Το λυρικό πάθος αυτές οι λέξεις της ψυχής

Oskar Kokoschka, Woman with Hands Raised.jpg

Νερένιο καλάμι στην όχθη γύρω του ο άνεμος, ψιθυρίζουν, κάθε γύρισμα του αέρα κι άλλη οπτασία, ήχος από τραγούδι σαν η φωνή σου.
Πότε μπορεί κανείς να πεί ότι διάβασε ένα ποίημα.Έναν ποιητή .Ένα έργο.Πότε πρέπει να σταματήσει άν ακόμα δεν έχει αρχίσει.Πότε τελειώνεις με ένα τέτοιο ποίημα; Ίσως ποτέ.Είναι σαν να μελετάς τη θάλασσα,βολιδοσκοπείς,και βάζεις σημάδια στο χάρτη.Πίσω σου η θάλασσα βρυχάται με την αώνια τη γαλάζια θαλασσοταραχή,πάνω από την σιωπημένη κραυγή των πνιγμένων,και στο βάθος του ορίζοντα το σκαρί του Οδυσσέα διηγείται μια περιπλάνηση.

Στης ύπαρξης τους θαμνότοπους: σε μια τούφα μέσα αναδεύτηκε το ιερογλυφικό σύμπλεγμα ζωής και θανάτου.Φίδι και ορτύκι σε θανάσιμη πάλη.

Η φυλή μας η πλασμένη με θάλασσα και του πειρατή την τόλμη, όποτε στάθηκε για λίγο στη στεριά, ξέχασε τί μας έδενε μέ τήν αρμύρα.Και έγινε η Ιστορία καρφί στην καρδιά.

Η ματιά θα πέσει επίμονη ερευνητική ασίγαστη, με τη μασιά της μνήμης τσιγκλάς τα καυτά της κάρβουνα, κάτω από τους μηχανισμούς της γλώσσας μαντεύοντας του μύθου το σφυγμό.
Έχεις να χειριστείς μια ήπειρο κι άλλη μιά που απλώνονται στις δύο πλευρές ενός ωκεανού έχεις την προοπτική όλης αυτής της κυματίζουσας επιφάνειας όπου παφλάζουν οι αιώνες αναδεύοντας τις φυλές και τα έγκατα.
Μιά ενορατική ματιά ανοιχτή στο χώρο και στο χρόνο.Εκτάσεις χέρσου και νερού,με σάρωμα του κάδρου μέσα στις χιλιετίες.Διαμιάς.Εξ απόπτου με το βλέμμα του κόνδορα καθώς η φτερούγα του κόβει τον άνεμο θερίζει τον κεραυνό.Κι όλο το νίτρο στα φτερά του κι η λεία στα γαμσόνυχα.

Η παλίρροια ερχόταν με το αλάτι της θάλασσας που μας άρπαζε πρώτο απ’ τα ρουθούνια.Το νερό έσβηνε λίγο μετά στην αμμουδιά και υποχωρούσε σαν να έκανε λάθος που ήρθε ώς εδώ. Σε λίγο ξαναδοκίμαζε της στεριάς τη γεύση λες και θα την είχε αλλάξει το ψήσιμο του ήλιου.
Τη νύχτα κοιμόμαστε αγκαλιά καλπάζοντας στην πάμπα των ονείρων μας.

Όλα θέλουν ένα κλικ να δροσίσει η ψυχή μας.Μόνο αν κάθε στίχος υποβάλλει νέο ποιητικό ξύπνημα γίνεται ανεκτό το μακρόστιχο ποίημα.Σε κάθε ποιητή το ξεκόκισμα της λέξης συμβαίνει αλλιώς.Η εικόνα έρχεται μαζί με την έντρομη λέξη να πει τον ύπνο του κόσμου.Να συμβεί το ποίημα σαν πρωινό ξύπνημα αιφνιδιάζοντας τα ζευγάρια στην ερωτική φωλιά τους.Σαν εκείνα τα πουλιά εμείς στο νησί κλουβί που με τα αδύναμα φτερά τους δεν μπορούν να του ξεφύγουν, οι ακτίνες του μεσημεριού γυάλινες κοφτερές κατεβαίνουν απειλητικές στα γυμνά κορμιά.

ΑΓΑΠΗ ΔΥΣΚΟΛΗ ΣΕ ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΓΥΑΛΙ

Η αγάπη είναι σαν τη θάλασσα που της πετάς ένα ξύλο και το κύμα σαν παιδί της το ξαναφέρνει πίσω, η αγάπη σκοτεινό βιολετί πηγή του πόθου. Δυό τέτοια μάτια μαύρα δεν τα ξανάβρα,όσο κι άν πέσω μέσα τους δεν με πνίγουν στο βυθό τους με ξαναφέρουν πίσω για να ξαναβυθιστώ σε πιο μεγάλη τους τρικυμία.Λούζομαι στην επιθυμία τους. Τα μάτια σου μου δίνονται κάτω από τη σκοτεινή τους πάχνη. Καλπάζουμε αγκαλιά πάνω από τις ξωτικές πάμπες του ονείρου.Τα μαλλιά σου με τυλίγουν σαν νύχτα τα μάτια σου με αφανίζουν τα χείλη σου με αφιονίζουν η αγκαλιά σου με σώζει το φιλί σου με κόβει.Σπάζεις τις ντροπές σαν κρυστάλλινο βάζο ριχνόμαστε στα φιλιά, ξέρω ούτε μ’ ένα κανίσκι σύκα δεν ξεπληρώνω τη γλύκα τους, μ έναν κόμπο μέλι στης σχισμής το σώμα.

# Oskar Kokoschka, Woman with Hands Raised

Advertisements

πυθμένας θανάτων

κορίτσια όλα

Απέραντα ξερό τοπίο με άλογο θάνατο από δίψα
η λίμνη πέτρωσε σχίστηκε ο πυθμένας διψασμένο
το χώμα σβώλιασε φρικτά.Θάνατου στρώσεις

——————————————–

Καί μέ τόν καιρό το ξεραμένο,τό
κατάξερο τοπίο και τα παραδομένα στη σήψη,
τα κουφάρια,
συμμαρτυρούν τί έιναι η διάθεσή μας
η φυγή μέσα στο δικό μας χρόνο
και το έργο μας που θα χωνέψει κάποτε
μέσα στον αναγνώστη
θα είναι αυτό που καταφέραμε
όταν συνθήκες επιτρέψουν τη μεταφύτεψη.

με τη μικρή λεπίδα γύρω απ την πληγή ,

τη γή μας ,το ερημονήσι μας

ένα κοχύλι αστράφτει στην άμμο’ η θύμησή σου
*
Μπαίνεις στο ναό του έρωτα ακούς μαζί τα
βήματά σου και το καρδιοχτύπι,από το
τέμπλο όλα τα μάτια που αγάπησες γίνονται
εικόνα που σε στρέφει εντός και πρόσσω.

-εγώ είμαι,εγώ το επιπλέον πλέον
*
κορίτσι στάμνα ρόδο στη σκιά δροσιά στη δροσιά

Το αστέρι με το υγρό φως
σταλάζει λάμψεις
από τα μάτια σου

μάτια μου απ την ομίχλη σας
————————-
Μην ξεχνάμε ότι ο ποιητής είναι τυφλός καθώς αντικρίζει το θάμβος ,την εκτυφλωτική καρδιά του αυτό το κάτοπτρο διαφάνειας που κατ εικόνα του πλάθεται.ΕΝ ΕΣΟΠΤΡΩ.

Ο άνθρωπος δεν απορεί,είναι απορία.

Poeme de poche

Χαϊδεύω κάτι τσιπουράκια
φιάλες με τις καμπύλες σου φτιαγμένες.
Μεθώ και σαγκαλιάζω σαν ψευδαίσθηση
τυλιγμένη στις νεφέλες της μέθης.Σαγκαλιάζω
και μεθώ.

Τα χείλη σου με το δροσερό πορφυροκόκκινο
σαν φέτα καρπουζιού, αστράφτουν στο καταχείμωνο
σαν καλοκαίρι .Η νύχτα γύρω απ τα πόδια σου
νιαουρίζει σαν μαύρη γάτα.

Η επιθυμία δομείται,γνωστή λεξιλάγνα
των μεσαγρών.

Τα χείλη των ασεβών τα έραψε μνησίκακη
ζηλοτυπία.

ΑΣΗΜΟΦΕΓΓΗ ΚΥΛΙΚΑ

Γιατί με έναν υψηλό στίχο θέλει
να βαπτίζει τα χείλη του καθώς η κύλικα
γεμάτη άπειρο, ξεχειλίζει τον αφρό του.

