ΓΝΟΦΟΣ

Να παρατηρείς ένα κλαδί που χάνει τα φύλλα του στο πυκνό σκοτάδι 
έναν ψίθυρο που ανατριχιάζει η νύχτα.
Με το θάνατο μας το σύμπαν βεβαιώνει τη συντριβή του
το “είναι προς θάνατο” δεν επιφυλάσσεται για το Είναι.
Δεν ξέρω για το Είναι ,ξέρω όμως για το ερώτημα τού Είναι
γιατί είναι η φωτοστήλη στην οποία στηρίζομαι
αφ'ότου το ερώτημα τέθηκε.
Χρειάζεται το κενό να διαπρέψει η λάμψη
θα λάμπει πάντα απόκρυφο αμαυρό
με ένα βλέμμα που ξαναβλέπει
αποδημώ όταν σκέφτομαι χελιδόνι φτερούγα της άνοιξης.

Ήταν το στήθος του χρόνου η πρώτη μας αγάπη που μας ζήτησε λέξεις
σκάβοντας ξανά στις κοίτες
ο στίχος ξαναβρίσκει το δρομολόγιο
με διψασμένα χείλη γύρω απ΄την πηγή
κι αυτό το ρόδο που άλλοτε φυλλορρούσε φως τη χαρά
και το αγκάθι του που εμμένει σαν πόνος
γιορτή παλιά με παιδικό τσουλούφι.

Λιπόθυμος στου πλάτανου τα κλώνια
όλο το νότο πήγαινε κι όλο εκπλήρωνε τη μοίρα
ο σκληροτράχηλος της ελευθερίας
ζώστηκε τ' άρματα το κρυφιομύστιο φλάμπουρο αναπέτασσε
με το Θερβάντες συμπολεμιστής στο Τζάντε έμαθε να'ναι ΔονΚιχώτης
μάθημα στο πρόσωπο που ξυπνά μια χούφτα φως.

Κρατώντας σαν φανάρι από τα μαλλιά το αποκεφαλισμένο
νύχτα τραβάει στα Γιάννενα πεσκέσι του πασά
μάς συναντήσαμε την ώρα που είχε ανατείλει το πνεύμα
άλλαξα το θυμιατό με το σπαθί
όταν η λέξη έχει γούβα για να χωρέσει το πράγμα
έρχεται το θάμα.

Στο απάνεμο ένα ματσάκι ία
άλλαξε η μουσική του ανέμου πάνω στα γυμνά οστά
ήχος από βότσαλο στου ρήτορα το στόμα
από την κουλούρα της ζωής το σουσάμι τινάζω
για τα άγρια που φυλάνε το μύθο
αλέθει ο νερόμυλος στις ρεματιές της μνήμης
φωταγωγεί τη δράση μου
ό,τι στον έρωτα οδηγεί έχει στο μέλλον το κλειδί.
Άκου το χτύπο αυτό που μοιάζει με ήχο
σε χορδή σε πλήκτρο σε τεντωμένο δέρμα
έρχεται πριν τη μουσική στην ερημιά σαν κλάμα μέσα μας
σαν λόγος μοίρας,ανέμου πνεύμα δόνηση αέρα
πού θάβρω κιθάρα πού άρπα πού φλάουτο
βουίζει αδιάκοπα σπάζει των δοχείων ο πηλός
η ψυχή ακούει, τα μάτια κλείνουν, η πέτρα πέφτει.

Κι από το σύννεφο πιο θερμό κι από την πέτρα πιο βαρύ
κι από τον όγκο των σπιτιών πιο αισθητό
γλιστρούν οι μορφές μαζί με το σύννεφο
σε μια άχρωμη γκραβούρα μουσική
ανθίζει του ποιήματος ο μέσα τόπος
θέλεις τα λόγια σου να γίνουν όπλα ,οι ευχές σου ψωμί.

