!
*
Στη γραφή αποκαλύπτεται ένα ποσοστό βιώματος που δεν είχε γίνει έκδηλο στη στιγμή που βιώθηκε.
Ίσως και γιατί το βίωμα δε σταματά ενώπιο ενός πράγματος ο χρόνος έχει ασυνέχειες αλλά ένα ξανά
σπεύδει στην άκρη της πένας από την άκρη της γλώσσας.
Είναι ένας διαλογισμός έτσι:
«Της φύσεως γραμματεύς ήν τον κάλαμον αποβρέχων εύνουν
*
ο ποιητής στα χιόνια:ποίημα ρόδο

ΝΑ ΣΤΑΖΕΙ ΧΡΩΜΑ Η ΘΑΛΑΣΣΑ ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ, ΑΛΑΤΙ ΣΤΟ ΚΟΡΜΪ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

και σε κρυφή μεριά τ ασήμι

Δέκα στα Φτερά χήνας

https://fteraxinasmag.wordpress.com/2015/11/15/10-ποιήματα-έκτωρ-πανταζής/

Ένα μάτσο ομίχλη

Στις Πνύκας τις ανηφοριές
μια ξεχασμένη πλήξη
λίγο πριν το χάραμα
λίγο μετά τη δύση
Σφίγγεται η καρδιά παγώνει το μυαλό
παίρνει η ψυχή τις αποχρώσεις της ώχρας
ξεφλουδίζεται η μνήμη όπως σοβάδες
ραΐζει η θύμηση όπως παλιά κτίρια
με τις άτσαλες στέγες που νέμονται οι γάτες του Ψυρρή

Νάχαμε μιά ποζάτη μέρα
νάχαμε ένα ποδήλατο για τσάρκες
να νιώσουμε Τα ξεχασμένα χέρια

***

Τα τζιν φις της ποίησης

πατώνω με μιά βότκα absolute
στις εσχατιές του τίποτε
αφήνω τη φιάλη να γλιστρήσει στο κενό
με τους εφιάλτες

κράτα μου την ελιά του τζίν φίς
να μου θυμίζει τις μαυρομάτες στην πατρίδα

***

Το τρομερό βοά

Το τρομερό βοά στις ερήμους του Τίποτε
πάει με άλματα όπως γαζέλες στη σαβάνα
όχι όπως τα καγκουρό
μπουρίνι έρωτας σηκώνει τα φουστάνια
γδύνει ολόφρεσκα μπουκέτα κορίτσια
ξαφνικός απρόσμενος πυκνοφρύδης
χνούδι στα εφηβαία
μιά σταλιά ιδρώς στ’ απανωχείλη
ορατή ψυχή το σώμα της
εκεί η λέξη εκεί ο κόσμος
βγαίνει
ρίχνω απάνω της το βλέμμα

εισέρχομαι στο άδυτο
καθώς αναδιπλώνεις τον νυχτερινό ουρανό τ αστέρια συντρίβονται στο μαξιλάρι σου

***

Ριπτασμός

(ο / ῥιπτασμός, [ῥιπτάζω] στριφογύρισμα στο κρεβάτι από ανησυχία και αϋπνία νεοελλ. ιατρ. νευρική διαταραχή που εκδηλώνεται με κινήσεις ασύντακτες και χωρίς συνέχεια αρχ. 1. το να ρίχνεται κανείς εδώ και εκεί 2. αμφιταλάντευση …)

έμεινα στην αγάπη Ροβινσώνας
νησιώτης του έρωτα
χωρίς φωτιά
ρίχνω βότσαλο στο αργυρό μεθύσι
κάποιο φεγγάρι μου επιτράπηκε η αγκαλιά σου

***

Στίχοι ημερολογίου

Περνούν καραβάνια τσιγγάνικα
διασχίζουν την μικρή μας πόλη
παίρνουνε στα τραγούδια τους
τα μάτια σου

φωτίζονται οι δρόμοι της ανατολής
και σαν να στρώνονται χρυσάφι

***

Τα λυρικά σου μάτια

Διαβάζω, σε διαβάζω εκατό χρόνους μετά
δίνω βλέμμα χαραμένο
ανάσα στις γραμμές σου ανάμεσα
διατάσσω μουσική
μικρό κύμα στη μέρα
αστρόμπαλες
Νύχτα με τον σπασμένο χρόνο, τον ακομμάτιαστο
Νύχτα μου νύχτα
έριξες ένα μελτέμι καταπάνω μου σκυλί
χαραμένος εκατό χρόνους μετά
λέω από τα γραμμένα σου κυπαρισσόμηλα
Ιτιές και σκλήθρες του δέλτα γέρνουν πάνω από τα νερά
μυστικά

***

Τη αγνώστω θεά

Τα βουνά μου έχουν,
-θυμάσαι εκείνη τη διαπιστευμένη κόκκινη παιώνια,
την κόκκινη πριγκίπισσα όπως ελόγου σου;-
ακόμα λίγη λουκουμόσκονη πάνω τους,
-εντάξει χιόνι είναι όπως το κορμί σου-,
να κυλιστούμε μέχρι που να γίνουμε αγνώριστοι

να πέσω σ έρωτα με μια άγνωστη θεά.

***

Η Νάζε το ποτάμι

Το φεγγάρι απόψε έβαψε κίτρινο το ποτάμι.
Κυλάει λιωμένο βούτυρο.
Η βάρκα του ψαρά ξεπροβάλλει μέσα απ τα καλάμια.
Πινέλο το κουπί αλλάζει χρώμα στο νερό.

Αναμονή. Βραδύνει η οδύνη.