Μούσα τερψίδωρη και πικροδάφνη μου κρασί
ρίξε το χάδι σου με λάδι στα νυστέρια
σαν τρυφερότητα στων καθεστώτων τα λαγαρά,
μη σπαταλάς άδικα τα νυχτέρια.

Βάλε τον έρωτα μες στις πολιτικές ραδιουργίες
να γίνεται εργολάβος σου.
Κι ακόμα ο στίχος έτσι να υμνεί,
αν στριμωχτείς να σώσει και το τομάρι σου.
Προσποιήσου σαν καλός τριπλαδόρος
από τη μέση και κάτω του γηπέδου
η μπάλα να επιτίθεται ν’αλλάζει στροφές,
αν αρκετά αμύνθηκες τώρα όρμα.

Μια περίτεχνη για κάθε περίσταση
στοίχιση μύθων και στίχων
μπορεί να σε σώζει στ’ αλήθεια
καθώς το ψέμα αν έχει διπλή την όψη,
δίβουλη γνώμη,δίκοπη φτιάξη απο ξαρχής.
Να τρέψει η τέρψη τα άτρεπτα κι όχι σε φυγή ή σφαγή.

Με την Κλειώ σπάω τον κλοιό της ιστορίας
μια δέσμη ωρών στου συλλογισμού το δόρυ.
Ίτυς ,ίτυς,ίτυς ευπροσήγορος
δίπλα στις Μούσες βοά το αναποσιώπητο
άφωνες πράξεις τί να σάς κάνουν οι στίχοι μου;

Πίνω το κρασί μου από ασημόφεγγη κύλικα
μαζί με το ασήμι της και το όνομά της-
Μεθώ με το τραγούδι και τον ύμνο της προσφοράς.

Poeme de poche

νένα

Σιωπή:Το άβατο μέσα μας μυστήριο. Στερνή μου γνώση ,ξέρεις ότι είσαι ενοχλητική;

Μόνο οι απαραίτητες γραμμές,ο αισθησιασμός σκιρτά, ίσως γιατί κρύβεται στο χάδι της πένας.Χάδι που σχεδίασε σγουρό ηβαίο.Το βουνό,της Αφροδίτης, που δεν υπάρχει σε κανέναν χάρτη παρά σε κείνο των παθών.

Το αληθινό έργο έχει τη δύναμη να αλλάζει κάτω από το φώς του βλέμματα πράγματα καταστάσεις. Έχει τη δύναμη να παρασύρει μές στη ζωή. Είναι ρεύμα ζωής.Απαλά έρχεσαι όπως σύρεται η σαγήνη στο ήρεμο κύμα.

Είναι οι άνεμοι,σηκώνουν κύματα,σηκώνουν φουστάνια,ξεσηκώνουν τα μυαλά.Όλος ο θρίαμβος δικός τους.Για μας έμεινε μόνο ο μιμίαμβος. Μετά την καταιγίδα όλα είναι καθαρά σαν κατάμαυρο μάτι φωτεινό.

Ασήμωσα την εικόνα σου πολυφίλητη.Με τα πολλά καράβια ,καραβίτισσα Κυρά, ασπάζομαι των χειλιών σου το μύθο ,το μύθο σου τ’ αχείλι σου,να δω το γιασεμί του κορμιού σου να τραγουδείς ρόδο και ίριδα και αυλή και κανελόριζα .

Στάζει το κόκκινο της ακουαρέλας στο λευκό κύμα.

Άηχο φως, προσγειώθηκε το φεγγάρι, μπαίνει κρυφά στο σπίτι τη νύχτα ,στρώνει τα όνειρα ασήμι
δέντρο φεγγάρι λίγο νερό ξεπλένει το βαθύ του ύπνου τινάζει νύχτα απ τα μαλλιά αποχτενίδια φεγγαριού δώ όνειρο κεί μέρα ένα βλέμμα δρόμος πόρτα γιόμα δρόμοι σαν ουρά παγονιού, χιμούν στον αέρα,κι εγώ σακατεμένος σου.

Το φεγγάρι που δεν χρειάστηκε να σπάσει το τζάμι για να μπει στο κρεβάτι σου σπάει όμως τόσο σκοτάδι και χύνει το ασήμι στο σώμα σου και παντού στο πάτωμα στα σεντόνια

μέσα απ το νερό σου περνώ στ’ ονειρό σου σκιρτώ αναδεύω τα φύλλα σου ξεδιψώ ο πόθος σου με αλλάζει.

Τις λέξεις θα τις βάλει στη σειρά το πάθος,και θα σε βρούν,σμιλεμένες απ την υπέρβαση,πέρα από μένα πέρα από σένα.

στάλαχμον

The birth of a Goddess. Vasilios Goumas
|Στα τωρινά τα χιόνια, εκεί κι εκείνες θα βρεις Βιγιόνη,πιάσε αγκαζέ τον Κώστα Καρυωτάκη, χιμήξτε στη Φτερόλακκα, και στο φτερό όλες θα σκιρτήσουν για σας.

Πρώτα θα σκιρτήσουν, μετά ας αποσκιρτήσουν.|

Ο ουρανός πέφτει βαρύς,βαριά τα βήματά μου.Οι στέγες τρέμουν κάτω από το βάρος της νύχτας.
Πάλι η αγάπη μου γυρνά με χείλη αγνά με αγαπά. Δείξε μου αγάπη δείξε με στην αγκαλιά σου ρίξε με.Σφίξε με.Σφίξε με και πόνεσέ με σφίξε με και πόνεσέ με στου έρωτά σου το ποτάμι πνίξε με κι ανάστησέ με .Φιλί στο φιλί να σε φουμάρω όλη νύχτα να γουστάρω να σε οδηγήσω στην τέρψη,τερψίδωρα φιλιά να λύσω τη ζώνη σου ν’ απογειωθούμε.Εσύ στο πιλοτήριο τραβάς τους λεβγέδες οργάς με ηδονικό στόμα, ανατριχιάζουν οι θάλαμοι πτήσεως ραγίζουν οι πορσελάνες της έκστασης χορεύουν τα δάχτυλα σαν προσφορά η μαγεία γδύνει.Οι λέξεις που σε λένε είναι πιο γυμνές από σένα τρέμουν τα κυπαρίσσια που τα γυμνώνει ερωτικός χιονιάς ο αέρας σφαδάζει σαν γδαρμένος σάτυρος που η ραχοκοκαλιά του δονείται σε κάθε σπόνδυλο στον τρόμο κάτω απ το μαχαίρι του θεού.

Καταλαβαίνεις οτι ο υπαινιγμός είναι που νικά την ωμότητα εσαεί.Ερωτικός είναι ο Αλέξανδρος με τη υποβλητική μαγεία του ,η φράση του θέλγει γιατί πρώτα πείθει τα αντικείμενα που ριγούν στη μουσική του αυτό είναι η ανταπόκριση που έλεγε ο Μπωντλαίρ.Αλληλουχίες.

Μια φούντωση μια ρωγμή,σαν εφηβαίο νεάνιδας που κρυβόταν στη λόχμη,το γρανιτώδες πέτρωμα σκιρτούσε σαν το ρούφαγαν οι ρίζες και το σκίζαν.

Η λογοτεχνία έρχεται με αυτά.Είναι περήφανη,δεν χαριεντίζεται.Αυτό θέλει να νιώσει και η αρρενωπή καρδιά του αναγνώστη. Όταν τα γρανιτώδη βράχια είναι σκισμένα,ταιριάζει.Μόνο εσένα δεν ταιριάζει,που είσαι σχιστόλιθος.

Τα μυθιστορήματα αυτά μας διδάσκουν.Η λογοτεχνία αυτό είναι.Διδαχή,σε μια ανώτερη σφαίρα του συνήθους.Μας μαθαίνουν να μαθαίνουμε τι λέει η φύση,η διδάχος μητέρα φύση. Γράφοντας τι είδαν εκεί. Εκεί που ο Εμπειρίκος δεν κατάφερε να βλέπει όταν έπρεπε,που όμως ο Παπαδιαμάντης δεν την έχασε ποτέ απ’ το βλέμμα του.Την είχε στην ψυχή του,την είχε σπουδάσει τρέχοντας μικρός όταν τα παιδιά της ηλικίας του τα παρατηρούσε από μακριά να τον κοροϊδεύουν,να μην τον παίζουν που δεν ήταν απ’ την ίδια πάστα εκείνοι οι φτωχοδιάβολοι αιπόλοι.Αλλά και υποχρεωμένος στου εφημέριου πατέρα τα τερτίπια και τις ακολουθίες και τα ήθη. Αυτό έγινε εσωτερικότητα όπως και στον Ντοστογιέφσκι,που τον σνομπάριζαν Τουργκένιεφ και οι συν αυτώ, και ζούσε τραυματική λογοτεχνική ενηλικίωση. Κι ύστερα ήρθε η λεκτική,δηλ λογοτεχνική νίκη.