Το χέρι του θεού απομακρύνεται,η σκιά του βαραίνει
βάδισα μέσα στης Σπλάντζας τα νερά
να οπλίσω είχα τον κόσμο μου
στην κόγχη άναψα κερί, φύλαξα τάληρα ισπανικά.
Μέσα στο φως που οι ζωγραφιές σκοτεινές απροσδιόριστες
περνούν ταχύτατα
την προφητεία την παλιά παίρνει στις χούφτες
σαν το νερό, οι ελπίδες έγιναν σπίθες.
Μέσα απ' τη λάβα της φωνής έρχονται λέξεις
τους ύμνους κατοίκησε φλόγα
γύριζαν τα αγγεία στα κελεύσματα του κοσμικού τροχού.
Τα σπίτια στρέφονται στον άνεμο, σκληραίνει η όψη τους
πάνω από τα ανοιχτά μπράτσα του ξεροπόταμου
η Λιμπερτέ με βήμα αθόρυβο
-είχες την ψυχή σου ακονισμένη
έσκιζε το πυκνό σκοτάδι
η κύλικα ακόμα δονείται, στράγγιξε το φως
το ξεράγκαθο κεντά το λαιμό του πεσμένου κίονα
απλάνητες λέξεις ατρόχιστα όνειρα άηχοι θρύλοι
κάτω από τα ραντάρ του θορύβου.

ΜΕΓΑΛΟ ΧΙΟΝΙ ΜΙΚΡΟ ΝΕΡΟ
Τώρα η νύχτα θα είναι διπλή,όπως η ανάγνωση
που εισέρχεται μέσα της ο αναγνώστης με το αίτημά του
κυριευμένος από την ερώτηση
αφήνει τη μουσική να έρθει.
Η συμβολική ανταλλαγή σαμανική προσφορά
έχει τους ανεξάντλητους πόρους της δωρεάς, δε θα στερέψει πόθος μας.
Θα είχε μια στρατηγική ασφαλώς θα είχε πεποίθηση
λόγια πειστικά οργανωμένη θέληση ανθρώπους θεληματικούς
πολεμιστήριους, έτοιμους.

Τόπος μας είναι όπου αγαπήσαμε
ο μύθος κεραυνός είναι το μεταξύ ήχου
και λάμψης της Σκορπονέρας
η πέτρα αντιλαλούσε κάτω από το σκαρπίνι
τη ζωή φορώ αχυρόστρωμα
ταρακουνάω τη λέξη σαν ένα γερό δόντι
σαν μια πέτρα χωμένη στη γη
ανεβάζει το σίκλο στέρνας νερό
ποιός αναξέει του θανάτου τις πέτρες;
Σκύβω στη νύχτα είδωλα σιωπηλά
πίσω απ' το σκότος κρύα σιωπή
σαρώνει τα κατώφλια- L' immortalite.
Διαβάζω σε τούτη την πέτρα
ό,τι γίνεται δεν ξεγίνεται.
Η Παραμυθιά με ανέστησε τα Γιάννινα μ' έφαγαν
την ψυχή μου πυρπόλησα .
καταμεσής στο θάνατο χτυπώ
σήμαντρο ζωής.

Πώς στροβιλίζεσαι έτσι χιονονιφάδα;
Μελοκοκκιές σαν γαλάζιες κολώνες ναού.
natura naturans
χιόνι το νυφικό σου
τα δάχτυλά μου γεύτηκαν το όνειρο
διάφανο που δεν αποχωρίζεσαι
σε ένα πένθιμο σχεδόν μηδέν λιώνεις
άφαντη κάτω απ' το χαμόγελο της άνοιξης
να την αγγίζουν δε θέλει
η άρνησή της κάνει το φωτεινό λευκό.

Κι ήταν ένα βράδυ
Σ ένα παράξενο τάνγκο ένα noli me tangere
κι η ψυχή μπαινόβγαινε σε όνειρο
χρυσάφι βγαίνουν από το φούρνο οι φόρμες
οι θεριστές ξεκουράζονται στους γαλάζιους ίσκιους
ξεχειλίζουν μέλι οι ώρες .
Τσαλαπετεινού πέταγμα στο κοίλωμα των βράχων
άλλαξε το τοπίο μονομιάς φτεράκισμα γεμάτο σιωπή.
Προχωρούσε όσο του άνοιγε δρόμο η θεωρία
και γυρνούσε κάθε τόσο πίσω να τα ξαναβρεί μαζί της.
Αναλαμβάνει τους μαιάνδρους στο έρημο τοπίο
το χιόνι γίνεται μεγάλο το νερό μικραίνει
στίχο το στίχο ξαναορίζονται οι τόποι
η Σκορπονέρα Τύμβος δεήσεως. 4.11.24