***

Μ ένα τσιγάρο καίω το χάρο

Γιατί μ’ ένα κόκκινο θα σε φωνάζω
μέσα στο κυανό σκοτάδι που’ ναι το δικό σου φως
Τώρα που ατέλειωτα θρηνούν τα ρόδα
στάζοντας βρόχινα δάκρυα στο μάρμαρο

***

Ξυλάρμενοι

ώ βυθισμένα ώ ξυλιασμένα μου πουλιά
Στο ανατομικό κρεβάτι
γυρισμένη πλάτη
προς εξέταση ασθενής
απαλοί γλουτοί
σφίγγουν τα οπίσθια
μια καμπύλη γεννιέται
αδιαπέραστη συνέχεια
σπονδυλικής γραμμής
μέχρι τον κώλο
Από τη σάρκα της ως το ομοίωμά της
από το γαλάζιο κόρφο της μέχρι το σκίτσο της
με κίτρινο κροκί ξυλομπογιά
κι ύστερα πάλι πίσω
ερευνώ τα ενδότερα
φτάνω μέχρι τα σπλάχνα
αναδεύω ανασύρω στρίβω στη ραχοκοκαλιά
αφήνω μια γραμμή να πλανεύεται
απλώνω σινική μελάνη ανοιχτή πληγή
εκεί που έτρεχε αίμα βάζω μπλε
το άλλο αερολύνεται και ζεματάει

ενεργή πνοή σχεδόν κάθαρση
αφαιρετικό ελαφρύ, μεστή φωνή
δίνουν ευθύ ποιητικό σώμα
συμπλοκή λέξεων εκρήξεις σημασίας

αέρας μουσικός διάφανη υδατογραφία ασιανή

ανεπαίσθητοι κύκλοι στην άμμο
κελαρύζει νεράκι σε αόρατη γούρνα

ώ ξυλιασμένα μου πουλιά ώ βυθισμένα μου

μετά το βούτημα στο χρωματικό
ζωντανή πανδαισία χρωμάτων ο αέρας
δονείται,
πάγκοι με τα αναρίθμητα εδώδιμα χορεύουν
γεύεσαι χρώμα
υπότιτλοι με φωνή κάτω απ τις τέντες

κλαδεμένοι ευκάλυπτοι
κραταιοί γυαλιστεροί κορμοί σε ανάταση
στο φόντο ελαφρά συννεφάκια και ουρανός
συνομιλούν με την αφαίρεση που θέλει μεμιάς να πει
αντίστιξη σιωπηλής μουσικής
βαριά τσαμπιά νεράντζια μέσα στο φύλλωμα
οι πεζοπόροι φωτίζονται από τις νεραντζιές

ώ ξυλιασμένα μου ώ βυθισμένα μου

ΚΑΘΟΛΟΥ ΔΕ Μ’ ΑΡΕΣΟΥΝ ΤΑ ΠΟΝΗΡΑ ΜΟΝΟΠΑΤΙΑ

γάτα

Δεν είναι ήλιος αυτό είναι του κάπρου δόντια
είναι μαύρη χίμαιρα σινάφι ασυμμάζευτο
κακούργο αίμα.
Eίχε ανάστημα νύχτας, ποιότητα σκοτάδι
ώρα που γίνονται εγκλήματα που η δίψα των αισθημάτων σβήνει τα χείλη της στην τρέλα
τρέλα που αρέσκεται λεπίδες να λάμπουν κάτω απ τις γκαζόλαμπες με το αρρωστημένο πράσινο σφυρίζοντας οχιές.
Σκοτεινιά οι ψυχές.
Το ασπράδι του ματιού ανοίγει σαν τρύπα,ψυχή πουθενά.
Οι δρόμοι γίνονται φίδια ,οι σκιές μεγαλώνουν στρίβουν στις γωνιές,παραμονεύουν ,κάθε ψίθυρος εχθρός.
Μόνο δηλητήριο στάζει απ’ τα κεραμίδια.
Ποτίζει τις ώρες πυκνό αναμονής.
Μια λεπίδα άστραψε ένα κεφάλι κύλησε στο πλακόστρωτο ,ακούστηκε ένα πλάφ, στόματα μέσα στο υγρό στοιχείο ανέμεναν να τραφούν .Νερόφιδα γλείφουν το αίμα.
Νουάρ.Η ψίχα της σκοτεινιάς.Ρουθουνίζει το έγκλημα.
Στάζει ικανοποίηση .
Οι κάμες χορτασμένες ξαναμπαίνουν στις θήκες τους.
Χθόνιες μορφές ρουφάνε τη νύχτα στα κοιμητήρια.
Τα κοκόρια φωνάζουν τον ήλιο να αφήσει το κρυφτούλι του, να μπει στο παιχνίδι της μέρας,με τις ευθύνες του όλες.
Τα τρένα ορθώνουν τη ραχοκοκαλιά τους ,ξεχύνονται στις ράγες, στο σιδερένιο πηγαινέλα τους.Σβήνουν οι γκαζόλαμπες την πράσινη μονοτονία τους στη νυχτερινή ομίχλη.
Η Λινόρα,μετά από μια αμαρτωλή νύχτα ρίχνει μια τελευταία ματιά στον καθρέφτη φτιάχνει το τσουλούφι με δυό χτενισιές ,μαλακώνει το ρίμελ με τον αντίχειρα,ισιώνει τη στενή της φούστα ,χύνεται στα παπούτσια της, χουφτώνει το πόμολο , γλιστρά στο πρωινό σαν κόκκινη υπόσχεση,και χάνεται μέσα στο βουερό κι αεικίνητο πλήθος της πόλης.