Ιερατική αμφίεση και μεταλαβιά , θεία κοινωνία αλμύρα και πικρό κύμα, ράσο χιονιάς ,ρούχο γραίας σκιαθίτισσας μαυρομαντηλούσας πίκρα και νύχτα σε κατάνυξη.Νυχτέρι για πεθαμένους. Δυό κλωνιά σιτάρι σε μνημόσυνο στο δάχτυλο κάτω απ’ το πονεμένο του μάτι σαν τον Ιερομόναχο στο φιλιατρό του πηγαδιού που τον παίδευε ο πειρασμός.

Ο καημός δε γιατρεύεται ποτέ, πρώτα να γίνει πόνος,μην καραμελώσει μετά δεν τρώγεται ,οι πίκρες δεν ανακοινώνονται σαν ειδήσεις του καθεστώτος μιλάς μαζί τους,σε μιλούν.

Τί λέγαμε;

Όποιος πλατειάζει το χάνει αυτά θέλουν τρείς βαθιές λέξεις κι όξω, μάθε να ακούς τη βαθιά καρδιά του,ή πιάνεις το ήθος ή άστο.

Ίσως πριν από τα χείλη γεννήθηκε ο ψίθυρος,
Πριν από τα δέντρα στροβιλίζονταν τα φύλλα.- Όσιπ Μαντελστάμ.

Στο φιλί ένας κόσμος στα χείλη σου γραμμένος,πάτησες τις εντολές ανά μία κι όλες μαζί.Το δικό μας πεδίο μάχης έχει τα όρια κλίνης και άνοιγμα χειλέων ο χρόνος του στενός σαν στεναγμός από οίστρο,αίροντας τη συνθήκη του κόσμου.Στα εφτά μαχαίρια ριζώνει η πεθυμιά.

Κοιμάσαι πώς κοιμάσαι;

Ο ουρανός πέφτει βαρύς,οι στέγες γίνονται θρύψαλα από το βάρος της μέρας. Όλες οι λέξεις που περιγράφουν τη γύμνια σου νιώθουν γυμνές μπροστά σου.Πέταξαν και το τελευταίο ρούχο τους για πάρτη σου,σκλάβες σου και σ’ ακολουθούν στους μυστικούς θαλάμους με λυμένες όλες τις επιθυμίες που μέχρι πριν λίγο ήσαν αλυσοδεμένες .

«Η φωνή σου μισόγυμνη»(Έκτωρ Κακναβάτος) για αναζητήσεις στο γραμμένο χρόνο χαμένο στο δρόμο στη γλώσσα της μεγάλης πόρνης.Μόνο που δεν τα λέω στο αυτί τα ψιθυρίζω, λόγια λάγνα και αγνά.Ακούς μόνο χάδι νύχτα χεριού και της πνοής,φυσώ το χνούδι σου κι ανασταίνονται οι πεθαμένοι.

Το κύμα άλλαζε πουκάμισα κι εσύ ντυνόσουν το φεγγάρι.Σκίρτησε σκοτεινό λαγκάδι,ένας υμένας σκίστηκε. Βάψε την ψυχή μου φιλί.Το φιλί σου.Στάξε λάβα .Έκρηξη ψυχών.Το μέλαν ύδωρ του φιλιού.Αγάπης στάλαχμον.Ένα κομμάτι πάγος το μυαλό μου η γλώσσα μου μουδιάζει,το φεγγάρι πρόσωπο,δεν έχει άλλον παρέα μόνο αυτό.Και του μιλάει στην καρδιά ως μόνη προς μόνο.

Από τα μάτια σου κατέβαινε βράδυ, σείστηκαν τα μαλλιά σου μαύρο σκοτάδι χαρμόσυνο άσμα των κυμάτων σαν σπάνε στις ακτές του κορμιού σου οργασμοί .

Ξέσπαστο ρίξτο τίναξτο το κύμα σου πνίξε μας όσο είναι νύχτα και σκοτεινιά,να γίνουν τα φιλιά στην ακτή σαν τα κυματά σου κωνοφόρα αιχμηρά τσουχτερά νά’χουν στα χείλη αλάτια, του αχινού τ’ αγκάθι, κι όλο το οξύ του θυμού σου.

Όλη τη νύχτα το φεγγάρι σπάει την κοιλιά του στα κύματα ,η αυγή βρήκε μόνο θύματα.Γιατί από τον έρωτα δε γλυτώνει κανείς.

Μόνο μισό άστρο.

Μέσα στη θλίψη του.

Γυμνή η ακτή.Και μόνη.

Μητε ένας γλάρος να φωνάξει τη συντριβή. στάλαχμον.

Κλείστο,οι φτερούγες να ραφτούν στο κορμί. Αφήνεις ανοιχτά ενώ το πέλαγος είναι κλειστό σαν στρείδι,αυτό διδάσκει στο φιλί φλοίσβο.

Το σκοτάδι χύνεται στα μάτια σαν μελάνι.Τα χείλη γλύκα τα ξεσφράγισε και ράγισε έσπασε γίνηκε κομμάτια η καρδιά. Στένεψτο να πιάσει να δουλέψει η αφή η τριβή,δεν παίρνουν φωτιά αλλιώς.Όπως από κάρβουνο σε κάρβουνο ζωντανή φωτιά σωματική,θέρμη αφή επαφή άναμμα.

Ήλθες, έγω δέ ς’ εμαιόμαν, Ήρθες, για σένα ήμουν φουρτουνιασμένη / όν δ’ έψυξας έμαν φρένα καιομέναν πόθωι. αυτόν που με ξεδίψαε τι μ’ έκαιγε ο πόθος / Έρος δηύτε μ’ ο λυσιμέλης δόνει, Ο έρωτας ήρθε με παρέλυσε με συντάραξε/ γλυκύπικρον αμάχανον όρπετον. ακαταμάχητο γλυκόπικρο τέρας.

Στην ουσία λέει Εγώ για σένα μούγκριζα( έγω ς’ εμαιόμαν) πολλά ταιριάζουν,και λίγα, το πώς, είναι φώς εξ ού και γλωσσικός διαφωτισμός.

Θα πιάσω τη Σαπφώ απ την κοτσίδα και θα την ταρακουνήσω να μάθει να λέει: «κάτ εμον στάλαχμον…» // «σταγόνα τή σταγόνα ο πόνος μέσα μου…», στην αιολική είναι η οδύνη η Σαπφώ δεν δίνει δεκάρα για τους αττικούς,που τότε τους θεωρούσαν αγροίκους επαρχιώτες ο πόνος,η οδύνη στάλα στάλα στην ψυχή ο έρως είναι οδύνη σπάραγμα.

ποίηση σφυρίζει μέσα σ’ αυτή τη ραχοκοκαλιά * ως το μεδούλι έρωτας

Πόση θάλασσα που δεν έγινε φωτιά κρύβεις μέσα σου γυναίκα.Σπάσε τις ντροπές σαν κρυστάλλινο βάζο κι έλα να ριχτούμε στα φιλιά, ξέρω ούτε μ’ ένα κανίσκι σύκα δεν ξεπληρώνω τη γλύκα τους.

-Οι Σίβυλλες μας δίνουν το απόκοσμο,εμείς όμως έχουμε χρεωθεί τον κόσμο.

-Η φύση είναι σαν το όνειρο που στην αφήγησή του ολοκληρώνεται.Κι η φύση αλλιώς δεν έχει φωνή,ο νόμος της ακούει τις εξισώσεις μας να τον αφηγούνται.

-Λες και η βιολογία θα μπορούσε να αδράξει όλη την αλήθεια.Να μας τυλίξει στο νόμο της εξέλιξης μιά κι όξω,είπε, καθώς

κατέβαινε

τις σκάλες

του μετρό.

-Μια αναδάσωση στα αποψιλωμένα δάση του πνεύματος επιβάλλεται.Μάλιστα αφ’ ότου τα μεγάλα τσεκούρια των κατεδαφιστών τα πετσόκοψαν ανηλεώς.

-σμαράγδι από τα μάτια σου πλατύ ποτάμι εβάψανε τα πράγματα έβαψε ο κόσμος έβαψε η μέρα .

-Το να σκοτώνεις την παρηγοριά δεν είναι ότι καλλίτερο.Άπαξ και γίνεται πάγιο το CREDO ο σφυγμός πέφτει.Δεν υπάρχουν παρά μόνο θάλασσες μαύρες .

*The birth of a Goddess. Vasilios Goumas

Poème de poche

Το καφέ αστέρι του Άδη δε λάμπει,έχει υποτάξει
το μεσημέρι, χύνει σκοτάδι μέσα μας.

Χύνει μελάνι στα μάτια σκοτάδι κι ερημιά.