Κουρμπάνι

Πλαγκτές λέξεις ,λέξεις πέλαγα
ιερατικό διονυσιακό μένος
αλέθει ο νερόμυλος στις ρεματιές της μνήμης.
Στον ακοίμητο πυρήνα στο αχάλαστο
αναδύομαι
χτυπώ την πόρτα του ιερού ανοίγομαι.
Με την αγωνία του μαρτυρίου
το μυστήριο πάγωμα της ψυχής
ο αβυσσαλέος πόνος,πώς να πώ τη θυσία,τα άρρητα πάθη
Ποιός αλήθεια μας βλέπει Πανσέληνε;

Η πορεία του είναι πορεία στα Ιερά τοπόσημα
μια διαρκής ψαλμωδία διαψάλματα χερουβικά
φτερούγα που κλείνει
τα όνειρα λαβωματιές μια βρύση αίμα
ποιά μοίρα κοιλοπόναγε τη συμφορά του πριν γεννηθεί;
Στο βήμα απάνω στον άμβωνα στο ιερό στη θυμέλη
βουβαίνονται οι λέξεις
είμαστε βαριά καράβια βαριά από τους εαυτούς μας.

Πόνος μέγας αφάνταστα μας πονά
η τυράγνια του το μαρτυρικό του
στην τραγική μας γη σφαγή
χύνεται το αίμα μέσα απ τις ρίζες
βρίσκει ρέμα για το θλιβερό Άδη
το παραμύθιο γενέθλιο πεδίο
'49 κι ο ένας
ο Δεσπότης τους.

Πού θα σέ βρώ; Στη λύπη.

Έρχεται με βήμα αθόρυβο η σκιά σου
εσύ που πήρες το σταυρό ευθύνη σου
που περιφρόνησες τον ήχο του Μουεζίνη
είχες την ψυχή σου ακονισμένη κι έτοιμη
έσκιζε το πυκνό σκοτάδι.

Η ομιλία ήταν θύμα η λέξη σφάγιο
γύρισε τον τροχό της σιωπής μαντεύοντας τη λάσπη
που πλάθει τα φωνήεντα το ρήμα που εχάθη
βλάστηση που τη λύπη φανερώνεις κι εσύ σεντόνι
που σκεπάζεις το νεκρό σώμα

Πού είσαι της ποιήσεως σώμα;

Πού χάθηκε σε ποιό νερό; Κι όμως η κοίτη το ζητεί
και τα υποστατικά μας
πάλι με τις νεροδεσιές θα δώσει μες στο φως
τον αρχαίο σκοπό.

Η ποίηση μέσα στη γλώσσα, όπως ο ορφός
μέσα στο θαλάμι του, ογκώνεται.
Δεν αλλάζει το θαλάμι,βρίσκει την υπόστασή του
γίνεται του ορφού θαλάμι.

Ξυλόσοφος.Της παλιγγενεσίας το προδρομικό ύψος
βάπτισμα πορφυρό, βάφηκε η Σελήνη.
Πορφύρα και χοντρές στάλες,χάντρες ρουμπίνι
Δεν παρήλθον τα σύμπαντα,οι λέξεις έχουν αποσυρθεί
στράγγιξε το φως.
Να χαμηλώσουν τ άγια.
Η σκουριά πάνω στο σιδερένιο άγαλμα
επικάθησε σαν το στεγνωμένο του αίμα.
Ξεστράτισε ένα στόμα μας μιλά χωρίς να το βλέπουμε
πήρε το αρχαίο μονοπάτι χρίστηκε
Μοναδικότητα που γίνεται φως αέναη παρουσία.