Χύνει σκοτάδι μέσα μας.Ο θάνατος.
Έχει υποτάξει το μεσημέρι.Ο θάνατος.

Το μειδίαμα του θανάτου στα αγάλματα των εφήβων μάς απευθύνεται σαν ανεμελιά για το άγνωστο ,η άκρα σοβαρότητα στα φαγιούμ ,όπου τα μάτια διανοίγονται σαν για να δούμε την ψυχή τους, δίνουν την αίσθηση ότι κάτι πολύ παγερό τους συνέβηκε.

Ο ΔΙΑΡΚΗΣ ΙΣΚΙΟΣ ΤΩΝ ΣΠΛΑΧΝΩΝ

βράχος

Χριστούγεννα γεγονότων μιας άλλης φυλής.Βρισκόμαστε στο δυο χιλιάδες τόσο από την ψυχή μας ,γεννήματα του κανενός.

Πείνα πέφτει σιθρού, ο ρούς των διψασμένων αισθημάτων δεν μπορεί να τη στεγάσει.

Νέου τύπου σπίτια στα αδιέξοδα πεζοδρόμια έχουν ανοιχτές τις στέγες.Δεν έχουν τοίχους μόνο κλειδαριές.

Μια διαρκής γραμμή, διακόπτεται ενίοτε, συντονισμένη με τα φανάρια. Πότε ρίχνουν πράσινα σαν ελπίδα για χόρτο, πότε το κόκκινο το απαγορευτικό,ενδιάμεσα πορτοκαλί ,απότοκο μοίρας.Και αμάξια και άνθρωποι και σκιές νύχτας ανήμερα.

Κόχλαζε μίσος κόλαζε ένα χολερικό ασταμάτητο κοκορόχιονο, κορόιδευε τα στολισμένα δέντρα .

Καμάρωναν οι μαντήλες.Έζωναν σφιχτά πρόσωπα, φερμένα από εσχατιές ερήμων που προφύλασσαν από ανελέητο σιμούν και σκόνη βλεμμάτων.Καμάρωναν φρύδια γιαταγάνια μαύρο φτερό στην άσφαλτη εξοχή κάθετων χωριών.

Μέχρι το κόκαλο τσουρούφλιζε η νύχτα περαστικούς μαγεμένους μουδιασμένους ως την ψυχή.Περόνιαζε ασταμάτητα .

Τετράγωνα παρεκεί το χρονικό παραλλάσσει.Ονόματα αισθήματα μαραίνονται ξεραίνονται αποκόπτονται όπως η γλώσσα.Μόνο ένα γέλιο έχει καθίσει στους τοίχους σαν πατίνα.

Μάτια άγρια , άγρια για φόνο. Κουρέλια παίρνουν πάνω τους τη ντροπή.Τρύπια πανωφόρια κατοπτεύουν περισκοπικά.Το τραγούδι του βορριά γίνεται ουρλιαχτό.Όπως φωτιά σε ξερά κούτσουρα ανάβουν μυαλά ανάβουν αίματα .

Μαύρος ισχνός σκύλος σαν σκιά ,σηκώνει το πόδι του ,καταβρέχει ένα θάμνο.Άχνα ανεβαίνει ,λιβάνι στη νύχτα των ζώντων ίσκιων.

Στην πλατεία οι μάγοι με τις καμήλες χορτασμένοι οδοιπορία όδηγούνται από ουράνια άσματα και από άστρο. Όπως και τα άστρα κινούνται ακίνητοι σαν οπτασίες χρόνο το χρόνο γράφοντας το ίδιο σημειωτόν.

Σαν να νυχτώνει μες στον κόσμο πήρες τον ήλιο κι έφυγες.Μόνο κάπου ένα γύρω σαν από το κενό χαράζει ένα κάτι ένα αλλιώς στων νεράιδων το τάνυσμα ,μουσκεύει η νύχτα, το σκοτάδι γίνεται υγρό.Χαράζει το νεραϊδένιο ραβδί ριγωτά σπινθηρίσματα.Δεκεμβριάτικος αυγερινός κλονίζει το γέρμα.

Σπάσε τη ρίζα μου εσύ που είσαι βράχος.

Όποιος αγάπησε, καράβι

ρο

Ο ποιητής είναι μια νύχτα θάλασσα.
Φωτοοδοιπορικό , χαράζει και φωτίζονται καρδιάς οι δρόμοι.
Οπτικές σπίθες μνήμες στο κάδρο καρδιά ,ανθοφόρο πένθος ,γιατί κι ο πόνος ,η οδύνη αλλιώς δε νοιώθεται παρά με ερώτημα:
πού πήγαν εκείνα τα λουλούδια,ανοιξιάτικα;
Και σταματά το βλέμμα στο διπλό βράχωμα κατόπτριση και συνάμα σκληρή αντίσταση. Στο βάθος γνέφει κεραμοσκεπή που προβάλλει μέσα από τα πράσινα κόκκινη έκκληση σαν φωλιά σαν καρδιά οικείωση εστίαση.
Απόλυτη φωλιά.
Τρυφερά το βλέμμα ταξίδεψε τις επιφάνειες και κατέδυσαν στα βάθη ψυχής.
Σκιρτήματα .Άφατο κάλλος.
Ω η αιματώδης φωτοχυσία εν μέσω άλγους!
Ώ τα μυστήρια πέπλα Ίσιδος φύσεως πολυπτυχωμένες αποκαλύψεις ανοίξεις.
Ώ η γενναία θερινή πυρπόληση ρόδων φωτός!
Ώ εσύ φύση αγέρωχη.
Φέξη και σκοτοδίνη και γύρη σε έβενο σε αχάτη! Έλεος φως!
*
Στη γραφή αποκαλύπτεται ένα ποσοστό βιώματος που δεν είχε γίνει έκδηλο στη στιγμή που βιώθηκε.
Ίσως και γιατί το βίωμα δε σταματά ενώπιο ενός πράγματος ο χρόνος έχει ασυνέχειες αλλά ένα ξανά
σπεύδει στην άκρη της πένας από την άκρη της γλώσσας.
Είναι ένας διαλογισμός έτσι:
«Της φύσεως γραμματεύς ήν τον κάλαμον αποβρέχων εύνουν
*
ο ποιητής στα χιόνια:ποίημα ρόδο

ΝΑ ΣΤΑΖΕΙ ΧΡΩΜΑ Η ΘΑΛΑΣΣΑ ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ, ΑΛΑΤΙ ΣΤΟ ΚΟΡΜΪ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

και σε κρυφή μεριά τ ασήμι

ΚΑΘΟΛΟΥ ΔΕ Μ’ ΑΡΕΣΟΥΝ ΤΑ ΠΟΝΗΡΑ ΜΟΝΟΠΑΤΙΑ

γάτα

Δεν είναι ήλιος αυτό είναι του κάπρου δόντια
είναι μαύρη χίμαιρα σινάφι ασυμμάζευτο
κακούργο αίμα.
Eίχε ανάστημα νύχτας, ποιότητα σκοτάδι
ώρα που γίνονται εγκλήματα που η δίψα των αισθημάτων σβήνει τα χείλη της στην τρέλα
τρέλα που αρέσκεται λεπίδες να λάμπουν κάτω απ τις γκαζόλαμπες με το αρρωστημένο πράσινο σφυρίζοντας οχιές.
Σκοτεινιά οι ψυχές.
Το ασπράδι του ματιού ανοίγει σαν τρύπα,ψυχή πουθενά.
Οι δρόμοι γίνονται φίδια ,οι σκιές μεγαλώνουν στρίβουν στις γωνιές,παραμονεύουν ,κάθε ψίθυρος εχθρός.
Μόνο δηλητήριο στάζει απ’ τα κεραμίδια.
Ποτίζει τις ώρες πυκνό αναμονής.
Μια λεπίδα άστραψε ένα κεφάλι κύλησε στο πλακόστρωτο ,ακούστηκε ένα πλάφ, στόματα μέσα στο υγρό στοιχείο ανέμεναν να τραφούν .Νερόφιδα γλείφουν το αίμα.
Νουάρ.Η ψίχα της σκοτεινιάς.Ρουθουνίζει το έγκλημα.
Στάζει ικανοποίηση .
Οι κάμες χορτασμένες ξαναμπαίνουν στις θήκες τους.
Χθόνιες μορφές ρουφάνε τη νύχτα στα κοιμητήρια.
Τα κοκόρια φωνάζουν τον ήλιο να αφήσει το κρυφτούλι του, να μπει στο παιχνίδι της μέρας,με τις ευθύνες του όλες.
Τα τρένα ορθώνουν τη ραχοκοκαλιά τους ,ξεχύνονται στις ράγες, στο σιδερένιο πηγαινέλα τους.Σβήνουν οι γκαζόλαμπες την πράσινη μονοτονία τους στη νυχτερινή ομίχλη.
Η Λινόρα,μετά από μια αμαρτωλή νύχτα ρίχνει μια τελευταία ματιά στον καθρέφτη φτιάχνει το τσουλούφι με δυό χτενισιές ,μαλακώνει το ρίμελ με τον αντίχειρα,ισιώνει τη στενή της φούστα ,χύνεται στα παπούτσια της, χουφτώνει το πόμολο , γλιστρά στο πρωινό σαν κόκκινη υπόσχεση,και χάνεται μέσα στο βουερό κι αεικίνητο πλήθος της πόλης.