Δεν λύγισε ο Δεσπότης
μάς μιλά η μορφή του μέσα από το σίδερο
που στέκει ορθό στη μνήμη του
Στήλη Μένους.
27.6.2025 Παρασκευή Αθήνα Ε


Το νερό και το ελάφι

Όταν οι τυφλές ρόδες της νεκροφόρας κυλούν μποστά μας
'Ετσι ώστε οι λέξεις να σε τραβήξουν
κατά δω στην αλφαδιά υποδεικνύοντας γκρεμούς.
Αγάπες που δεν μοιάζουν αγάπη, μας δένουν.

Θρηνεί η σπηλιά ο βράχος ιδρώνει.
Το είναι του δεν είναι παρά μια πληγή.
Τα νεύρα του σαν τεντωμένα σύρματα.
Δεν υπάρχει μουσική δεν ηχούν λόγια.
Κρημνά αρετής αμίμητο Μαρτύριο.

Πώς θρήνησες το δούλειο ήμαρ ψηλά που σ έφτασε ο πόνος;
Δεν άντεχε να βλέπει σκοτεινό τον αιώνα του
τον φώτισε με το θυσιασμένο του αίμα . Δεν ήταν άθελα
που πήγαινε δεν είχε λόγια Μόνο Πράξη.

“Νυχτερινό αιματοκύλισμα” τι μορφές να δώσει
πως γλώσσα να τα κυβερνήσει;
Τόνο τον τόνο,τίνος τίνος,τσαμπί καμπάνες
το τέλος εκτελούν.Εκτροχιασμένες άμαξες.
Μου κράταγε μια σημασία με αυτή να με λυτρώσει.Άρχισε η λίμνη να τρέμει.
Γιατί περνάνε οι τροχοί δίπλα χωρίς αμάξι όπως οι πλανήτες γύρω απ τον ήλιο; 21.11.24

Με φώναξες; Εσύ που κρατάς τις σελίδες λευκές;

Εσύ που δεν έχεις καθέδρα;

Χλωμό χορτάρι,στον άνεμο του φόβου

σαν τρίχα ορθώθηκε σκαντζόχοιρου αγκάθι

Στάθηκε πρωτογενής και άκουσε τις πηγές του απείρου

Σ’ένα σκοτάδι που γεννούσε το κρύσταλλο των κορυφών

το κρύσταλλο εκείνο που ήθελε να είναι η χιονονιφάδα

πριν διαλυθεί

Το εσωτερικό χρονικό του Δαιμονυσίου

Όρκος στο μπρούτζινο ανδριάντα σου

που τραγουδούσε με τον άνεμο το στεγνό αίμα

τον άνεμο που πότισε

έχει στα πόδια του λίμνη

ακούει τα καλάμια,των κοριτσιών ψιθυρίσματα και ιαχές

και τα κουπιά των δήμιων

Δεν του είχε αφήσει φως ο πόνος

Σπηλιά κρησφύγετο τον τύλιξε σαν ράσο

χώρισαν το δέρμα του λωρίδες

Εκείνη την ώρα την αφανή τυλίγει της χώρας τα αχανή

Μαύρη σαν ράσο η θλίψη ιδρώτας και αίμα

κι άστραψε στου Τόμαρου τα ύψη η φουστανέλλα Άσπρη

Επεξεργαστείτε τα μοτίβα στην καινούργια όψη

μη λείψει το φως, που μηνύει ο σοφός

κι εδώ θα μπεις χωρίς να έχουν ανοίξει οι εκατό πύλες

Στο μυστικό κρίνο άχραντη λευκότητα

αίνιγμα που δεν μαραίνουν αλμυροί άνεμοι

Δεν τους αφήνω εκεί στο βυθό,τους διεκδικώ

Πικρό τους στάθηκε της λίμνης το νερό

κι είναι της μνήμης δύστροπα τα μονοπάτια

Τόποι μαρτύριο με αίμα εξαγορασμένοι

γενναίοι αυτοί πήρανε τίμημα βαρύ

Δεν είναι του τάφου η πλάκα που σηκώνουμε

είναι βουνά πόνου αφόρητα βουητά

αίματα που ράντισαν αιώνων τραχιά δεσμά

λυκοπαγίδες που έσπασαν του λόγγου άγρια θεριά 20.11.2025 ε.