Τo Θαύμα της ΚΑΝΑ

https://cantfus.blogspot.gr/2017/11/blog-post_17.html

Ει 1

Δες, παρατήρησε στους πίνακες του φόντου πίσω της τα κύματα, θα διαπιστώσεις ότι υπάρχουν, είναι έντονα, πραγματικά, πάνε από τον ένα πίνακα στον άλλο όπως διασχίζουν τους ωκεανούς, σε αντίστιξη με το φως, τα κίτρινα τις ροδόχροες ανατολές, το πράσινο και το γαλάζιο. Εκεί ο γρανίτης του νερού. Και δένουν με το γέλιο της.
Γιατί οι κυματισμοί τί είναι. Γέλιο είναι. Κι οι ανατολές τί είναι. Γέλιο κι αυτές.
Έχει μια γάτα παρακάτω, που είναι η ουσία της γάτας.
Ει2

Κι έχει και τα κορμιά που γοητεύονται μέσα στα όρια του κάδρου. Γυμνά κορμιά. Μόνο το κάδρο φορούν.
Ει3.jpg

Ξεκινάμε με το γυμνό που ξετυλίγει την ομορφιά του πάνω στο σκακιστικό αίνιγμα της κουβέρτας. Με έντονο βλέμμα, βαθύ περίγραμμα, γυναίκα σημερινή υποψιασμένη. Χαίρεται που είναι γυμνή, προσφέρει τις καμπύλες σε κοινή τέρψη. Αναπνέει τον αέρα της ελευθερίας, χειραφετημένη σχεδόν δια βίου όπως δείχνει η πνευματώδης ματιά της, η έκτακτη λεπτότητα, με μόνο ένα ελαφρύ σύννεφο να τη θωπεύει.
Ει 4.jpg

‘Ομως τα γυμνά της θα χρειαστούν κάτι ακόμα, για να κερδίσουν όσα το τοπίο της και οι άλλες συνθέσεις, θα χρειαστούν απαιτητικό ζύμωμα της ύλης ώστε να το απογειώσουν. Βαραίνοντας τις λαγόνες των κοριτσιών καθώς τις μεστώνει ο έρωτας και βυθίζονται τα στρώματα. Και τότε βαθαίνουν και οι κοίτες της κλίνης, θυμίζοντας ώριμους καρπούς στα λυγισμένα σαν για να γειωθούν κλαδιά και σκύβουν κι άλλο για να κατορθώσουν ν’ ακούσουν τα μυστικά της γης, ώστε κατόπι να τα ψιθυρίσουν στα πρόθυμα αυτιά των εραστών τους.
Η γάτα, δίνει την ψυχή της. Μια ψυχή στην καθεμιά γυμνή παρουσία. Εφτάψυχη, καθώς δείχνει και το βαθύ της βλέμμα.
Ει5

Σε λίγο τους κυματισμούς τούς ξαναβρίσκουμε στο σταροχώραφο. Είναι το ίδιο κύμα, απο τον ίδιο άνεμο, αυτόν που σηκώνει τα φουστάνια και ρίχνει τα κορίτσια στα στρώματα.
Και τα στάχυα; Χρυσαφίζουν! Και τα διασχίζει μια στάλα νερό, κι ένα κόκκινο πανί σαν ο πόθος.Ταξίδι καημός.
Δυό γραμμούλες με το πινέλλο κι ο μίσχος των σταχυών αρχίζει να λικνίζεται.

Έκτωρ Πανταζής

νύχτα έξεων-(σονέτο)

Σου δίνω το χέρι μου πάνω από την ταφόπλακα
που η κάθε μέρα κεντάει το όνομά της
με το πέρασμά της.

Αν θέλουμε να νικήσουμε είναι επειδή θέλουμε
να δικαιώσουμε όλες τις γενεές του παρελθόντος
σπάζοντας τα δεσμά του χρόνου.

Ερωτικός στεναγμός γιατί αυτά τα φύλλα
είναι της γλώσσας και οι ερωμένες λυγίζουν

μαζί με το κλαδί στον άνεμο σαν ανάσα ερωτική
στην κλίνη στου εραστή το πλησίασμα.

***

#Από την ώρα που έμαθα ότι η τελευταία σταγόνα ξεχειλίζει το ποτήρι,
το αδειάζω άσπρο πάτο προσπαθώντας να πιώ αυτή τη σταγόνα.

Η ζωή των λέξεων

Τόσοι θεσμοί γύρω από το ποιητικό
πολλαπλασιάζουν τους θανάτους της.
Στον πλήρη αφανισμό της ,η ποίηση,
θα λάμπει.

Συνέβη με το είναι όμως αστράφτει άφαντο.

Σαν δυό πέτρες,αυτά,χτυπάνε μες στη νύχτα.
Η σπίθα τους τονίζει τα σκοτάδια βαθιά
στην καμπή του κόσμου.Είναι
όπως πίσω από το γόνατό σου
διαρκής ευαισθησία.Είναι
όπως τέντωμα τόξου.

Θα φύγουμε απ τα λόγια,η πράξη θά ‘χει φαντασία ,
την ομογάλακτη αδερφή του ονείρου,
γλώσσα δε θα πάψει να γυρεύει ελευθερία.

Το ίδιο κύμα γύρω από τον ίδιο βράχο
μέχρι να γίνει άμμος πάνω της να κυλιστείς.

Μιλιέσαι η λέξη ανοίγει τα χείλη.
Σαν φώ μπιζού το δάκρυ σου.
Νυχώ,
κοπέλα σκέτη νύχτα
σχήμα φιλιού, εκφραστικό εαυτό μιλάς.
_______________

ροδΗρώδη

Γυναίκες, απαιτείστε, η μπίλια γυρίζει γύρω σας.
*
Οι προτιμήσεις μου είναι ηθικού βεληνεκούς με το οντολογικό νόημα του ηθικού

ως στόχευση θηλυκού :
Σε ποτίζω νερό του Ηρώδη πετώ στο κρεβάτι σου ρόδι
ξεφυλλίζω τα φιλιά σου μέχρι την τελευταία σελίδα
από το τριαντάφυλλό σου στόμα
που κλείνει μετά σαν μπουμπούκι

και ξεχειλίζει με την τελευταία σταγόνα μέλι του φεγγαριού
*
στο φιλί
ένας κόσμος στα χείλη σου γραμμένος

μελτεμάκια

Στου amore το ανηφόριΣυνάντησα της Καλυψώς τα χείλη
Τα μάτια της πάνω στο κύμα οι φοινικιές είχαν χορό
Κι οι εντυπώσεις ήταν πρίμα και των κυμάτων βουητό
Μέσα απ του ανέμου το κοχύλι στης άνοιξης το μεσοφόρι
Σε κύκλωνε το ξεροβόρι στο βούτημα του φεγγαριού

Οι φοινικιές τρελοχορεύαν το κύμα άλλαζε πουκάμισα
Κι εσύ ντυνόσουν το φεγγάρι σκίρτησε σκοτεινό λαγκάδι
Η ρεματιά φωτίστηκε ένας υμένας σκίστηκε
Τη χλόη πλημμύρισε φωτιά.Πέτα αϊτέ Πέτα γυναίκα του αϊτού
Πέτρα γιαλού πρόκληση για το κύμα ο ήλιος κύλησε στις ιτιές.

Η ΓΚΟΛΦΩ ΣΤΑ ΕΛΗ

Σα θα το βάλει στο παχνί Σα μπει ακμαίο στο παχνί
Του αλόγου το ποδάρι (πυρρό φαρί ποδάρι
ο αστραπιαίος καβαλάρης την οπλή)
Κι ύστερα φύγει και χαθεί στις πέρα βοσκές
Θα μείνει η πίκρα σου βουβή βάρκα που σαλπάρει
από μαύρες αμμουδιές.
Το σπάνει η Γκόλφω το σταμνί Η αγάπη είναι ασθένεια
Κάνει τα χέρια της χωνί Δέηση σε νύχτα χωρίς αστέρια
Πέφτει μες την παραφορά ο κόσμος δεν την αφορά

Η πιασμένη αγάπη είναι χαλί στρωμένο
Είναι εργασμένο μάρμαρο νήμα βαμμένο.

Κάμποι που για νερό διψάνε Ψάρι που αντέχει στο βυθό
Η αυλακιά φύτεμα θέλει Διψάν σπαρμό Τα λαγγεμένα της λαγόνια

Ή Γκόλφω στενάζει στα έλη ,η καρδιά
σα δοθεί όλη μια φορά για πάντα δίνεται
κι αν το θολώσεις το νερό δεν πίνεται

Των εραστών μεστό λαγκάδι το βόσκει τρυφερό ζαρκάδι
Ανακαινίζονται βαθιά νερά δροσίνια αστράφτουν φεγγερά
Χρυσές οι κούπες των σωμάτων φέγγει το νέκταρ των στομάτων
Χορεύουνε τρελά οι φερομόνες μυστικά ευλογούνται οι κρυψώνες
Στη μουσική τους αιθερία υπεροχή, δαμάζονται παλιά και νέα θηρία
μαύρων κήπων και στεγνών ευωχία ανατάσσονται σε θερμή ωχεία
Ή κάψουλα του βαθύ θώρακα ξετιλά το μαύρο φτερό του κόρακα
Η φλόγα σα κορώνα ψήνει κόρο βυθών η αρραβώνα
Στης αγάπης τον αδιαπέραστο κύκλο πλήρες και ευφραντικό ανεβαίνει το σίκλο
Σύγκλαδο πλεκτό τα μέλη ιερωτάτη έλευσις, άβατη θυμέλη
Βάλσαμο ιερών καρδιών χορός συμπάντων των σφαιρών
Καίνε το κεχριμπάρι τους πλούτος στο αμπάρι τους

Η πιασμένη αγάπη είναι χαλί στρωμένο
Είναι εργασμένο μάρμαρο νήμα βαμμένο.

Θεοβάδιστο πόδι, φλουρί πουλί λεβέντικο
Ένα ιδρωμένο σύννεφο στης ρεματιάς τον έβενο
νερό θα στάξει από τον κόπο των κορμιών
Έκανε να προκόψει του ονείρου η κόψη η πλάση θα πλαντάξει
Τα σουσούμια του κορμιού της είναι μόνο για κείνον Μόνο για τα μάτια του
Ένα κοράκι δεν μπορεί να της κρύψει τον ήλιο
Στη σπορά του εφήμερου: Αστραπή και ξελόγιασμα

Η πιασμένη αγάπη είναι χαλί στρωμένο
Είναι εργασμένο μάρμαρο νήμα βαμμένο.

Στάζει φωτιά απ τα πέλματά της
Ο μυστικός γάμος είναι αγκρέμιστος
Σαν το νερό που πέφτει στους γκρεμούς
Και δεν τσακίζεται
Έχει την τόλμη αγκαλιά παραδομένη με κατάνυξη
Πίνει αστραπές και φλέγεται σαν ο πεύκος
Που τον χτυπάει κεραυνός την άνοιξη
Το χέρι ψάχνει για μεδούλι
Το στόμα στο κενό του κόκαλου
Το αίμα φυσάει
Οι πληγές κάναν περβόλι
Τώρα αυτό το ξέρουν όλοι.

Η πιασμένη αγάπη είναι χαλί στρωμένο
Είναι εργασμένο μάρμαρο νήμα βαμμένο.

Είχα την αγάπη της φίδι κολοβό
Ήταν εδώ ένας μελαχρινός θεός
Γι αυτό τις σιγανοπαπαδιές να τις φοβάσαι
Είναι βαθιά πηγάδια

Είναι η αγάπη φίδι κολοβό

Ποιό ρόδο κόβω, ποιάς ρίζας άρριζης;
Χόρτα δεν πιάνει η αγκαλιά και χόρταση δεν έχει
Φωτιά τα βάζει με φωτιά όποιος φιλί αντέχει
Μεταξένιο σάβανο θα μείνει το κουκούλι
ρούχο φθοράς της σάρκας το κουρέλι
Η πεταλούδα θα πετάξει

Είναι η αγάπη φίδι κολοβό

Τέρψη ματιών και της καρδιάς
Αλλά και την εκδίκηση είπανε γλυκιά
Όλοι το ξέρουν μια γλύκα άλλη σκεπάζει όποια μιση
Κι έχει φωτιά υψικάμινη δώρο από φύση

Είναι η αγάπη φίδι κολοβό

Ο,τι ονείρου αναμονή στα σκοτεινά είχε ετοιμάσει
εικόνα ξεμαγεμένη ολόγυρα από φωτεινά χράμια
Φεύγει θεριό απ’ την αγκαλιά το είχανε δαμάσει
Συννεφοκέλης λαμπερός τους πάει στα ουράνια

Την εποχή που τα παραθύρια γελούσαν
Που το περβάζι της λιανής κοπέλας
το φώτιζαν βασιλικά Τότε οι ματιές κεντούσαν,
κι οι σαϊτιές δεν ήταν μόνο του αργαλειού χαρά.
Οι στάμνες ξεχείλιζαν το αμίλητο νερό
ασήμια θεοδιάβαστα Γκρέμισε τώρα, καιρός
πολυκατοικίας, το βλέφαρο της κοινότητας.

Είναι η αγάπη φίδι κολοβό

ΧΟΡΕΥΤΑ

Ακέρως, ακαίρως έρχεται ο έρως
σε σκοτιδιασμένο μέρος
τρελοί της Λέρου εμείς
της τρελογιορτής οι χαραμείς
Λικνίσου εδώ κάτω απ’ του πλάτανου τα κλώνια
Σκορπίσου εδώ αλώνισε του χάροντα τ’ αλώνια
Χόρεψε της φτέρνας ο τροχός να σπινθηρίσει
Άσπρο πάτο μυστικά η γλώσσα να ψιθυρίσει
Μεδούλι αίμα κόκαλο η φωτιά να φλογίσει
Πικροδάφνης δροσιά θα τα ευλογήσει
*

#πήγαινε να γίνει μια σάτιρα ,δοκιμή ήταν φυσικά#

Μέρα αποφόρτισης

Νησί από κιμωλία
μουσικοί τραγουδάνε στο μυλοπόταμο
πειρατές έρχονται νύχτα με τις φωτιές
στην παραλία των κοριτσιών
θα σε προδώσουν.

Ο,τι συμβαίνει με τον άνθρωπο ψυχή το λένε

ένοχος αθωότητος

http://cantfus.blogspot.gr/2017/11/blog-post_43.html

tasos-leivaditis

(Τα δέντρα που κόπηκαν γι αυτή τη συλλογή έχουν αφήσει ορφανό τον άνεμο)

Περνά αθόρυβα μην τους τρομάξει καθώς αποκοιμούνται στην κρεμάλα και κόβει τα σκοινιά.Κάτω από την απλότητα ο ψυχισμός, γιατί και ποιητής και αναγνώστης είναι ιδιοτελείς. Εμείς ληστές είμαστε μην ψάχνεις για Χριστό, τον Εσταυρωμένο, πώς να σταυρώνεις την αθωότητα σταυρώνοντας ένα ληστή;

Προχωρώντας την ανάγνωση, σιωπηλά ακούς να μιλά κάτω απ’ τους τοίχους η συνείδηση του Μεταξουργείου. Πυκνά βιώματα με του λαού το βήμα. Και βλέπεις πόσο σιωπηλά δέχεται την πίεση του κόσμου. Πόσο θέλει να μιλήσει του κανένα τη διάλεκτο. Σαν να έχει πιεί του Σωκράτη του Αθηναίου το ποτό, κάθε νύχτα κώνειο.

Πιό πολύ εδώ τον εμβόλισε το μάταιο, οι άδοξες πράξεις και υπάρξεις. Ξεβολεύει τον καθιερωμένο κόσμο γύρω του. Χίλιες φορές το αφόρητο. Μέσα στη σύγχυση πρόσωπα κι αντικείμενα γίνονται ισάξια, έτοιμα να τα προσπεράσεις μα τα παίρνεις μαζί σου. Στοιχεία.

Μην περιμένετε νάχει συνοχή ο παραλογισμός των λέξεων, έχουμε τόσο τρομάξει που η πένα τρεκλίζει στα δάχτυλα σαν το σακάτη ανάμεσα στα δεκανίκια του πράξη που τον κάνει ακροβάτη. Αυτό το παράλογο τού το επιβάλλει ο κλοιός της πλατείας Κουμουνδούρου. Αυτό το πηγαινέλα της μαγικής του πόλης που διψά μέσα στη σκόνη μέσα στα χωματένια σπίτια δίπλα στο μαγκάλι, μιά Αθήνα αλλιώς.

Με το ασυνάρτητο σαν να θέλει να ταιριάξει τα σπασμένα κεραμίδια σε στέγη που στάζει μα είναι μάταιο. Η βροχή βρίσκει να μπεί.Το κοινωνικά άδικο είναι άμετρο αδιάλειπτο. Όνειρα κάτω απ τη φτερούγα του ύπνου, κάτι ξέρουν τα πουλιά που εκεί καταφεύγουν κρύβοντας το κεφάλι τους.

Συντροφιά με το αλλόκοτο, έστω στις λέξεις, για ν αντέξει το απόκοσμο. Ως άνθρωπος του άστεως, τίποτε δεν τον σώζει. Όπου να κοιτάξει είναι τοίχοι και τον διώχνουν, δεν δέχονται το βλέμμα του, δεν δένουν στο βλέμμα του. Η πόλη αναζητά μόνη της θεό. Είναι σαν μιά αγρύπνια στο τίποτε που σε σπρώχνει όπως άνεμος το σύννεφο να βρέξει ή να χαθεί πέρα απ τα βουνά βαθιά στον ουρανό. Σφηνώθηκα μέσα στις σελίδες του Χρυσού οδηγού (που δεν μπορεί να γίνει οδηγός για χρυσό), μες στους ανώνυμους να αφανιστώ, ψύλλος στ’ άχυρα. Ο ποιητής μαθαίνει απ’ τον κλέφτη πώς να κλέβει από τη λέξη νόημα κι άλλο νόημα:

Οι πεθαμένοι μου, σκιές, έρχονται μου θυμίζουν πόσο πολύ υπάρχω, ιδίως τις νύχτες, κι ακούω τ’ακρογιάλια. Να τι παρέχουν οι νεκροί, ένα βαθύ αίσθημα του υπάρχω με τη βαθιά τους απουσία. Με τις δυσκολίες μου μηνύουν οι θεοί τα καλλίτερα για μένα, είναι ο πλούτος μου, -αν και μονοθεϊστής, και το πλήρωσε ακριβά, αταξικού μέλλοντος. Δυσκολεύομαι άρα οι τοίχοι του δωματίου μου πλησιάζουν σαν μέγγενη. Μόνο έτσι θα σωθώ.

Όταν συνειδητοποιείς ότι σ’έριξαν σε μια υπόθεση ανυποψίαστο, σαν βγείς από το χιμαιρικό ο τρόπος να φωνάξεις γίνεται υστερικός, κι ανακαλύπτεις σαν ξεχασμένα τα αυτονόητα.

Στον παγανισμό κατέφυγαν οι νεοκλασικιστές, στο γοτθικό ο ρομαντισμός, και ώ τι περίεργο, ο υλισμός χώρο έχει τον προφητικό κόσμο, αρχομένου υπό του θεμελιωτή του, ξεκίνησε σαν φάρσα στη γερμανική ιδεολογία, κατέληξε τραγωδία στου κανενός το ρόδο από στάχτη. Δεν μπορούμε να εξεικονίσουμε το μυστήριο αλλιώς. Η ύλη ονειρεύεται με σύμβολα βιβλικά.

Και άξαφνα τον καταλαμβάνει το θαύμα, μέσα στην παιδική του αφέλεια αρχίζει πραγματικά να ονειρεύεται ξηλώνοντας το όραμά του κάνοντας χαρακιές στο απροσδόκητο αθέλητες, τον παρασύρει του χαρακτήρα του το ίδιον, και η ποίηση δε θ’ αργήσει νά έρθει.

Η πιό στιγμή του:Τα μοναχικά ποιήματα.

Το ποίημα πάντα είναι μιά υπόσχεση για καλλίτερο ποίημα, κι απ’ αυτό έρχεται ,επειδή θέλει να ξεκινά από το μέλλον να κατευθύνεται εδώ που το παρελθόν φεύγει, σαν για να το συναντήσει. Αυτό είναι η παράδοση. Βγαίνεις απ’ τη σκιά της προκατάληψης και όλο το βιωματικό ζείν σ’ αρπάζει, το ζεις.

Συναντάται με το Ευαγγέλιο γιατί είναι το πιο υλικό πράγμα. Κι έτσι πολύτιμο χρυσοντυμένο, κλείνει εκεί χιλιόχρονη μνήμη, κλείνει διαβάσματα πάνω απ το κεφάλι των νεκρών, μεγάλη λάμψη κι ακούμε τα βήματα.

Πρέπει να είσαι οι ράγες για να είσαι τόσο απαραίτητος στα τραίνα, και για να γίνει ένα πράγμα πουλί πρέπει να κλωσσηθεί στο αυγό του, αλλιώς δεν πετά. Η νοσταλγία είναι από ύλη, διάβασα για τη μοίρα μας στο τυφλαγκάθι, την επαλήθευση πως τα όνειρα είναι όνειρα, τη δίνει η ίδια η ζωή, συμβαίνει το δράμα ακριβώς εδώ δίπλα, δεν θα το συναντήσεις, αν δεν σου συμβεί

η νοσταλγία για το αόρατο.

Γιατί αν δεν σου αποκαλυφτεί ο ποιητής στη σοβαρότητά του κι αν δεν αδιαφορήσει για πόζες δύσκολα θα φανερωθεί.

Πόσο ευτυχής σαν που νιώθεις ότι έρχεται με μόνα υλικά τις φράσεις του τόσο γυμνές λες και του δωρήθηκε το μυστικό ατόφιο.

Θα καταφέρει να σε κερδήσει με την ανάγνωση, αφού το νιώσεις πως με τίποτε πάει στην ποίηση καταξοδεμένος, κι η φωνή του πάει ίσια από κοχύλι, κι αρχίζει τώρα να γίνεται αλήθεια Λειβαδίτης, κι ένα λιβάδι ετοιμάζεται να δεχτεί να το διασχίσει διπλασιάζοντάς το στο άπειρο.

Πού οδηγεί αυτός ο δρόμος Αρτύρ, η οδός Αβυσσηνίας, κι αυτά τα όπλα που πουλάς ποιούς έχουνε σκοτώσει, και πόσους ακόμα θα σκοτώσουν; Τι θέλει αυτός ο κόσμος Αρθούρε;

Κι αν αγαπήσαμε ήταν για τη ζωή.

Μόνον ολόκληρον μαντεύεις τον ποιητή. Ποτέ από σπόντα.Κι ύστερα προβάλλει με την αλήθεια του, αυτή δίνει του στίχου ομορφιά. Κι όπως λέει ο ίδιος, ας αφήσουμε στον αναγνώστη την αποκάλυψη.

Αν αγαπήσαμε ήταν ζωή.

*

Λειβ

Χρειαζόμαστε τη λέξη να λέει.»Ο λόγος φανερώνεται στο λέγειν».

Έκτωρ Πανταζής

Μαύρο Γεράκι

https://cantfus.blogspot.gr/2017/11/blog-post.html?spref=fb

-Υπάρχει ένα κατάμαυρο πουλί [….] όπως κάνουν όλα τ’ άλλα πουλιά..μοναδικό χρυσό φτερό»,.. σοβαρή χάρη του χρωματισμού, ανείπωτη γλύκα της φωνής, ..ρυθμικές κινήσεις του χρυσού φτερού. Δε φεύγει ποτέ μπροστά στον κίνδυνο […]όπως κάνουν όλα τ’ άλλα πουλιά-

Ο Γονατάς, εστιάζοντας στο μαύρο, φέρνει κοντά το χρυσό, με ανακίνηση των ρημάτων του δημοτικού τραγουδιού, δημιουργεί ένα ρήγμα στην τρέχουσα οπτική των χρόνων του. Υπόρρητα αυτό, σαν να βγαίνει από το ασυνείδητο, είναι ένα σκάμμα στα σπλάχνα του σουρρεαλισμού, για αθλοπαιδιές γλωσσικές.

Φτιάχνει κάτι από χνούδι γλώσσας, χνούδι από μάγουλο παρθένο κορασίδος. Σαν να κάνει μια περίληψη με την έννοια του περιλαμβάνω, από σελίδες Εμπειρίκειες, από αυτό που εννυχεύει στου Σοφοκλή τα λυρικά χορία

ο διανυκτερεύων λόγος

Πεζοποίημα, αλλά που θέλει να είναι κάτι διαφορετικό από ποίημα, θέλει ταυτόχρονα να είναι παραμύθι τεχνολογία τυπογραφική, πεζογράφημα και νερογράφημα μαζί. Γράφει πάνω στο νερό. Διαβάζεις με ανακούφιση σαν στα παραμύθια, και ταυτόχρονα βυθίζεσαι σε ένα κόσμο πλασμένο, δημιουργημένο, που σε αναπαύει. Μεταβάλλον αναπαύεται*. Σε αναπαύουν και τα επιμελημένα, με μεγάλη έγνοια να είναι έντεχνα, να φέρουν μέσα τους την υλική τους τέχνη, τυπογραφικά δοκίμια.

Αρχετυπείο ο ΓΟΝΑΤΑΣ. Έφτιαχνε τεχνολογικά γλυκίσματα στο φούρνο του τυπογραφείου, και τα σερβίριζε σε βιβλίδια, που ήθελε ο αναγνώστης να τα καταπίνει, όπως ο Ιωάννης της Πάτμου κετέφαγε το ειλητάριο που του έδωσε η Μορφή, ως κηρίον αποστάζον μέλι. Από αυτή τη μορφή αντλεί. Κεραυνωμένος πάτμια κράματα. Από το Ιδού! Θεϊκή προσταγή της μούσας. Θέλω να πω, Ήθελε να έχει το γραφτό του έναν αποκαλυψιακό τόνο, και ρυθμό, χωρίς να έχει ακριβώς θεολογικές αποχρώσες. Αλλά αποχρώσεις να έχει. Αρχετυπικώς. Πόνταρε πολύ στο μελάνι και το χαρτί. Και τη χαρακτική. Είχε ένα τακτ. Ψηλαφούσε με τέχνη, ένιωθε το χέρι στα τυφλά το γράμμα στις γλυφές. Σεβόταν το γράμμα. Ήθελε το θαύμα να συμβαίνει στη σελίδα του, αδιόρατα ή αν θέλεις με το αποτέλεσμα, να προκαλείται στον αναγνώστη. Σ’ αυτό το θαύμα πίστευε. Αγαπήθηκε. Δεν είχε εχθρούς.

Δούλεψε αυστηρά, σαν αλχημιστής που ήθελε να φτιάξει χρυσάφι, έστυψε νου και γλώσσα και τα μέσα του, ήταν άγιος με θεότητα τη γλώσσα, την τεχνολογία της, υπήρξε τεχνολόγος (με τη λογοτεχνική έννοια) αγάπησε το επίθετο όπως ο χρυσοχόος το επίχρυσο, γιατί αν το επίθετο επιχρωματίζει εκείνος επιμεταλλώνει. Το αργυρό, ήταν το στοιχείο του, το ασημικό. Σαν η σελήνη ήθελε να ρίχνεται στο νυχτερινό κόσμο με το λόγο του, να φωτίζει με ένα χρώμα, σκιάζοντας, προκαλώντας ρίγος, το ρίγος της νύχτας στων κοριτσιών τα όνειρα.

Είναι εικόνες που δύσκολα εξαφανίζονται από τα μάτια του νου ή εντείνονται, για κάποιο λόγο κι αυτό που μένει είναι η περίσσειά μας, το βάθος είναι ασύνειδη, ακούσια, αθέλητη, μνήμη και ανακαλείται από κάτι απρόσμενο.Το βούτημα ενός μπισκότου στο τσάι ( ή στο σκότος αν θες, σε μιά τρικυμισμένη περιοχή από πυκνό συναίσθημα και το αναδεύει σαν κουταλάκι τη ζάχαρη). Αναδεύω το σκοτάδι σου κι όλα σου τα κρυφά προβάλλουν βγαίνουν σαν αφρός, Σε καταχωρώ στην ελίτ .

Γκόμενα μαυρομάτα η πένα σε βγάζει ασπροπρόσωπο αν τό’χεις, μιλώ μεταφορικά πάντα. Μιλώ για το συγγραφέα, τη μεταφορά. Είναι ο μόνος λόγος που σώζει. Η γλώσσα είναι ήθος όπως και η σκέψη.

Δεν αναζητά ύφος, γιατί η γραφή του είναι ήθος. Ένα βαθούλωμα ανεπαίσθητο στη σελίδα εκτρέπει τα νομήματα στην τρυφερή κοίτη που απεργάζεται στο μυστικό εργαστήρι των τύπων. Ψαύει επί τον τύπο των ήλων, στάγματα, και τα βρίσκει. απορρέει από ενδιάθετο ήθος πηγή του ύφους του. Είναι ίδιας κοπής με το συνοδοιπόρο του στα πάτμια κελεύσματα Παπαδίτσα, που ήταν ψυχίατρος στη Λέρο και έκανε από εκεί συχνά επιδρομές στην Πάτμο όπου κεραυνώθηκε, το ίδιο στους Δελφούς, ήθελε να νιώσει από πού έρχεται ο Λόγος, για τον Ιωάννη και για τον Ηράκλειτο, ξεκίνησε μαζί με τον Κακναβάτο καταγόταν απ τη Σάμο όπως και ο άλλος μέγας ο Γ. Θέμελης, αγριοτριανταφυλλιά αναρριχώμενη μέχρι των κοριτσιών τον ύπνο.

ξετυλίγεται σαν χαρτί υγείας, αλλά και κουζίνας να είναι και χειρουργείου , -είναι τάχα πιό τυχερό-,

η ψυχική ζωή των,

που γιορτάζει ανάψτε της κανένα κερί

——————————–

είναι εδώ μια πτυχή, νοστιμίζει το φλερτ με αυτό το νόημα_νόμημα σε προκαλώ προσκαλώ</strong>

****

Το είδωλο

Υπάρχει ένα κατάμαυρο μεταξωτό πουλί, μ’ ένα μοναδικό χρυσό φτερό στην ουρά του.

Όταν προβάλλει η αυγή, κίτρινη, μετανοιωμένη στα περιβόλια πίσω απ’ τις μουσμουλιές ή όταν αρχίζει το σούρουπο ν’ απλώνει τις γαλαζοκόκκινες σκιές του στις άπατες λαγκαδιές, τότε το πουλί, που φωλιάζει στις πέτρες των έρημων λιβαδιών, βγαίνει απ’ την τρύπα του, ξεχύνεται στο δάσος με τα κουδούνια – το χνούδι του ζαλίζει τα λουλούδια. Είναι το φόβητρο των μυημένων κυνηγών. Στη μουσική των φτερών του υποχωρούν τα βήματά τους.

Δε φεύγει ποτέ μπροστά στον κίνδυνο, δεν αφήνει ποτέ τη θέση του, δεν κρύβεται ποτέ απ’ τα μάτια των εχτρών του ταξιδεύοντας τυλιγμένο σ’ ένα πράσινο φύλλο, όπως κάνουν όλα τ’ άλλα πουλιά

Μετριούνται στα δάχτυλα οι κυνηγοί που μπορούνε να παινευτούν ότι το είδαν δυο-τρεις φορές ολάκερη τη ζωή τους. Αλλά ούτε ένας ταριχευτής σπάνιων πουλιών δεν καυχήθηκε ως τα σήμερα πως πλούτισε μ’ αυτό τη συλλογή του.

Τη στιγμή που είναι έτοιμος πια να τραβήξει, βλέπει με φρίκη, στο κλαδί, στο βράχο ή στην πεζούλα του ξεροπήγαδου, το ίδιο κατάμαυρο πουλί να τον κοιτάζει, αυτή τη φορά μ’ ένα αλλιώτικο βλέμμα.

Αλλοίμονο σ’ εκείνον που χωρίς να ξέρει συναπαντιέται οπλισμένος, για πρώτη φορά μαζί του. Τον προσκαλεί να πλησιάσει με τη σοβαρή χάρη του χρωματισμού του, με την ανείπωτη γλύκα της φωνής του, με τις ρυθμικές κινήσεις του χρυσού φτερού του. Ο κυνηγός ανυποψίαστος φτάνει κοντά, σημαδεύοντας πάντα με υψωμένη την καραμπίνα κατά πάνω του και το δάχτυλο σταθερό στη σκαντάλη.

Πού τα ξέρει αυτά τα μάτια; Πού τά ’χει ξαναδεί αυτά τα μαλλιά; Πού τα θυμάται αυτά τα πολύ γνώριμα χαραχτηριστικά που είναι αντικρύ του;
Όχι δεν κάνει λάθος.
Στο μαύρο κορμί του πουλιού, στη θέση του κεφαλιού του, βρίσκεται τώρα κολλημένο το μικροσκοπικό ομοίωμα της δικιάς του κεφαλής. Είναι το δικό του πρόσωπο που, σαν μέσα από αναποδογυρισμένο κιάλι που μικραίνει τα πράματα, σημαδεύει στο κλαδί, στο βράχο ή στην πεζούλα του ξεροπήγαδου.

Ποιος θα τολμήσει να ρίξει το βόλι πάνω στο είδωλό του την ώρα που πάει να χτυπήσει ένα πουλί;

Ο Επαμεινώνδας Χ. Γονατάς (Αθήνα, 1924 – Αθήνα, 25 Μαρτίου 2006) ήταν Έλληνας ποιητής και διηγηματογράφος της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, ο οποίος διακρίθηκε κυρίως ως «λογοτέχνης του παράδοξου».

*Μεταβάλλον αναπαύεται. Ηράκλειτος, 544-484 π.